Από τις αρχές του 1945, στις 12 του Γενάρη, ξεκίνησε η επιχείρηση «Βιστούλα – Οντέρ» του Κόκκινου Στρατού. Τα σοβιετικά στρατεύματα άρχισαν τη μεγάλη επέλασή τους με κατεύθυνση την πρωτεύουσα της ναζιστικής Γερμανίας, το Βερολίνο. Οι Γερμανοί, από τον Νοέμβρη του 1944, προετοιμάζονται να αποχωρήσουν, μη μπορώντας να σταματήσουν την επέλαση του Κόκκινου Στρατού.

Άρχισαν να γκρεμίζουν τα κτίρια – μάρτυρες των φρικαλεοτήτων τους. Τα κρεματόρια και οι τέσσερις θάλαμοι αερίων ισοπεδώθηκαν. Οι αποτεφρωτήρες αποσυναρμολογήθηκαν και ετοιμάστηκαν να μεταφερθούν στο άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης, το Μαουτχάουζεν, το οποίο πίστευαν οι Γερμανοί ότι δεν θα έπεφτε στα χέρια των Συμμάχων. Μέχρι τις 18 Γενάρη οι Γερμανοί εκκένωσαν τα στρατόπεδα του Άουσβιτς, καθώς οι σοβιετικές δυνάμεις πλησίαζαν το συγκρότημα του Άουσβιτς οδηγώντας σε πορείες θανάτου, μέσα στα χιόνια, περίπου 60.000 εξαθλιωμένους κρατούμενους, με κατεύθυνση το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλσεν στην πόλη Μπέργκεν και την πόλη Βότζισλαβ Σλάσκιστο, δυτικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας, όπου φόρτωναν όσους είχαν επιζήσει σε τρένα για τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Τα SS πυροβολούσαν όποιον έμενε πίσω ή δεν είχε τις δυνάμεις να συνεχίσει.

Επιβιώσαντες του Άουσβιτσς επισκέπτονται το χώρο 76 χρόνια μετά

Περισσότεροι από 15.000 κρατούμενοι έχασαν τη ζωή τους σε αυτές τις πορείες θανάτου από το Άουσβιτς. Δυο μέρες μετά, στις 20 Γενάρη, οι Γερμανοί επέστρεψαν στο συγκρότημα ΆουσβιτςΜπιρκενάου και ανατίναξαν τα δύο τελευταία κρεματόρια, στην προσπάθειά τους να εξαφανίσουν τα ίχνη των αποτρόπαιων πράξεών τους από τους Σοβιετικούς. Σοβιετικοί στρατιώτες απελευθερώνουν τις κρατούμενες στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Οι γυναίκες της φωτογραφίας είναι πολιτικές κρατούμενες, κομμουνίστριες από τη Σοβιετική Ενωση, όπως δείχνουν τα σήματα που φορούν στο πέτο. Το Σάββατο της 27ης Ιανουαρίου 1945 η 60ή Στρατιά του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόκκινου Στρατού μπαίνει απελευθερωτής στο Άουσβιτς, όπου βρίσκει περισσότερους από 7.000 παρατημένους κρατούμενους σε τρισάθλια κατάσταση, τους οποίους παράτησαν οι Ναζί γιατί δεν θα μπορούσαν έτσι κι αλλιώς να ακολουθήσουν την πορεία θανάτου.

Εκείνο το πρωινό οι Σοβιετικοί στρατιώτες του 322ου τμήματος πεζικού της 60ής Στρατιάς, με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού Πάβελ Κουρότσκιν, μπήκαν στο πρώτο στρατόπεδο, το Άουσβιτς Ι, όπου αντίκρισαν τις πρώτες εικόνες της φρίκης του Άουσβιτς στα πρόσωπα των 1.200 επιζώντων του στρατοπέδου. Το απόγευμα της ίδιας μέρας έμπαιναν στο Άουσβιτς ΙΙ, το περίφημο στρατόπεδο Μπίρκεναου, όπου βρήκαν 5.800 επιζώντες, ανάμεσά τους 611 παιδιά. Από τα 230 000 παιδιά που βρίσκονταν στο Άουσβιτς μόνο 611 απελευθερώθηκαν. Από τους επιζώντες του Άουσβιτς ακούστηκαν οι πρώτες διηγήσεις για τα τερατώδη εγκλήματα των Ναζί που είχαν διαπραχθεί στο Άουσβιτς από τους Γερμανούς φασίστες.

