Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο η κυβέρνηση της μεταπολίτευσης υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αποφάσισε την έξοδο της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Η τουρκική εισβολή βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και οι Αμερικανοί όσο και οι Βρετανοί ουσιαστικά τάσσονταν φραστικά εναντίον της εισβολής αλλά χωρίς να λαμβάνουν οποιοδήποτε μέτρο για σταμάτημα της. Αντίθετα η πολιτική Κίσινγκερ στόχευε σε διαπραγματεύσεις με προτεραιότητα τη μη επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο, επειδή τον θεωρούσε ως εμπόδιο στην πρόοδο των διαπραγματεύσεων[1].

Η κατάσταση για την ελληνική κυβέρνηση ήταν δύσκολη αφού είχε να αντιμετωπίσει ένα διαλυμένο στρατό με χαμηλό ηθικό λόγω και των όσων συνέβαιναν στην Κύπρο, ενώ η χώρα καλούνταν να διαπραγματευθεί άμεσα με τους εκπροσώπους δύο κρατών που δεν είχαν φανεί ιδιαίτερα ευαίσθητοι στον σεβασμό της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

 

Στην πρώτη σύσκεψη με τη συμμετοχή της στρατιωτικής ηγεσίας, που συγκλήθηκε στις 26 Ιουλίου, ο πρωθυπουργός συνειδητοποίησε όχι μόνο τη συγκυριακά δυσχερή θέση των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και τις σοβαρές ελλείψεις που οφείλονταν σε αμέλεια προπαρασκευής ενόψει πιθανής εξωτερικής απειλής.

Και όλα αυτά, ενώ μόλις λίγα 24ωρα πριν, ο στρατός είχε ακόμα την εξουσία στα χέρια του, και ο Καραμανλής είχε, πέρα από την άμεση αντιμετώπιση της κυπριακής κρίσης,  το δύσκολο καθήκον της ανάληψης της εξουσίας και της επιβολής των κυβερνητικών θελήσεων επί των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, όταν υπήρχαν ακόμα ισχυροί θύλακες του προηγούμενου καθεστώτος, που ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να αντιδράσουν και, εκμεταλλευόμενοι τις δυσχέρειες της κυβέρνησης, να επέμβουν προς αποκατάστασή τους[2].

 

Την ίδια ώρα οι Αμερικανοί πίεζαν για να αρχίσουν οι συνομιλίες τη στιγμή που γινόταν σαφές από την τουρκική πλευρά ότι δεν επρόκειτο να σταματήσει την προέλαση αν δεν συναπτόταν ενδιάμεση συμφωνία στη Γενεύη κι αν δεν έφταναν στο επιθυμητό για τους ίδιους επίπεδο στρατευμάτων στην Κύπρο.

 

Οι Αμερικανοί, σύμφωνα με σημείωμα που ενεχείρισε στον Καραμανλή ο πρεσβευτής τους στην  Αθήνα,  Χένρυ  Τάσκα, στις 27 Ιουλίου, θεωρούσαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να επωφεληθεί των ευκαιριών για να προωθήσει μία βιώσιμη και διαρκή διευθέτηση του Κυπριακού και την αποκατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μετά τη διασάλευση που είχαν υποστεί οι ενδοσυμμαχικές σχέσεις, δίνοντας τη δυνατότητα ανάμειξης των Σοβιετικών στην Αν. Μεσόγειο[3].

 

Γι’ αυτό και υπολόγιζαν στην αγαστή συνεργασία της Αθήνας κατά τη διάρκεια της διάσκεψης της Γενεύης. Από την πλευρά του, ο Καραμανλής τόνισε ότι μόνο μία αγγλοαμερικανική επέμβαση ήταν ικανή να σταματήσει τους Τούρκους. Παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του, όμως, δεν θα απέσυρε την αντιπροσωπεία από τη Γενεύη.

 

Απόφαση γοήτρου

Στην Αθήνα επικρατούσε έντονη ανησυχία και φόβοι ότι, όπως εξελισσόταν ο δεύτερος γύρος της διάσκεψης της Γενεύης, η χώρα κινδύνευε με εθνική ταπείνωση, κάτι που ο Καραμανλής δήλωνε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί. «Ουδεμία κυβέρνησις και ουδέν κράτος δύναται να αποδεχθούν εξευτελισμό», ήταν η θέση του Καραμανλή.[4]

Μόνο η Γαλλία στήριζε την πλήρη εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ, ενώ οι ΗΠΑ και η Βρετανία επιδίωκαν να καλοκρατούν την Τουρκία και να θεωρούν πώς θα έπρεπε να διεξαχθούν συνομιλίες. Η ευθύνη για την πολιτική αυτή ανήκε αποκλειστικά στον Χένρι Κίσινγκερ.

