Τρεις ειδικοί σχολιάζουν τα ευρήματα της Στατιστικής Υπηρεσίας

 Της Αντωνίας Λαμπράκη

  • Το μέρισμα της ανάπτυξης δεν διαχέεται στο σύνολο της κοινωνίας

Πίσω από τους αριθμούς της Στατιστικής Υπηρεσίας που δηλώνουν οριακή υποχώρηση του κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στον τόπο μας, υπάρχουν -και είναι υπαρκτά- 206.000 ευάλωτα άτομα, θύματα της οικονομικής ανισότητας, τα οποία καταρρίπτουν το αφήγημα περί δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης και επιστροφής στην ομαλότητα.

Ειδικότερα, η Στατιστική Υπηρεσία ανακοίνωσε πριν μερικές ημέρες την έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης, που διενεργήθηκε το 2018, με οικονομικό έτος αναφοράς το 2017, και όπως προκύπτει, ποσοστό 23,9% του πληθυσμού ή 205.900 άτομα βρίσκονται σε Κίνδυνο Φτώχειας ή Κοινωνικού Αποκλεισμού (Δείκτης AROPE, ένας από τους 9 βασικούς Δείκτες στη Στρατηγική της ΕΕ «Ευρώπη 2020»).

Η Κυβέρνηση ανέγνωσε τα ευρήματα ως αντικατοπτρισμό της δυναμικής της οικονομίας που δημιουργεί ευεργετικά αποτελέσματα, με τον Υπουργό Οικονομικών να δηλώνει ότι «στόχος της κυβερνητικής πολιτικής είναι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, μέσα από τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής, την επίτευξη συνθηκών πλήρους απασχόλησης και τη λήψη μέτρων που θα διασφαλίζουν ότι το μέρισμα της ανάπτυξης θα φτάσει στο σύνολο των συμπολιτών μας».

Από το 25,2% στο 23,9%

Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το μέρισμα της ανάπτυξης δεν διαχέεται στο σύνολο της κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, 205.900 άτομα ζουν σε νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας ή με σοβαρή υλική στέρηση ή σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό δείκτη έντασης εργασίας. Κατά τη Στατιστική Υπηρεσία, ο Δείκτης Κινδύνου Φτώχειας ή Κοινωνικού Αποκλεισμού «παρουσιάζει βελτίωση σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά που ήταν στο 25,2%, συνεχίζοντας την πτωτική πορεία των τελευταίων χρόνων, μετά που είχε φτάσει στο 28,9% (2015), στο ψηλότερο ποσοστό που έφτασε ποτέ». Η βελτίωση, αναφέρεται, «αντικατοπτρίζεται τόσο στα ποσοστά των αντρών όσο και των γυναικών, 23,1% και 24,7%, αντίστοιχα, διατηρώντας όμως, διαχρονικά τις γυναίκες σε δυσμενέστερη θέση έναντι των αντρών».

Ακόμη, η Στατιστική αναφέρει ότι το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας, δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημά του ήταν κάτω από το χρηματικό όριο του κινδύνου φτώχειας, παρουσίασε μικρή μείωση, φτάνοντας στο 15,4% σε σύγκριση με το 15,7% που ήταν το 2017. Το ψηλότερο ποσοστό που κατέγραψε ποτέ αυτός ο Δείκτης ήταν το 2015 με 16,2%. Αναφέρεται ακόμη ότι «το χρηματικό όριο κινδύνου φτώχειας αυξήθηκε το 2018 στα €9.202 για νοικοκυριά ενός ατόμου σε σύγκριση με €8.698 το 2017 και για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά αυξήθηκε στα €19.323 σε σύγκριση με €18.266 το 2017».

Ωστόσο, οριακή ώς και αμελητέα είναι η υποχώρηση του δείκτη σοβαρής υλικής στέρησης, που μειώθηκε στο 10,2% (2018) από 11,5% το 2017. Η σοβαρή υλική στέρηση ορίζεται η οικονομική δυσκολία για πληρωμή πάγιων λογαριασμών, δανείων ή στην αντιμετώπιση μιας έκτακτης, αλλά αναγκαίας δαπάνης.

Περιορισμένη είναι η υποχώρηση του Δείκτη Πολύ Χαμηλής Έντασης Εργασίας, με το ποσοστό του πληθυσμού στις ηλικίες 0-59 ετών, δηλαδή οι ενήλικες οι οποίοι εργάστηκαν την περασμένη χρονιά λιγότερο από 20% της συνολικής τους δυνατότητας, να παρουσιάζει μείωση στο 8,6% το 2018, από 9,4% το 2017.

