Μπροστά σε νέους αγώνες

Μέσα στις συνθήκες που έφερε η άνοδος στην κυβέρνηση ενός ιδιόμορφου συνασπισμού της ακροδεξιάς «Λίγκας του Βορρά» και του λαϊκίστικου «πολυσυλλεκτικού» κινήματος «Πέντε Αστέρια», πραγματοποιήθηκε το 1 Εθνικό Συνέδριο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στο Ορβιέτο της Ιταλίας. Το Συνέδριο του Ιταλικού ΚΚ είχε στόχο να συμβάλει στην τόσο αναγκαία ανασυγκρότηση της ιταλικής Αριστεράς, αλλά και ευρύτερα των ριζοσπαστικών δυνάμεων της χώρας, απέναντι σε μια σκληρή αντεργατική πολιτική που συνδυάζεται με μια γενικευμένη ξενοφοβία που καλλιεργείται με αφορμή το μεταναστευτικό.

Μια κοινωνία που βράζει

Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο που στις εκλογές του περασμένου Μάρτη αποτυπώθηκε η κοινωνική δυσαρέσκεια για τις εφαρμοζόμενες κοινωνικο-οικονομικές πολιτικές τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και από την ΕΕ με τη σοβαρή υποχώρηση τόσο του κυβερνώντος κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος του Ρέντσι όσο και της δεξιάς Φόρτσα Ιταλία του Μπερλουσκόνι. Σήμερα, η Ιταλία παραμένει ισχυρή καπιταλιστική χώρα, αφού με βάση το ΑΕΠ αποτελεί την 3η δύναμη της ευρωζώνης και της ΕΕ, 7η παγκοσμίως στη βιομηχανική παραγωγή και 8η στις βιομηχανικές εξαγωγές. Αυτή η πραγματικότητα όμως, δεν σημαίνει -όπως και πουθενά στον κόσμο- υψηλότερο βιοτικό επίπεδο για το λαό. Η ανεργία φτάνει στο 10,8%, ενώ στους νέους ξεπερνά το 30%. Με βάση τους μισθούς, η Ιταλία βρίσκεται στην 23η θέση της ΕΕ, ενώ η κατά κεφαλή κατανάλωση μειώνεται διαρκώς. Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ιταλία μετρά 10,5 εκατομμύρια φτωχούς (ο μεγαλύτερος αριθμός στην ΕΕ) που συνιστούν το 14% των φτωχών στην ΕΕ. 18 εκατομμύρια Ιταλοί, δηλαδή το 30% του πληθυσμού, βρίσκονται αντιμέτωποι με τη φτώχεια ή τον κοινωνικό αποκλεισμό. Την ίδια ώρα, η έκθεση της Oxfam για το 2016, αποκαλύπτει ότι το 1% των πλουσιότερων Ιταλών κατέχει το 25% του πλούτου. Την ίδια ώρα, το δημόσιο χρέος της χώρας φτάνει τα 2,8 τρις που ξεπερνά το 130% του ΑΕΠ.

Χαρακτηριστικό δείγμα των ανισοτήτων είναι η πρόσφατη μεταγραφή του ποδοσφαιριστή Κριστιάνο Ρονάλντο στη Γιουβέντους, στην οποία είναι μεγαλομέτοχος η ίδια εταιρεία που διοικεί την ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία Fiat. Oι εργαζόμενοι της Fiat κατήλθαν σε απεργία την περασμένη εβδομάδα διαμαρτυρόμενοι για την κραυγαλέα πρόκληση μιας μεταγραφής που θα κοστίσει 220 εκατομμύρια ευρώ την ίδια ώρα που οι εργαζόμενοι της εταιρείας δεν είδαν αυξήσεις επί χρόνια.