Όσο για την τουρκική παρέμβαση, την αντιμετώπισε με ανεκτικότητα και κατανόηση, κάνοντας λόγο για ικανοποίηση «νόμιμων επιθυμιών» με ενέργειες, οι οποίες θα εξασφάλιζαν την ειρήνη και την ασφάλεια στην τουρκοκυπριακή κοινότητα[5].

 

Ο Κίσινγκερ επέκρινε την εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης να μην εκτεθεί στην κατηγορία ότι εγκατέλειψε το εθνικό συμφέρον. Εξαιτίας αυτής της εμμονής είχε απορρίψει η Αθήνα οποιαδήποτε ομοσπονδιακή λύση[6] και περίμενε από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να εκδιώξουν τους Τούρκους από το νησί, τη στιγμή που οι Τούρκοι, έχοντας το στρατηγικό πλεονέκτημα, επέμεναν στη λύση της διχοτόμησης[7].

 

Τα υποβρύχια που δεν ήρθαν

Με την εκδήλωση του 2ου Αττίλα και τη μη αντίδραση των συμμάχων στο ΝΑΤΟ, ο Καραμανλής συγκάλεσε σύσκεψη στο Πεντάγωνο, όπου διέταξε την αποστολή τριών υποβρυχίων στην Κύπρο με στόχο να τορπιλίσουν τουρκικά πλοία καθώς και την απογείωση σμήνους πολεμικών αεροπλάνων από την Κρήτη για να πλήξουν στόχους των εισβολέων. Η απόφαση ωστόσο δεν υλοποιήθηκε μετά από εισηγήσεις των αρχηγών των τριών όπλων, ότι δηλαδή αυτές οι αποστολές δεν θα βοηθούσαν ούτε την άμυνα της Κύπρου ούτε θα έσωζαν το γόητρο της Ελλάδας αφού θα έδιναν την ευκαιρία στην Τουρκία να θριαμβολογήσει για νίκη επί της Ελλάδας. Η αντίδραση του Καραμανλή ήταν έντονη και απέδωσε σοβαρές ευθύνες στο στρατιωτικό καθεστώς για την κατάσταση που επικρατούσε στο στρατό. Παράλληλα διέταξε την προετοιμασία

μεραρχίας, η οποία, συνοδεία αρμάτων, θα μεταφερόταν σε Ρόδο και Αν. Κρήτη, ώστε  να είναι έτοιμη για ταχεία μεταφορά στην Κύπρο, κάτι που τελικά δεν έγινε[8].

 

Η απόφαση για έξοδο από το ΝΑΤΟ

Μετά το πολεμικό συμβούλιο, που ολοκληρώθηκε τα χαράματα της 14η Αυγούστου, ο Καραμανλής συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια στρατιωτικής αντιμετώπισης της τουρκικής επίθεσης, λόγω της αποσύνθεσης στην οποία βρισκόταν ο στρατιωτικός μηχανισμός, της ευάλωτης θέσης της χώρας από μία ενδεχόμενη κλιμάκωση της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης στο Αιγαίο, της ανάγκης διατήρησης της σταθερότητας στο εσωτερικό, η οποία κάθε άλλο παρά εδραιωμένη ήταν.

Συνεπώς μόνη εναπομείνασα επιλογή ήταν η χρήση διπλωματικών μέσων για την αποτροπή της στρατιωτικής  αναμέτρησης. Δεδομένης, όμως, της κατάστασης στην  οποία είχε περιέλθει η κυπριακή κρίση, εξαιτίας και της αδιαφορίας των Μεγάλων Δυνάμεων, μόνο μία ρηξικέλευθη απόφαση θα μπορούσε να μεταστρέψει τις ισορροπίες.

Το ενδεχόμενο εξόδου από το ΝΑΤΟ είχε ήδη εξεταστεί ως επιλογή μπροστά στο αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων, από το βράδυ της 12ης Αυγούστου, μετά την πρώτη εισήγηση του Άγγελου Βλάχου, με τον Καραμανλή να δηλώνει ότι θα το έκανε, αν οι Τούρκοι προχωρήσουν σε νέα επίθεση[9].

 

Υπ’ αυτές τις δραματικές συνθήκες, ο Καραμανλής προέβη σε δήλωση, με την οποία εξέθετε εν συντομία την κατάσταση και τη νέα αήθη επίθεση της Τουρκίας στην  Κύπρο. Ο Έλληνας πρωθυπουργός σε δήλωση του κατάγγειλε σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο την τουρκική συμπεριφορά έναντι της Κύπρου και της Ελλάδας και πρόσθετε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας θα αποδείξει στην πράξη κατά πόσον μπορεί να εφαρμόσει στην πράξη τις αποφάσεις του.

