ΓΡΑΜΜΕΣ

«Στο Πρώτο Σκαλί»

3ο Διεθνές Φεστιβάλ για Νεαρούς Ποιητές  από το Ιδεόγραμμα

Το Σάββατο, 3 και την Κυριακή 4 Νοεμβρίου, οργανώνεται το 3ο Διεθνές Φεστιβάλ «Στο Πρώτο Σκαλί», με συμμετοχή 22 νεαρών ποιητών με έδρα την Κύπρο αλλά και στην οποία παλαιότεροι Κύπριοι και ξένοι ποιητές θα μιλήσουν για τις πρώτες τους προσωπικές ποιητικές εμπειρίες.

Προγράμμα

Λέσχη Βιβλίου Υφαντουργείο,  Λευκωσία

  • Σάββατο, 3 Νοεμβρίου:

17.00   «Πρώτες Διαδρομές στην Ποίηση»,  Ανοικτή Συζήτηση (ελληνικά)

19.00    «Κύκλος Ποιητών» –  Αναγνώσεις, προβολές

Χρίστος Κυπρή – Εργαστήρι με Πρόσφυγες στη Κοφίνου παρουσίαση αποτελέσματος

  • Kυριακή, 4 Νοεμβρίου

17.00   «Πρώτες Διαδρομές στην Ποίηση»,  Ανοικτή Συζήτηση (αγγλικά)

Απονομή Βραβείων Ποίησης – Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Κύπρου

19.00   «Κύκλος Ποιητών» – Αναγνώσεις, προβολές

Περφόρμανς: Νora Gomringer και Philipp Scholz  

Για περισσότερες πληροφορίες: 22756453, 99577006

 

ΟΛΟ το πρωινό χαζεύοντας

αυτό το σκοτεινό πανί

που όλο φουσκώνει και τεντώνεται

και σκίζεται εδώ κι εκεί

κι αστράφτουν τ’ άσπρα ξέφτια του

και χάνονται.

Κι ύστερα το νησί.

Βουίζει και τρέμει απαλά

χαρταετός μέσα σε μπλε πυκνό

με όλα του τα κρόσια ν’ ανεμίζουν.

Κι όπως αργά αργά μας κλείνει

η νύχτα στις κουρτίνες της

κρατάμε την ανάσα μας να μη μας βρουν

κι ακούμε το μοτέρ της φύσης να δουλεύει.

Μυρσίνη Γκανά

 

Κόλαση μιας Ψυχής

Εκείνες τις δόλιες καταραμένες ψυχές

που αναζητούν τους λειμώνες όπου φυσάει ο άνεμος

Μην τις γυρέψεις σε ηλιόλουστες ακτές ή έρημους δρόμους

Βγήκαν στη γύρα για ψυχρά μέρη

όπου μπορούν να σβήσουν τις φωτιές

που μαίνονται πάνω απ’ τα κεφάλια τους

το βάσανο τού θανάτου διά της πυράς

καταραμένοι να μη δουν ποτέ εκείνον που ρίχνει το φως

Χαμένοι, περιπλανιώνται σ’ αυτό τον κόσμο

Το κρύο δυναμώνει, φωνάζουν

μα το κρύο δεν είναι ποτέ αρκετό

διότι η φωτιά καίει

κι ο ποιητής αισθάνεται μοναξιά στη θέρμη

Μαίρη Ορφανού

Μετάφραση: : Δέσποινα Πυρκεττή

Το ποίημα γράφτηκε στο πλαίσιο διαγωνισμού ποίησης του Τμήματος Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου

 

Τα ανείπωτα

Αγέννητες φωνές σκίζουν με δύναμη τον αέρα στα δυο

Αόρατες κινήσεις αναποδογυρίζουν το τοπίο

Μαχαίρι που δεν σάλεψε, πληγή που αναβλύζει

Βόμβα που δεν έπεσε, θραύσματα παντού

Όλα ένα παράθυρο κλειστό που μπάζει

Νιώθουν το κρύο

Όσοι μπορούν να φανταστούν τη χαραμάδα.

Στέφανος Σταυρίδης

 

Ιερές Σαύρες

Έχεις γνωρίσει τις ιερές σαύρες;

Τις είχες δει να σουλατσάρουν στις αυλές

με πόση αυτοπεποίθηση είρπαν και περιφέρονταν

μέσα σε αχυρώνες, εστίες, σπίτια;

Τις λάτρευαν τις σαύρες – αλιζαύρες και κουρκουτάδες.

Μα πρέπει να πήραν τα μυαλά τους αέρα.

Διότι μια φορά, εκεί που οι άνθρωποι έσπειραν, προσβλέποντας

σε άφθονη σοδειά,

ανασκάλισαν οι σαύρες τα χωράφια

έφαγαν τους σπόρους

κι έτσι τίποτα δεν βλάστησε μετά τις βροχές

Ήρθε η εποχή του θερισμού

Μετά από λιμό, ο ουρανίσκος τού κόσμου αγριεύει

Δοκίμασαν κάθε παράξενο καρπό τής άγριας φύσης

την ώρα που τους θέριζε η πείνα

Ώσπου ανακάλυψαν τη νοστιμιά τής ιερής σαύρας

Εκείνης που άλλοτε σουλατσάριζε στις αυλές

Το κρέας τους παραμένει λιχουδιά

γι’ αυτό κι έχουν χαθεί από το βλέμμα σου.

