Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Ο Γκιουρκέντς Κορκμάζελ είναι από τους σημαντικότερους Κύπριους ποιητές. Γράφει στα Τούρκικα, αλλά θεωρεί την ελληνική γλώσσα «ως μια από τις γλώσσες του» αφού όπως μας είπε «μόνο τα Τουρκικά δεν είναι αρκετά για να προσδιορίσουν την κυπριακή μου ταυτότητα». Μιλήσαμε μαζί του και με αφορμή την παρουσίαση της έκδοσης της ανθολογίας ποιημάτων του με τίτλο «Η τελευταία ημέρα του Αρθούρου Ρεμπώ στο νησί», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα· ένα σημαντικό γεγονός αφού πιστεύει ότι «χρειαζόμαστε περισσότερες μεταφράσεις στην Κύπρο για να μπορέσουμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο και να ρίξουμε λίγο φως στις σκοτεινές πλευρές μας».

Η ποίησή του εκτός από πολιτική είναι και ερωτική μιας και «η αγάπη είναι το θεμέλιο της ποίησης», «όχι μόνο η αγάπη για τις γυναίκες ή τους άντρες, αλλά η αγάπη για τα ζώα, τα δέντρα, τα φυτά, τα ποτάμια, τις πέτρες…» Θεωρεί πως έχουν μεγάλη ευθύνη οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς στην Κύπρο αφού «να γράφουμε και απλώς να δημιουργούμε μέσα στα άνετα μας δωμάτια δεν είναι αρκετό για την ενοποίηση της Κύπρου».

ΓΚΙΟΥΡΚΕΝΤΣ ΚΟΡΚΜΑΖΕΛ

  • Είμαι Κύπριος πρώτα από όλα και η αγάπη είναι που με έκανε ποιητή

Τι ποιήματα περιλαμβάνει η ανθολογία που κυκλοφόρησε στην Αθήνα;

Η αλήθεια δεν ξέρω. Δεν ζω στην Αθήνα και αυτοί που ζουν εκεί δεν μου είπαν ακόμα ποια ποιήματα έχουν συμπεριληφθεί. Για να είμαι ειλικρινής νοιάζομαι περισσότερο να γνωρίζω ποια ποιήματά μου αρέσουν εδώ στην Κύπρο, κάτι που μέχρι τώρα γνωρίζω καλά.

Πόσο σημαντικό είναι για σας η μετάφραση των ποιημάτων σας στα Ελληνικά και η έκδοση αυτών των ποιημάτων;

Είναι κάτι πολύ σημαντικό. Ο μεταφραστής είναι αυτός που προσπαθεί να γκρεμίσει τα τείχη (τις προκαταλήψεις) ανάμεσα στο «εγώ» και στο «ο άλλος» και η μετάφραση κατά συνέπεια είναι μια προσπάθεια να κτιστεί μια γέφυρα. Έχουμε ήδη κάποιες μεταφράσεις, αλλά δεν είναι αρκετές, χρειαζόμαστε περισσότερες μεταφράσεις στην Κύπρο για να μπορέσουμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο και να ρίξουμε λίγο φως στις σκοτεινές πλευρές μας. Θέλω να πω ότι θεωρώ πως η ελληνική γλώσσα είναι μια από τις γλώσσες μου. Πιο σημαντική ακόμα και από τα Αγγλικά. Βλέπεις είμαι τουρκόφωνος Κύπριος, αλλά μόνο τα Τουρκικά δεν είναι αρκετά για να προσδιορίσουν την κυπριακή μου ταυτότητα.

Η Κύπρος και η ιστορία της φαίνεται να έχουν μεγάλη σημασία στο έργο σας. Συχνά μάλιστα γράφετε με έντονη ενσυναίσθηση απέναντι στους Ελληνοκύπριους, έτσι είναι;

Είναι πολύ σημαντική για μένα η ιστορία. Ακόμα και αν είναι τόσο ματωμένη πρέπει να τη γνωρίζουμε, για να μπορούμε να γνωρίσουμε τη χώρα μας, εμάς τους ιδίους αλλά και για να κατανοούμε τις σχέσεις στον κόσμο γύρω μας. Η ιστορία πλουτίζει την καθημερινότητά μας, προσθέτει μια διαφορετική διάσταση σε αυτήν. Από την ιστορία μαθαίνουμετα λάθη της ανθρωπότητας.