Σημείωνε ακόμη ότι η Ελλάδα θα λάβει όλα τα πρόσφορα μέτρα για την αντιμετώπιση μιας επίθεσης η οποία όχι μόνο στρέφεται κατά της Κύπρου, αλλά κλονίζει τους θεσμούς και την τάξη όλου του κόσμου.

Κι ως ένα από αυτά τα πρόσφορα μέτρα ήταν και η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα ανακοίνωνε ότι η Ελλάδα αποφάσισε να μην επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο, όπως αποφασίστηκε στη σύσκεψη που έγινε στο Πεντάγωνο την 14η Αυγούστου. «Κατόπιν της αποδειχθείσης ανικανότητος της Ατλαντικής Συμμαχίας να αναχαιτίση την Τουρκίαν από του να δημιουργήση κατάστασιν συρράξεως μεταξύ δύο συμμάχων, ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής έδωσεν εντολήν όπως αι ελληνικαί ένοπλοι δυνάμεις αποσυρθούν από την Συμμαχίαν του ΝΑΤΟ. Η Ελλάς θέλει παραμείνει μέλος της Συμμαχίας μόνον ως προς το πολιτικόν μέρος αυτής», ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας[10].

 

Η επιστροφή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ

Από το 1975 ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για επανένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ με την παρουσίαση διαφόρων σχεδίων και από τις δύο πλευρές.

Το 1980 δόθηκε το σχέδιο Ρότζιερς που κατέληξε σε συμφωνία αφού η Ελλάδα έκρινε ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας, καθώς θεωρήθηκε ότι η Ελλάδα θα επανερχόταν στη Συμμαχία με το καθεστώς που είχε πριν την αποχώρησή της, παρόλο που αυτή η συμφωνία παρουσίαζε αρκετά κενά όσον αφορά τον επιχειρησιακό έλεγχο του στρατηγείου της Λάρισας ενώ δεν κατοχύρωνε τον έλεγχο του Αιγαίου από την ελληνική αεροπορία. Επίσης το ελληνικό ναυτικό δεν μπορούσε πλέον να ασκεί απόλυτο έλεγχο στην περιοχή του Αιγαίου, καθώς υπήρχε το ενδεχόμενο παραχώρησης του ελέγχου αυτής σε Τούρκο διοικητή, κατόπιν συνεννοήσεως του νατοϊκού με το ελληνικό στρατηγείο.

Έτσι, η Ελλάδα επέστρεψε στο Ν.Α.Τ.Ο. το 1980.

 

 

[1] Σωτήρης Ριζάς, «Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η δικτατορία των συνταγματαρχών και το Κυπριακό ζήτημα, 1967 – 1974, σελ. 224 – 225.

[2] Σημειωτέον ότι μόλις στις 11 Αυγούστου, σε μία τόσο κρίσιμη για το εθνικό ζήτημα στιγμή, εκδηλώθηκαν κινήσεις με σκοπό την εκδήλωση πραξικοπήματος από μονάδες που ήλεγχαν αξιωματικοί προσκείμενοι στον Δ. Ιωαννίδη, βλ. Καραμανλής: Αρχείο, τ. 8, σ. 67-69.

[3] Βλ. Διδακτορική Διατριβή Έλενας Αρχιμανδρίτου – Οικονόμου, «Η αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1974», Πανεπιστημιακό έτος 2012 – 2013.

[4] Καραμανλής: Αρχείο, τ. 8, σ. 37-38.

[5] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, «Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1945», σ. 163-164.

[6] Αυτή η θέση της Αθήνας παρέμεινε μέχρι την επιστροφή του Μακαρίου από την εξορία. Στη σύσκεψη των Αθηνών που έγινε στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου στην παρουσία του Μακαρίου και του Καραμανλή, καθώς και μέρους της ηγεσίας των δύο χωρών, αποφασίστηκε η αποδοχή της ομοσπονδίας και ως ύστατη υποχώρηση η Δικοινοτική Διζωνική Ομοσπονδία.

[7] Χένρυ Κίσσινγκερ, «Χρόνια Ανανέωσης», σ. 102-114.

[8] Αρχιμανδρίτου-Οικονόμου, όπως προηγούμενα, σελ. 92.

[9] Αρχιμανδρίτου-Οικονόμου, όπως προηγούμενα, σελ. 93.

[10] Καραμανλής: Αρχείο, τ. 8, σ. 88.