Επίσης, το μέσο ετήσιο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού για το 2018, ανήλθε στις €30.807 καταγράφοντας περιορισμένη διαφοροποίηση από την προηγούμενη χρονιά που ήταν €30.376.

Η οικονομική ανισότητα εκφράζεται, κυρίως, με τον Δείκτη Κατανομής Εισοδήματος σε πεμπτημόρια (S80/S20) και τον Δείκτη Άνισης Κατανομής Εισοδήματος, συντελεστή Gini. Το 2018 οι δύο συντελεστές οικονομικής ανισότητας, με περίοδο αναφοράς το 2017, παρουσιάζουν μείωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, υποδηλώνοντας βελτίωση στην κατανομή του εισοδήματος των νοικοκυριών.

Συγκεκριμένα, ο Δείκτης S80/S20, ο οποίος εξετάζει το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού προς το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, παρουσιάζει βελτίωση φτάνοντας το 2018 στο 4,3. Δηλαδή, το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 4,3 φορές ψηλότερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20%, σε σχέση με 4,6 που ήταν το 2017. Επίσης ο συντελεστής Gini μειώθηκε στο 29,1%, σε σχέση με το 30,8% που είχε φθάσει το 2017.

Η έρευνα της Στατιστικής Υπηρεσίας είχε δείγμα 4.192 νοικοκυριά παγκύπρια.

Τα στατιστικά και η δύσκολη πραγματικότητα

Την δική τους ερμηνεία στα ευρήματα της Στατιστικής Υπηρεσίας παρέθεσαν στη «Κυριακάτικη Χαραυγή» τρεις εμπειρογνώμονες.

Ο Πάμπος Παπαγεωργίου, οικονομικός αναλυτής και πρώην βουλευτής του ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, τονίζει την ανάγκη υιοθέτησης ενισχυτικών πολιτικών σχεδιασμών, που θα διαχέουν ευρύτερα το προϊόν της ανάπτυξης και θα είναι επωφελείς για τα πλατύτερα στρώματα της κοινωνίας, επεσήμανε.

«Αναντίλεκτα οι διαπιστώσεις δηλώνουν βελτίωση των Δεικτών, ειδικότερα την τελευταία διετία, 2017-2018, αλλά με επιδόσεις χαμηλότερες του μέσου όρου της Ευρώπης, αφού η χώρα μας προ κρίσης κατέγραφε ελαφρώς υψηλότερες του μέσου όρου». Παρά την αμυδρή βελτίωση, συνέχισε, «εντούτοις αποτυπώνεται σχετική υποχώρηση της γενικής ευημερίας του πληθυσμού σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, που ήδη καταγράφει καλύτερες επιδόσεις».

Ο συνομιλητής μας επισημαίνει ότι ένα στα τέσσερα νοικοκυριά έχει εισοδήματα κάτω του 60% του διάμεσου και ένα στα δέκα βιώνει ακραίας μορφής φτώχεια και στερείται τέσσερα βασικά αγαθά ή και υπηρεσίες όπως, καθυστέρηση στην αποπληρωμή πάγιων λογαριασμών, ενοικίου ή δόσεις δανείων κύριας κατοικίας, αδυναμία για διακοπές μίας εβδομάδας ετησίως, αδυναμία διατήρησης θέρμανσης και αυτοκινήτου κ.λπ. «Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, ο κίνδυνος φτώχειας πριν τις κοινωνικές παροχές που ανεβαίνει στο 37% του πληθυσμού και με την παραχώρησή τους υποχωρεί στο 24%, αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο και μεγάλο τμήμα του πληθυσμού ουσιαστικά εξαρτάται από την κρατική επιδοματική πολιτική».

Ο σημαντικότερος λόγος που επιβραδύνει τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης πολλών νοικοκυριών είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ποιότητα της αγοράς εργασίας. «Ο δείκτης της ανεργίας σαφώς έχει υποχωρήσει, αλλά γνωρίζουμε ότι μεγάλος αριθμός θέσεων εργασίας είναι χαμηλόμισθες, μερικής ή και προσωρινής απασχόλησης, συνεπώς σε ένα νοικοκυριό με δύο εργαζόμενους σε εργασίες τέτοιας στάθμης, προφανώς είναι δύσκολη η εξασφάλιση ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης ή και εύκολα θα κινδυνεύει να κατρακυλήσει κάτω από το όριο της φτώχειας». Συνεπώς, κατέληξε ο κ. Παπαγεωργίου, η μόνη οδός για ουσιαστικότερη βελτίωση των κοινωνικών Δεικτών είναι η δημιουργία καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας, διαφορετικά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, κυρίως νέα άτομα, θα παραμένουν σε μειονεκτική οικονομική θέση».