Σίγουρα πρέπει να προσεγγίζουμε ο ένας τον άλλο με ενσυναίσθηση. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να λύσουμε το «πρόβλημα». Ή κάτι καλύτερο: χρειάζεται να ανακατευτούμε μεταξύ μας περισσότερο, με ρούχα ή χωρίς! Αν δεν καταφέρουμε να είμαστε αρκετά έξυπνοι και σοφοί για να το λύσουμε εμείς με αυτό τον τρόπο, τότε θα το λύσει ο χρόνος με καταστροφικές συνέπειες.

Χρειαζόμαστε περισσότερες μεταφράσεις στην Κύπρο για να μπορέσουμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο και να ρίξουμε λίγο φως στις σκοτεινές πλευρές μας

Είστε και εσείς πρόσφυγας. Τι θυμάστε από το χωριό σας στην Πάφο; Το έχετε επισκεφτεί;

Όταν μετά από 29 χρόνια επισκέφτηκα το χωριό μου, τον Σταυρόκοννο, δεν μπορούσα καν να αναγνωρίσω το σπίτι που γεννήθηκα, παρ’ όλο που πριν πάω ήμουν σίγουρος πως θα το θυμόμουν. Ήμουν 5 χρόνων όταν άφησα το χωριό. Θυμάμαι μόνο κάποια περιστατικά, τίπο
τε άλλο. Από το 2002 λοιπόν που ήταν η πρώτη φορά που πήγα στο χωριό μου (είχα περάσει παράνομα τότε) το έχω επισκεφτεί αρκετές φορές, προσπαθώ να πηγαίνω τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Επειδή ο αδελφός μου Ergenç ζει από το 2003 στην Πάφο, συχνά αντί το χωριό μου, επισκεπτόμαστε την Πάφο.

Πόσο βάρος είναι για τους Κύπριους λογοτέχνες η ιστορία του τόπου, πόσο τους εμπνέει και πόσο τους περιορίζει;

Είναι πράγματι ένα φορτίο, αλλά ταυτόχρονα και ένα ορυχείο. Ως αναγνώστης απολαμβάνω να μελετώ την ιστορία και περισσότερο από τη σύγχρονη μού αρέσει η αρχαία ιστορία, όχι μόνο της Κύπρου αλλά και των Αζτέκων , των Μάγια, των Αιγύπτιων , των Σουμέριων , των Βαβυλώνιων και άλλων. Ως ποιητής από την άλλη παίρνω πολλές ιδέες και εικόνες από την ιστορία.

Η ποίησή σας είναι επίσης ερωτική, τολμηρή σύμφωνα με κάποιους που φαίνεται να ενοχλούνται από την ειλικρίνεια με την οποία αγγίζετε το θέμα αυτό. Ποια θέση έχει ο έρωτας στη ζωή και στο έργο σας;

Η αγάπη είναι το θεμέλιο της ποίησης. Και όταν υπάρχει αγάπη για μια γυναίκα (ή έναν άντρα) υπάρχει επίσης ερωτισμός. Δεν μπορεί να τα χωρίσεις αυτά τα δύο. Αν και ερωτισμός υπάρχει και χωρίς αγάπη, υπάρχει στην καθημερινότητά μας και σχεδόν σε ό,τι κάνουμε. Αφελώς πιστεύω ακόμη ότι είναι η αγάπη μου που με έκανε ποιητή. Όχι μόνο η αγάπη για τις γυναίκες ή τους άντρες, αλλά η αγάπη για τα ζώα, τα δέντρα, τα φυτά, τα ποτάμια, τις πέτρες και άλλα.