Από τα πάνω από 6 εκατομμύρια ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στα απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης που είχαν δημιουργήσει οι Γερμανοί φασίστες, πάνω από 1,3 εκατομμύριο εξοντώθηκαν στο Άουσβιτς. 900.000 επιλέχτηκαν και εκτελέστηκαν με διάφορους τρόπους, θανατώθηκαν με δηλητηριώδη αέρια σε ειδικούς θαλάμους αερίων, απαγχονίστηκαν, πυροβολήθηκαν, έγιναν πειραματόζωα για την εξακρίβωση της αντοχής των ανθρώπων σε διάφορα δηλητήρια, πυροβολήθηκαν.

Πάνω από 200.000 πέθαναν από ασθένειες, υποσιτισμό και βαρύτατες κακοποιήσεις και ιατρικά πειράματα. Ένας λόφος από γυαλιά, τα οποία ανήκαν σε ανθρώπους που έκλεισαν στο Άουσβιτς και οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων. Από αυτούς περίπου 1.100.000 ήταν Εβραίοι ήταν κρατούμενοι. Τους είχαν κρεμάσει διακριτικό ένα κίτρινο εξάκτινο αστέρι στο πέτο. Ανάμεσά τους 55.000 Ελληνες Εβραίοι. Οι πολιτικοί κρατούμενοι, περίπου 160.000, φορούσαν διακριτικό ένα κόκκινο τρίγωνο. Οι Πολωνοί, περίπου 140.000, είχαν ένα «Ρ» πάνω στο κόκκινο τρίγωνο. Οι Αθίγγανοι και οι «κοινωνικά απροσάρμοστοι», ανάμεσά τους και μερικές πόρνες, περίπου 25.000 άτομα, με διακριτικό στο πέτο ένα μαύρο τρίγωνο. Οι Αιχμάλωτοι Πολέμου, κυρίως Σοβιετικοί, ήταν περίπου 15.000.

Και άλλοι 10.000 από άλλες εθνικότητες: Τσέχοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Σλοβένοι. Σωφρονιστικοί κρατούμενοι, περίπου 11.000, με διακριτικό ένα «ΕΗ» και μερικές εκατοντάδες ποινικοί κρατούμενοι με διακριτικό ένα πράσινο τρίγωνο. Και η καταμέτρηση των «κολασμένων» κλείνει με καμιά εκατοστή ομοφυλόφιλους με ένα ροζ τρίγωνο στο πέτο και 400 περίπου Μάρτυρες του Ιεχωβά. Βέβαια το Άουσβιτς δεν ήταν το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης που απελευθερώθηκε. Το πρώτο στρατόπεδο ήταν εκείνο του Μαϊντάνεκ, στην ανατολική Πολωνία, που απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό στις 23 Ιούλη του 1944. Ήταν όμως το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης ανθρώπων που έφτιαξαν οι Ναζί εθνικοσοσιαλιστές της Γερμανίας. Έμεινε στην Ιστορία σαν το σύμβολο της κτηνωδίας των Γερμανών φασιστών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

O «Τατουατζής του Άουσβιτς»

Η ιστορία αγάπης στο κολαστήριο των Ναζί

Ριγέ στολή, ξυρισμένα κεφάλια και πράσινα νούμερα. Οι φυλακισμένοι στο Άουσβιτς ήταν απλά ένας αριθμός που γραφόταν στον πήχη του χεριού τους. «Ο φυλακισμένος 32407 πάλευε να κοιτάξει τους συγκρατούμενούς του, καθώς τους τρυπούσε με τη βελόνα για να γράψει τους αριθμούς. Η ντροπή για τον Lale Sokolov ήταν μεγάλη, καθώς έγινε ο τατουατζής του Άουσβιτς και εργαζόταν υπό τον τρομακτικό έλεγχο του “Αγγέλου του Θανάτου”, Γιόζεφ Μένγκελε. Καθώς τρυπούσε τον βραχίονα του τελευταίου με τους αριθμούς 34902, ο Sokolov κοίταξε ψηλά και ένιωσε τα μάτια ενός 18χρονου κοριτσιού.

