Με 480 ψήφους υπέρ το ΕΚ υιοθέτησε την έκθεση για αναστολή της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας

epa09211790 A general view of the European Parliament during a plenary session debating the 'European Union Agency for Fundamental Rights: interim report', in Brussels, Belgium, 19 May 2021. EPA/OLIVIER HOSLET
Έλα στο Google News

Με 480 ψήφους υπέρ, 64 κατά και 150 αποχές, επί συνόλου 694 ψηφισάντων το ΕΚ υιοθέτησε την έκθεση για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας.

Στην έκθεση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, “σημειώνει με σοβαρή ανησυχία ότι τα τελευταία χρόνια, παρόλο που η Τουρκία είναι υποψήφια χώρα, η κυβέρνησή της έχει επιδιώξει μια συνεχή και αυξανόμενη απόσταση από τις αξίες και τα πρότυπα της ΕΕ”.

Η έκθεση καλεί την Κομισιόν να συστήσει στο Συμβούλιο, “σύμφωνα με το διαπραγματευτικό πλαίσιο από τον Οκτώβριο του 2005, την επίσημη αναστολή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, προκειμένου και οι δύο πλευρές να επανεξετάσουν με ρεαλιστικό τρόπο και μέσω ενός διαρθρωμένου και περιεκτικού διαλόγου υψηλού επιπέδου, την καταλληλότητα του ισχύοντος πλαισίου και την ικανότητά του να λειτουργεί ή, εάν είναι απαραίτητο, να διερευνήσουν πιθανά νέα μοντέλα για μελλοντική σχέση”.

Το ΕΚ σημειώνει ότι “οι μονομερείς ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και οι ισχυρές και ενίοτε προκλητικές δηλώσεις κατά της ΕΕ και των κρατών μελών της έχουν φέρει τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας σε ιστορικό χαμηλό σημείο, έχοντας επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό, που απαιτεί και από τα δύο μέρη να επανεξετάσουν σε βάθος την τρέχουσα κατάσταση αυτών των σχέσεων και του πλαισίου τους, προκειμένου να αποκατασταθεί ο διάλογος σε ένα πλαίσιο αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας και να επιλυθούν αποτελεσματικά οι βασικές αιτίες των τρεχουσών συγκρούσεων”.

Το ΕΚ ανησυχεί βαθιά για το ότι, με την πάροδο των ετών, η έλλειψη προόδου στη σύγκλιση της Τουρκίας έχει μετατραπεί σε πλήρη υπαναχώρηση, που χαρακτηρίζεται από μια έντονη οπισθοδρόμηση σε τρεις κύριους τομείς:
(i) οπισθοδρόμηση σε σχέση με το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα,
(ii) υιοθέτηση οπισθοδρομικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων και
(iii) μια αντιφατική και εχθρική εξωτερική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της ΕΕ και των κρατών μελών της, ιδίως της Ελλάδας και της Κύπρου.

Όσον αφορά την Κύπρο, η έκθεση σημειώνει ότι το ΕΚ “ανησυχεί βαθιά για την άνευ προηγουμένου παράνομη συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, που διεξάγεται από υποψήφια χώρα της ΕΕ εναντίον κρατών μελών της ΕΕ και από τους σχετικούς κινδύνους ασφάλειας και σταθερότητας”

Καταδικάζει απερίφραστα τις παράνομες δραστηριότητες της Τουρκίας στα ελληνικά και κυπριακά ύδατα, καθώς και τις παραβιάσεις του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου, συμπεριλαμβανομένων των υπερπτήσεων σε κατοικημένες περιοχές και χωρικά ύδατα, που παραβιάζουν τόσο την κυριαρχία όσο και τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους μέλους της ΕΕ και το διεθνές δίκαιο”.

Το ΕΚ “εκφράζει την πλήρη αλληλεγγύη του προς την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία· επιβεβαιώνει το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να συνάπτει διμερείς συμφωνίες για την αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) και να διερευνά και να εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους της σε πλήρη συμμόρφωση με το σχετικό διεθνές δίκαιο”.