Διάβασα κάπου πως ο Ντενκτάς σάς αποκάλεσε (ειρωνικά) «ερωτικό ποιητή», ενώ εσείς σε μια συνέντευξή σας δηλώσατε «αναρχικός ποιητής». Συνεχίζετε να προσδιορίζεστε έτσι; Πώς το εννοείτε;

Είχαμε βρεθεί μετά που είχα εκδώσει το δεύτερό μου βιβλίο ποίησης “Ye…/Eat…” (1992) το οποίο είναι το πιο ερωτικό από όλα τα βιβλία μου. Δεν νομίζω να το διάβασε, αλλά σίγουρα κάποιος θα του μίλησε για αυτό.

Γράφω και ερωτικά ποιήματα. Λατρεύω την ερωτική τέχνη. Γράφοντας ερωτικά ποιήματα αφήνω το μυαλό μου ελεύθερο. Στη λογοτεχνία μας πολλοί γράφουν ποιήματα για την αγάπη, όμως δεν γράφουν τόσο πολύ ερωτικά ποιήματα (δεν καταλαβαίνω το λόγο), δεν υπάρχει αρκετή έκσταση, γιατί αυτό αλήθεια; Δεν έχουμε μια ανθολογία ερωτικών ποιημάτων. Ένα από τα όνειρά μου είναι κάποτε να ετοιμάσουμε με έναν Ελληνοκύπριο ποιητή μια κοινή ανθολογία ερωτικής ποίησης.

Δεν γυρίζω εδώ και εκεί και να λέω ότι είμαι ένας ερωτικός ποιητής αν και εύκολα λέω ότι είμαι αναρχικός διότι πιστεύω στη φιλοσοφία του αναρχισμού, πιο πολύ από τη φιλοσοφία του Μπακούνιν προτιμώ τη θεωρία του Κροπότκιν. Δεν πιστεύω στη βία και θεωρώ ότι μπορούμε να βρούμε τον τρόπο να είμαστε πιο ελεύθεροι χωρίς να είμαστε βίαιοι. Για μένα κάθε καλός ποιητής είναι κατά κάποιον τρόπο αναρχικός, όπως κάθε καλό ποίημα έχει στοιχεία αναρχισμού.

Παρ’ όλο που κάποιοι από μας είναι έτοιμοι, δεν έχουμε ακόμα «κυπριακή λογοτεχνία», όμως κάποια μέρα θα έχουμε. Απλά δεν είμαστε ακόμα αρκετά ώριμοι για αυτό

Το θέμα της ταυτότητας είναι ένα θέμα έντονο στον τόπο μας. Εσείς πώς προσδιορίζεστε; Τούρκος, Τούρκος της Κύπρου, Κύπριος;

Είμαι Κύπριος πρώτα από όλα. Ένας Κύπριος που μιλά και γράφει Τουρκικά. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα για να καταλάβεις καλύτερα: όταν είμαι στην Τουρκία, μόλις μιλήσω καταλαβαίνουν αμέσως πως δεν είμαι Τούρκος. Για αυτούς είμαι “yabancı” (ξένος), “gavur” (άπιστος), ή “piç” (μπάσταρδος). Πραγματικά υπάρχουν μεγάλες πολιτιστικές διαφορές ανάμεσα στους Τουρκοκυπρίους και στους Τούρκους από Τουρκιά, όπως και διαφορετική νοοτροπία.

Νιώθετε να υπάρχει κοινή κυπριακή λογοτεχνία ή έχουμε απλώς Έλληνες και Τούρκους της Κύπρου που γράφουν λογοτεχνία;

Καλή ερώτηση. Κάθε φορά που δίνω μια συνέντευξη σε δημοσιογράφους από την Ευρώπη, παρατηρώ ότι αναφέρονται στη λογοτεχνία του νησιού ως «κυπριακή λογοτεχνία». Τους λέω πάντα ότι παρ’ όλο που κάποιοι από μας είναι έτοιμοι για αυτό, δεν έχουμε ακόμα «κυπριακή λογοτεχνία», όμως κάποια μέρα θα έχουμε. Απλά δεν είμαστε ακόμα αρκετά ώριμοι για αυτό.