Η ξενοφοβία βάζει λάδι στη φωτιά
Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση καθίσταται εκρηκτική αν προσθέσει κανείς το κύμα ξενοφοβίας που καλλιεργείται -συνειδητά- από την ακροδεξιά με αφορμή τις μεταναστευτικές ροές που δέχεται η Ιταλία κύρια από τη βόρεια Αφρική. Είναι γνωστό άλλωστε -και από το παράδειγμα της Ελλάδας- ότι όλα τα αδιέξοδα της πολιτικής της ΕΕ στο μεταναστευτικό (όπως ο Κανονισμός του Δουβλίνου που καθιστά τα κράτη «πρώτης άφιξης» υπεύθυνα για τους πρόσφυγες, η απόφαση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να μη δεχθούν πρόσφυγες) σημαίνουν ότι οι χώρες του μεσογειακού Νότου αναλαμβάνουν δυσανάλογο μερίδιο της ευθύνης. Όμως πέραν την Αριστεράς, κανείς δεν θίγει τις πραγματικές αιτίες και τους πραγματικούς ένοχους. Για αυτό η ακροδεξιά του Σαλβίνι «καβάλησε» κυριολεκτικά στο κύμα ξενοφοβίας, ενώ οι υπόλοιποι υποχωρούν μπροστά της: Η προηγουμένη κεντροαριστερή κυβέρνηση έκλεισε την πόρτα στους μετανάστες μέσω αμφιλεγόμενων συμφωνιών με τη Λιβύη, καθιστώντας την μια ανοικτή φυλακή. Ο δε Μπερλουσκόνι -όπως και άλλα κόμματα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος- σκλήρυνε τη στάση του στο μεταναστευτικό, παρόλο που ως Πρωθυπουργός είχε αποδεχθεί τον Κανονισμό του Δουβλίνου. Έτσι δεν είναι τυχαίο που καθίσταται δημοφιλής ο ηγέτης της ακροδεξιάς και νέος Υπουργός Εσωτερικών Ματέο Σαλβίνι, που υπόσχεται διώξεις και απελάσεις μισού εκατομμυρίου ανθρώπων, ενώ η κυβέρνηση αρνήθηκε πρόσφατα την αγκυροβόληση στα ιταλικά λιμάνια ενός καραβιού με 600 πρόσφυγες ανάμεσά τους γυναικόπαιδα.

koukoumas

 

Και στην Ιταλία η ακροδεξιά είναι η εφεδρεία του συστήματος
Όπως τόνισε και ο Γενικός Γραμματέας του Ιταλικού ΚΚ Μαούρο Αλμπορέσι, αυτή η κυβέρνηση λαϊκίζει ενώ συνεχίζει στις ίδιες στρατηγικές κατευθύνσεις των προηγούμενων και δεν μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική στο νεοφιλελευθερισμό της ΕΕ. Άλλωστε η «ευρωσκεπτικιστική» ρητορική των κυβερνώντων άρχισε ήδη να υποχωρεί και πλέον δίνουν διαβεβαιώσεις ότι δεν υπάρχει κανένα σχέδιο για αποχώρηση της Ιταλίας από την ευρωζώνη, ενώ συμφωνούν ακόμα και με διεύρυνση των εξουσιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Παράλληλα, καθησυχάζουν τους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου ότι στόχος τους είναι απλώς η διαπραγμάτευση με την ΕΕ ώστε να υπάρξουν χαλαρώσεις και να προχωρήσουν με φορολογικές ελαφρύνσεις. Ταυτόχρονα, στη συνάντηση του Πρωθυπουργού Κόντε με τον ΓΓ του ΝΑΤΟ, ο Ιταλός ηγέτης επανέλαβε την επιλογή παραμονής στο ΝΑΤΟ (η Ιταλία συμμετέχει στις ΝΑΤΟϊκές αποστολές σε Κόσοβο, Αφγανιστάν, Μαυροβούνιο ενώ στη Νάπολη βρίσκεται το Κοινό Στρατηγείο), ζητώντας μόνο να ανοιχθεί διάλογος με τη Ρωσία. Επαληθεύεται ξανά ότι για να καταστεί μια δύναμη ή μια κυβέρνηση «αντισυστημική» δεν αρκούν οι τίτλοι που αποδίδει η ίδια στον εαυτό της, αλλά απαιτούνται πολιτικές επιλογές. Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι η εμφανιζόμενη ως «αντισυστημική» ακροδεξιά «Λίγκα» στις εκλογές κατήλθε σε συμμαχία με το Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι, ένα κόμμα-μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και κόμμα του προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου.