Ikenna Okeh

Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή

 

Eπιστρέφω.

Γιατί αν μείνω

ο καθρέφτης καταδικάζει

Επιστρέφω στο νησί

γιατί το νησί

πάλλεται στον ίδιο ρυθμό με τη θάλασσα

Επειδή το νησί είναι κεραμίδι

διαιρεμένο και αιμορραγεί στο παρελθόν

μα το κεραμίδι έχει τώρα

δέντρα με πλεκτές κάλτσες

και πολύχρωμες ομπρέλες

Το νησί είναι σαν κάθε νησί

Είναι το ηλιοβασίλεμα του τελευταίου φιλιού

και η κυανή αλμύρα που χαϊδεύει τον βράχο

Είναι πικρός καφές

κάτω από το βλέμμα μιας γάτας

που σέρνεται μέσα από τα ερείπια του

χωρίς διαβατήριο

Το νησί έχει το χρώμα του λεμονιού

οι δρόμοι του είναι κιτρικοί

και εκρήγνυνται στη μύτη μου

μανταρίνια και ρόδια

Γυρίζει με την ταχύτητα

Όλων των νησιών του κόσμου

σιγά σιγά

και σιγά σιγά

Επιστρέφω στο νησί

γιατί ανάμεσα στις ρωγμές του

άφησα το σπίτι μου.

Deina Fortes

 

Πολλές φορές

Μια φορά ο γεωργός χόρεψε τόσο ξέφρενα στη λάσπη που τρόμαξε το μοσχάρι

Μια φορά πήρα καστορέλαιο κι έχασα το παιδί

Μια φορά έτρεξε πίσω από έναν που δεν την ήθελε καθόλου

Μια φορά θέλησα να ρίξω το μήλο απ’ τη μηλιά κι έπεσαν δέκα στο κεφάλι μου

Μια φορά ήρθε ένας στρατιώτης κι όταν πήγα να του σφίξω το χέρι, είδα πως δεν είχε

Μια φορά ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι της όταν έπρεπε να χορέψει τον Παλιό Στρατιώτη

με έναν στρατιώτη

Μια φορά κατούρησε όρθια για να ζεστάνει τα πόδια της στον παγωμένο λειμώνα

Μια φορά ήταν ένα τραπέζι με γλυκίσματα κι όλο το σπίτι μύρισε αναμνήσεις

επειδή δεν θα έψηνε άλλο

Μια φορά με φώναξε με το όνομα της αδελφής μου

Μια φορά ο γεωργός ήταν τόσο κουρασμένος, που αποκοιμήθηκε πάνω

στην αδελφή μου στο βουστάσιο

Μια φορά είπα στη δασκάλα τι είχε συμβεί σπίτι, στο αγρόκτημα

Μια φορά μάς έκανε επίσκεψη

Μια φορά και ποτέ ξανά

Μια φορά τίναξα τα παπλώματα και στροβιλίστηκαν τα φτερά στον αέρα

όπως στο παραμύθι

Μια φορά είπε εκείνη ότι ήθελε να επισκεφτεί τον αδελφό μας στην πόλη

κι ο γεωργός είπε ίσως

Μια δεύτερη φορά τής είπε ίσως

Μια δεύτερη φορά του το ζήτησε

Μια φορά ζωγράφισα έναν μεγάλο σκύλο και μουντζούρωσα το περίγραμμα

επειδή είναι σημαντικό να παραμένεις απρόβλεπτος

Μια φορά ήρθε ένα γράμμα για την αδελφή μου και ο γεωργός το διάβασε δυνατά

στην κάμαρά της, ο γεωργός διάβαζε πολύ αργά

Μια φορά κράτησα ένα χέρι στο σκοτάδι, ήταν ζεστό και απαλό

Μια φορά ήταν εδώ η μάνα μας κι ήπιε ουίσκι με τον γεωργό

Μια φορά άγγιξαν τα χέρια τους, λίγο μετά πήρε την τσάντα της

κι έφυγε δίχως να με περιμένει

Μια φορά ήρθα σπίτι κι ήταν άδειο, ποτέ μου δεν υπήρξα πιο ευτυχισμένη

Μια φορά ένα σκυλί έπεσε στον βόθρο

Μια φορά αναγκάστηκε να έρθει ο κυνηγός, ήπιε κι εκείνος ουίσκι

Μια φορά η αδελφή μου είπε πως μπορούσε να τρέξει σαν τον άνεμο

Μια φορά άνοιξε από μόνο του το παράθυρο προτού ξυπνήσουμε, κι έκανε ρεύμα

Μια φορά στάθηκα με το νυχτικό, ήταν πολύ νωρίς, κι έμεινα να κοιτάω

την αδελφή μου, όπως έτρεχε σαν τον άνεμο

Μια φορά έβαλα γάλα, ψωμί, ουίσκι στο τραπέζι

Μια φορά εκείνος μ’ άγγιξε, είπε λόγια που δεν κατάλαβα, μου έδειξε μυστικά

Κι έτσι ξαφνικά ήμουν και παρέμεινα η αδελφή μου, αντικατέστησα ξανά και ξανά

το ένα πλάσμα με τ’ άλλο

Άλλη μια φορά είδα την πυγολαμπίδα στο ποτήρι, ξανάγινα η αδελφή μου

Ύστερα μια φορά ο αδελφός μου: ο άνεμος

Nora Gomringer

Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή

Μας έχεις Like στο Facebook ;