Υπάρχουν μεταφρασμένοι στα Τούρκικα Ελληνοκύπριοι συγγραφείς; Γνωρίζετε αν διδάσκονται στα σχολεία Έλληνες ή Ελληνοκύπριοι συγγραφείς;

Από όσο ξέρω έχουν μεταφραστεί έργα του Χρίστου Χατζήπαπα, της Νίκης Μαραγκού, του
Μελέτη Αποστολίδη και του Γιώργου Μολέσκη. Να σημειώσω ότι τα διηγήματα του Χρίστου Χατζήπαπα έχουν εξαντληθεί και πρέπει να τυπώσουμε και άλλα. Επίσης έχουν μεταφραστεί έργα νέων ποιητών και συγγραφέων που κέρδισαν στο διαγωνισμό της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου: Μαρία Σιακαλλή, Σωτήρια Κ. Βασιλείου, Ανδρέας Τιμοθέου, Κωνσταντίνος Μακρή και Μαρία Τσαγγάρη.

Δεν είναι αρκετά. Χρειαζόμαστε και άλλες μεταφράσεις για να μπορούμε, όπως είπα και πριν, να κατανοούμε ο ένας την ψυχή του άλλου και εργαζόμαστε πάνω σε αυτό. Επίσης να αναφέρω ότι είχα ετοιμάσει μια ανθολογία της κυπριακής ελληνικής ποίησης που τυπώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 2010. Δεν νομίζω να διδάσκεται ή να διδάχθηκε μέχρι τώρα στα σχολεία μας κάποιος Έλληνας η Κύπριος Έλληνας συγγραφέας. Μια μέρα θα γίνει αυτό, αλλά όχι ακόμα, πρέπει να αλλάξουν οι συνθήκες.

Είστε αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, ποιες είναι οι δράσεις της Ένωσης για την ενδυνάμωση των σχέσεων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και την επανένωση της Κύπρου; Τι απαιτείτε από την Πολιτεία για το θέμα αυτό;

Η αλήθεια δεν επεδίωκα να γίνω αντιπρόεδρος, αλλά είχαμε έκτακτη συνέλευση μετά την παραίτηση του μέχρι τότε προέδρου, της αντιπροέδρου και μελών και ανάλαβα αντιπρόεδρος. Είμαι μέλος των Ενώσεων Λογοτεχνών και στις δύο πλευρές διότι θέλω να ανοίξουν οι «πόρτες» για να έχουμε καλύτερη επικοινωνία και σχέσεις, να διοργανώνουμε κοινές εκδηλώσεις, να γίνονται μεταφράσεις, να κάνουμε τη διαφορά. Όσον αφορά το δεύτερό σου ερώτημα, έχω γενικά θέμα με τις «Πολιτείες» και την εξουσία, έτσι πιστεύω δεν είμαι ο καταλληλότερος άνθρωπος να το απαντήσω.

Ποιος μπορεί γενικότερα να είναι ο ρόλος των λογοτεχνών (και καλλιτεχνών) στην προσπάθεια επανένωσης της Κύπρου;

Οι ποιητές, οι συγγραφείς, οι καλλιτέχνεςθεωρείται πως είναι όλοι πνευματικοί άνθρωποι και προοδευτικοί, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι. Στην πραγματικότητα το κύριο πρόβλημα της Κύπρου είναι ότι έχουμε αρκετούς στενόμυαλους και κάποιοι από αυτούς είναι καλλιτέχνες και πολιτικοί. Έχουμε μεγάλη ευθύνη οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς. Να γράφουμε και απλώς να δημιουργούμε μέσα στα άνετα μας δωμάτια δεν είναι αρκετό για την ενοποίηση της Κύπρου. Πρέπει να βγούμε στους δρόμους, να πάμε στα σχολεία, ακόμα και στα καφενεία των χωρίων και όπου αλλού χρειάζεται να διαβάσουμε τα «σωστά» ποιήματα, να μιλήσουμε στους ανθρώπους.