«Ξανακτίζοντας το Ιταλικό ΚΚ», για αλλαγή στην Ιταλία και την Ευρώπη

Είναι απέναντι σε αυτά που η Αριστερά της Ιταλίας καλείται να διαδραματίσει το ρόλο της πραγματικής εναλλακτικής, στην οικονομία και στην κοινωνία. Υπάρχει άλλωστε η μαγιά των πολύ μαζικών διαδηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία το τελευταίο διάστημα, για τις κοινωνικές ανισότητες και τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, για την απομόνωση του νεοφασισμού και του ρατσισμού αλλά και για ευθεία καταδίκη των πολιτικών ΕΕ με σύνθημα «δεν θα γίνουμε σκλάβοι της ΕΕ, των τραπεζών και της κυβέρνησης».

To Ιταλικό ΚΚ που δημιουργήθηκε το 2016, κύρια από δυνάμεις του πρώην Κόμματος Ιταλών Κομμουνιστών, φιλοδοξεί ακριβώς να χτίσει πάνω στις παραδόσεις του ιστορικού ΚΚ και να συμβάλει στην προσπάθεια για ενότητα όλων των κομμουνιστών της Ιταλίας σε ένα κόμμα, για ενίσχυση των αγώνων του εργατικού κινήματος και πρόταξης μιας εναλλακτικής προοδευτικής πορείας στην Ιταλία, αλλά και στην Ευρώπη. Όπως τόνισε ο ΓΓ του ΙΚΚ, «δεν εγκλωβιζόμαστε σε εθνικιστικές οπτικές», «αλλά αυτή δεν είναι μια Ευρώπη των Λαών, ούτε της ειρήνης. Είναι μια οικονομική ένωση με συγκολλητική ουσία το ευρώ. Εμείς θέλουμε μια Ευρώπη, από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, ενωμένη, ανοιχτή και κοινωνική, δεσμευμένη στην ειρήνη», επισημαίνοντας τη θέση του ενάντια στον ευρωστρατό, αλλά και για άμεση αποχώρηση από το ΝΑΤΟ.

Ο εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ στο Συνέδριο, μέλος της Κ.Ε. του Κόμματος, Γιώργος Κουκουμάς, στο χαιρετισμό του ανέφερε ότι «οι πατρίδες μας, η Ιταλία και η Κύπρος, ως κράτη-μέλη της ΕΕ υφίστανται τα αδιέξοδα με τα οποία είναι αντιμέτωπη η καπιταλιστική ενοποίηση της ηπείρου μας. Oι προειδοποιήσεις της μαρξιστικής Αριστεράς για την ΕΕ -όπως αυτή καθορίστηκε από τις Ιδρυτικές Συνθήκες και εξελίχθηκε με τις πολιτικές της δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας- επαληθεύτηκαν». Υπογράμμισε ταυτόχρονα ότι «ο εθνικιστικός “ευρωσκεπτικισμός” της ακροδεξιάς όχι μόνο δεν αποτελεί εναλλακτική, αλλά συνιστά την πιο αντιδραστική όψη του καπιταλισμού και θυμίζει τις πιο σκοτεινές εποχές της Ευρώπης». Τόνισε επίσης την ανάγκη «να ενισχυθούν στις ευρωεκλογές τα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα σε κάθε κράτος-μέλος ώστε να ενισχυθεί και η Ομάδα της Αριστεράς (ΕΕΑ/ΒΠΑ) στο Ευρωκοινοβούλιο που αποτελεί τη φωνή των εργαζομένων, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ειρήνης και της προόδου μέσα στο Ευρωκοινοβούλιο».