Εκφράζει επίσης τη “σοβαρή ανησυχία του για τις παράνομες τουρκικές αλιευτικές δραστηριότητες στα ελληνικά χωρικά ύδατα στο Αιγαίο Πέλαγος και τις άναρχες και ανεπίσημες αλιευτικές δραστηριότητες των τουρκικών αλιευτικών στόλων σε διεθνή ύδατα στο Αιγαίο Πέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο”.

Καλεί την Τουρκία και όλους τους εμπλεκόμενους να εμπλακούν σε “ειλικρινή ειρηνική επίλυση διαφορών και να αποφύγουν μονομερείς και παράνομες ενέργειες ή απειλές· τονίζει ότι μια βιώσιμη επίλυση συγκρούσεων μπορεί να βρεθεί μόνο μέσω διαλόγου, διπλωματίας και διαπραγματεύσεων με πνεύμα καλή θέληση και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο· καλεί όλες τις πλευρές σε μια πραγματική συλλογική δέσμευση για να διαπραγματευτούν την οριοθέτηση των ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας με καλή πίστη, σεβόμενοι πλήρως το διεθνές δίκαιο και την αρχή των καλών σχέσεων μεταξύ γειτόνων”.

Σημειώνει επίσης με λύπη ότι το casus belli που κηρύχθηκε εναντίον της Ελλάδας το 1995 δεν έχει αποσυρθεί ακόμη, αλλά χαιρετίζει τον “νέο γύρο διερευνητικών συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, μετά από ένα πενταετές κενό που επιδιώκει να αντιμετωπίσει, μεταξύ άλλων, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο”.

Επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την τουρκική κυβέρνηση “να υπογράψει και να επικυρώσει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία αποτελεί μέρος του κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης”.

“Χαιρετίζει και υποστηρίζει πλήρως την πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για μια πολυμερή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο, προκειμένου να παρέχει μια πλατφόρμα για την επίλυση των διαφορών μέσω διαλόγου και καλεί τον Ύπατο Εκπρόσωπο να το ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό”, ενώ “επαναλαμβάνει ότι καλεί το Συμβούλιο να είναι έτοιμο να καταρτίσει έναν κατάλογο περαιτέρω περιοριστικών τομεακών και στοχοθετημένων κυρώσεων ελλείψει σημαντικής προόδου ή ανανεωμένων προοπτικών για τη συνεργασία με την Τουρκία”.

Επιπλέον, το Κοινοβούλιο στην παράγραφο 67, “καταδικάζει έντονα το μερικό παράνομο άνοιγμα των Βαρωσίων στην πόλη της Αμμοχώστου, η οποία υπονομεύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη και, επομένως, την προοπτική επανάληψης των άμεσων συνομιλιών σχετικά με τη συνολική επίλυση του Κυπριακού, αλλάζοντας την κατάσταση” στο έδαφος για το χειρότερο, επιδεινώνει τη διαίρεση και ενσωματώνει τη μόνιμη κατάτμηση της Κύπρου”.

Η έκθεση “προειδοποιεί για οποιαδήποτε αλλαγή του status quo στο Βαρώσι κατά παράβαση των ψηφισμάτων του ΣΑΗΕ” και καλεί την Τουρκία “να αντιστρέψει αυτήν την ενέργεια και να αποφύγει οποιαδήποτε άλλη μονομερή δράση που θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω εντάσεις στο νησί, σύμφωνα με την πρόσφατη έκκληση του ΣΑΗΕ”.

Καλεί την Τουρκία “να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κύπρο, να μεταφέρει το Βαρώσι στους νόμιμους κατοίκους του υπό την προσωρινή διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών σύμφωνα με το ψήφισμα 550 (1984) του ΣΑΗΕ και να αποφύγει ενέργειες που μεταβάλλουν τη δημογραφική ισορροπία στο νησί μέσω μιας πολιτικής παράνομων οικισμών”.

Επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Τουρκία “να δεσμευτεί και να συμβάλει σε μια συνολική διευθέτηση σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του ΣΑΗΕ, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης περιουσίας και της διατήρησης θρησκευτικών χώρων”.

Το Κοινοβούλιο “εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι ανώτατες τουρκικές αρχές ενέκριναν τη λύση των δύο κρατών για πολιτικούς και εθνικιστικούς σκοπούς και προτρέπει την κυβέρνηση της Τουρκίας να δεσμευτεί συγκεκριμένα στην έκκληση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για ανανεωμένες διαπραγματεύσεις”.