51.000 νέοι κάτω των 30 ετών αντιμέτωποι με τη φτώχεια

Ανησυχία και προβληματισμό για τη συνέχιση της δυσπραγίας καταθέτει η Νινέττα Καζαντζή, πρόεδρος του Εθνικού Δικτύου Ενάντια στη Φτώχεια-Κύπρος. «Η Κύπρος, μέσω της Στρατηγικής της ΕΕ 2020, στο πλαίσιο καταπολέμησης της φτώχειας έθεσε στόχο για έξοδο από την ανέχεια 26.000 ατόμων, αλλά δυστυχώς, σε μια δεκαετία, όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε ο στόχος, αλλά αυξήσαμε το ποσοστό της φτώχειας στο 23,9% που είναι περίπου στα ποσοστά την περίοδο της κρίσης».

Η κ. Καζαντζή εστίασε την προσοχή της στους εργαζόμενους-φτωχούς, ομάδα που καταγράφει αύξηση της τάξης του 3,5% από το 2016 στο 2017, στις ηλικίες 18-24 ετών, όταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο σημειώθηκε μείωση.

«Συνολικά 51.000 νέοι κάτω των 30 ετών βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, εκ των οποίων οι 30.000 αντιμετωπίζουν σοβαρή υλική στέρηση και το 76,7% από αυτούς διαμένει με τους γονείς καθώς τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για να ζήσει ανεξάρτητα» ανέφερε.

Εξίσου ανησυχητικά είναι τα ευρήματα για την παιδική φτώχεια, καθώς ένα στα πέντε παιδιά ζει σε συνθήκες κάτω από το όριο. «Ο θεσμός του ΕΕΕ απέτυχε να εξασφαλίσει αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης σε όσους το χρειάζονται» δήλωσε η κ. Καζαντζή, επισημαίνοντας «την ανάγκη θέσπισης εθνικού κατώτατου μισθού και μηχανισμών ελέγχου εφαρμογής του και πολιτικών μείωσης του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των φύλων».

Επιδεινώνεται η κοινωνική συνοχή

Ο Νίκος Τριμικλινιώτης, καθηγητής Κοινωνιολογίας και επικεφαλής του Κέντρου για τα θεμελιώδη δικαιώματα στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, επεσήμανε ότι «οι επιλογές της κυβέρνησης για ανάκαμψη της οικονομίας είναι τέτοιες που αντί να άρουν τη βίαιη ανακατανομή του εισοδήματος και του πλούτου, την τελευταία δεκαετία, σε βάρος μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, των φτωχότερων στρωμάτων που υπέστησαν συρρίκνωση του βιοτικού τους επιπέδου, εξακολουθούν να οξύνονται τα κοινωνικά ζητήματα που πηγάζουν από αυτό».

Στην πραγματικότητα, είπε, «η οριακή και αργή ανάκαμψη της οικονομίας, όπως φαίνεται από ορισμένους κοινωνικούς Δείκτες, είναι ανεπαρκής, όπως και τα κοινωνικά μέτρα σε σχέση με τις δυνατότητες που υπάρχουν για άμεση ανακούφιση και άμβλυνση της ένδειας, της ανέχειας και της εργασιακής ανασφάλειας» παραπέμποντας «στις δημόσιες δηλώσεις για την πορεία της οικονομίας και τις τυμπανοκρουσίες ότι απογειώθηκε».

Εξηγώντας τη θέση του ο συνομιλητής μας σημείωσε ότι «οι πόροι που διατίθενται για ουσιαστική καταπολέμηση της φτώχειας δεν είναι επαρκείς για να αντιστρέψουν την κατάσταση και σίγουρα η ανάπτυξη δεν είναι επωφελής για το σύνολο της κοινωνίας». Η οικονομική ανισότητα, συμπλήρωσε, εκφράζεται, κυρίως, με τον Δείκτη Κατανομής Εισοδήματος και η Κύπρος δεν είναι καν στη θέση που βρισκόταν πριν μια δεκαετία», προσθέτοντας ότι «είναι θετικό ότι υπήρξε, έστω μικρή μείωση του ποσοστού του πληθυσμού που βίωνε συνθήκες φτώχειας, ωστόσο ανησυχούν οι Δείκτες που δηλώνουν ότι ένας στους τέσσερις περίπου και το 16% του πληθυσμού παραμένει κάτω από το όριο της φτώχειας».