Το ιστορικό Ιταλικό ΚΚ

Το ιστορικό Ιταλικό ΚΚ που ιδρύθηκε το 1921 στο Λιβόρνο είχε μια ένδοξη αγωνιστική ιστορία στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι σκληρές διώξεις από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, η Αντίσταση, οι μεγάλες απεργίες της δεκαετίας του 1940, οι αγώνες για ελευθερία και η μεταπολεμική κατάκτηση του δημοκρατικού συντάγματος της χώρας αλλά και μεγάλες φυσιογνωμίες του διεθνούς κινήματος όπως οι ηγέτες του, Αντόνιο Γκράμσι και Παλμίρο Τολιάτι.

Στη δεκαετία του 1960 ωστόσο, το Ιταλικό ΚΚ πρωτοστάτησε στο τότε ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού» και πήρε αποστάσεις από τη Σοβιετική Ένωση, ενώ αργότερα υπό την ηγεσία του χαρισματικού Ενρίκο Μπερλινγκούερ –από τη δεκαετία του 1970 και μετέπειτα- θα προτάξει, αντί την επαναστατική προοπτική, την πολιτική του «ιστορικού συμβιβασμού», μιας συμμαχίας δηλαδή κομμουνιστών, σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοδημοκρατών αλλά και αποδοχή της παραμονής της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική σε συνδυασμό με την αντικομμουνιστική έξαρση που προκάλεσε η δράση των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» με τη δολοφονία του Πρωθυπουργού Άλντο Μόρο, προκάλεσε απογοητεύσεις και μια πορεία καθίζησης. Έτσι, η θεαματική του ενίσχυση των προηγούμενων χρόνων -το 1976 είχε γίνει το δεύτερο κόμμα της χώρας με ποσοστό 34,7%, καθιστώντας το το μεγαλύτερο ΚΚ στην καπιταλιστική Δύση- είχε μια οδυνηρή κατάληξη. Το 1991 μέσα στο κλίμα των δραματικών ανατροπών στην Ανατολική Ευρώπη, στη διάσκεψη της Μπολόνιας, το ΙΚΚ διακήρυξε το «τέλος του κομμουνισμού» και τη μετάλλαξή του σε «Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς». Το ένα τρίτο των μελών του ΙΚΚ που διαφώνησε, προχώρησε τότε στην ίδρυση της «Κομμουνιστικής Επανίδρυσης», η οποία ωστόσο υπέστη και η ίδια διάσπαση το 1998 -με επίμαχο ζήτημα τη συμμετοχή στη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Πρόντι- που οδήγησε στη δημιουργία του «Κόμματος Ιταλών Κομμουνιστών».

Από το 2008, τόσο η «Κομμουνιστική Επανίδρυση» όσο και των «Κόμμα Ιταλών Κομμουνιστών», βρίσκονται εκτός ιταλικού κοινοβουλίου παρά τη μεταξύ τους συνεργασία σε ευρύτερους εκλογικούς συνδυασμούς και τις αποφάσεις τους για ενότητα και συμπόρευση. Στις τελευταίες εκλογές συμμετείχαν στον εκλογικό συνδυασμό “Potere al Popolo” (Δύναμη στο Λαό) μαζί με μικρότερα κόμματα και κινήματα της Αριστεράς, προκειμένου να εκφράσουν το χώρο «αριστερότερα» του Δημοκρατικού Κόμματος και να προτάξουν μια εναλλακτική πορεία για τη χώρα. Εντούτοις, το αποτέλεσμα ήταν κατώτερο των προσδοκιών αφού μόλις που ξεπέρασε το 1% και έμεινε εκτός Βουλής.