Επιπλέον, “καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να ξεκινήσουν εκ νέου διαπραγματεύσεις για επανένωση της Κύπρου υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών το συντομότερο δυνατό, από το σημείο όπου είχαν μείνει και στηρίζοντας τις συμφωνίες που έχουν ήδη επιτευχθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας Crans-Montana του 2017”.

Καλεί και την ΕΕΚ και τα κράτη μέλη της “να διαδραματίσουν έναν πιο ενεργό ρόλο για την επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων” και επαναλαμβάνει “την υποστήριξή του για μια δίκαιη, περιεκτική και βιώσιμη διευθέτηση βάσει μιας δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με μία διεθνή νομική προσωπικότητα, ενιαία κυριαρχία  μια ιθαγένεια και με πολιτική ισότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων, όπως ορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΣΑΗΕ, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και το κεκτημένο της ΕΕ και βάσει του σεβασμού των αρχών στις οποίες βασίζεται η Ένωση”.

Το Κοινοβούλιο είναι πεπεισμένο ότι “μια βιώσιμη επίλυση συγκρούσεων μπορεί να βρεθεί μόνο μέσω διαλόγου, διπλωματίας και διαπραγματεύσεων με πνεύμα καλής θέλησης και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο· πιστεύει ακράδαντα ότι η βιώσιμη επίλυση του κυπριακού προβλήματος θα ωφελήσει κάθε χώρα στην περιοχή· τονίζει την ανάγκη εφαρμογής του κεκτημένου της ΕΕ σε ολόκληρο το νησί μετά την επίλυση του Κυπριακού και τη σημασία της συνεργασίας με τις δημοκρατικές δυνάμεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας”.

Επιπλέον, επαινεί “το σημαντικό έργο της δικοινοτικής επιτροπής αγνοουμένων, η οποία ασχολείται τόσο με τους Τουρκοκυπρίους όσο και με τους Ελληνοκυπρίους αγνοούμενους, και επαναλαμβάνει την εκτίμησή του για το γεγονός ότι έχει παρασχεθεί βελτιωμένη πρόσβαση σε σχετικούς τόπους, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών περιοχών, εδώ και μερικά χρόνια, και καλεί την Τουρκία να βοηθήσει την Επιτροπή Αγνοουμένων, παρέχοντας πληροφορίες από τα στρατιωτικά της αρχεία”.

Εκφράζει επίσης τη λύπη του για “τη συνεχιζόμενη άρνηση της Τουρκίας να συμμορφωθεί με τη νομοθεσία αεροπλοΐας και να δημιουργήσει ένα κανάλι επικοινωνίας μεταξύ κέντρων ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας στην Τουρκία και της Κυπριακής Δημοκρατίας, η απουσία του οποίου συνεπάγεται πραγματικούς κινδύνους και κινδύνους για την ασφάλεια, όπως προσδιορίζονται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας και τη Διεθνή Ομοσπονδία Πιλότων Αεροπορικών Γραμμών”.

Το ΕΚ πιστεύει ότι “αυτός θα μπορούσε να είναι ένας τομέας στον οποίο η Τουρκία θα μπορούσε να αποδείξει τη δέσμευσή της για μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και καλεί την Τουρκία να συνεργαστεί, εφαρμόζοντας πλήρως την ευρωπαϊκή αεροπορική νομοθεσία”.

Υπενθυμίζει τη θέση του, όπως εκφράζεται προηγούμενα ψηφίσματα, σχετικά με την εισαγωγή πρωτοβουλίας στο Συμβούλιο για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ “να σταματήσουν την αδειοδότηση των εξαγωγών όπλων στην Τουρκία σύμφωνα με την κοινή θέση 2008/944 / ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου”.

Η ίδια έκθεση, μεταξύ άλλων ζητά από την Τουρκία να ανακαλέσει την απόσυρσή της από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, παροτρύνει τη χώρα να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων και καλεί σε συνάντηση ηγετών ΕΕ-Τουρκίας μετά από μια πραγματική διαδικασία αποκλιμάκωσης, προκειμένου να επανεξεταστεί το τρέχον πλαίσιο σχέσεων ή διερεύνηση νέων, πιο αποτελεσματικών μοντέλων για τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.