Το όνομά της ήταν Gisela Fuhrmannova, ή απλά Gita, η οποία του έδωσε ελπίδα μέσα στη φρίκη». Η συγγραφέας Χέθερ Μόρις περιγράφει την ιστορία του Lale Sokolov, ο οποίος πέθανε το 2006, μέσω του βιβλίου «The Tattooist of Auschwitz». Η ιστορία του Lale ξεκινά όταν έφτασε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, το 1942, στα 26 του χρόνια, ως Εβραίος της Σλοβακίας. Αρχικά, στάλθηκε να φτιάχνει νέα συγκροτήματα κοιτώνων, ωστόσο κόλλησε τύφο. Ένας συγκρατούμενός, ο Pepan, τον πήρε υπό την προστασία του και τον έκανε βοηθό του.

Ο Lale ήταν πλέον βοηθός τατουατζή. Όταν ο Pepan εξαφανίστηκε, ο Lale έγινε ο «Τατουατζής του Άουσβιτς», χαράσσοντας αριθμούς στο δέρμα των κρατουμένων. Μέσα στο κολαστήριο, ο Lale γνώρισε την αγάπη στο πρόσωπο της Gita, με την οποία συναντιόντουσαν κρυφά. Αρχικά, η νεαρή κοπέλα δεν έδειχνε καμία τρυφερότητα, καθώς είχε χάσει κάθε ελπίδα για επιβίωση. «Είχε έντονες αμφιβολίες. Δεν έβλεπε κανένα μέλλον», λέει η συγγραφέας. «Εκείνος βαθιά μέσα του πάντα ήξερε πως κάτι θα γίνει και θα ζήσει», προσθέτει.

Ο Lale εκμεταλλεύτηκε τη θέση που είχε στο στρατόπεδο και εξασφάλιζε επιπλέον μερίδες φαγητού για τους συγκρατούμενούς του. Αυτό, ωστόσο, του κόστισε. Όταν τον έπιασαν, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Απειλείτο συνεχώς και μάλιστα από τον ίδιο τον Μένγκελε, ο οποίος ήταν διαβόητος για τα πειράματα που έκανε σε ανθρώπους και τους οδηγούσε στο θάνατο. «Πολλές φορές πήγαινε δίπλα στον Lale σφυρίζοντας και τον τρομοκρατούσε: “Μια μέρα θα σε πάρω”», αναφέρει η Μόρις.

Το 1945, όταν οι Ναζί άρχισαν να μετακινούν φυλακισμένους πριν έρθουν οι Ρώσοι, η Gita έφυγε. Ο Lale την έχασε και σχεδίασε τη δική του απόδραση. Όταν τον μετέφεραν στο Μαουτχάουζεν, δραπέτευσε κολυμπώντας στον Δούναβη μεταξύ γερμανικών και ρωσικών στρατευμάτων. Πουλώντας κοσμήματα που είχε κλέψει από φρουρούς, επέστρεψε στην πατρίδα του. Εκεί βρήκε μόνο την αδελφή του. Ετσι, αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι την Μπρατισλάβα, θέλοντας να βρει την Gita. Περίμενε για εβδομάδες στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, όμως μάταια. Τελικά, θέλησε να συμμετάσχει στην προσπάθεια του Ερυθρού Σταυρού και εντελώς τυχαία βρήκε την αγάπη της ζωής του μπροστά του. Την παντρεύτηκε αμέσως και μετακόμισαν στην Αυστραλία, όπου πέρασαν το υπόλοιπο της ζωής τους. Στη Μελβούρνη δημιούργησαν οικογένεια και επιχείρηση και το 1961 έκαναν έναν γιο, τον Γκάρι. «Αυτός ο άνθρωπος, ο τατουατζής από το πιο άθλιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, κράτησε το μυστικό του με την εσφαλμένη πίστη ότι είχε κάτι να κρύψει», αναφέρει η συγγραφέας. Όταν η Gita πέθανε το 2003, στα 73 της χρόνια, ο Lela αισθάνθηκε έτοιμος να μιλήσει. Και είπε την ιστορία του. «Τον Ιούλιο του 1942 ο Lale, ο φυλακισμένος 32407, παρηγόρησε μια νεαρή κοπέλα την ώρα που της χάραζε τον αριθμό 34908 στο χέρι.

Το όνομά της ήταν Gita, η οποία του χάραξε το τατουάζ της αγάπης στην καρδιά για πάντα».

Πηγή: Mirror Φωτογραφίες: AP & Mirror

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στον «Ημεροδρόμο» στις 27 Ιανουαρίου 2017