Γράμμες/Ορίζοντας

Μπουζ

Το βασικό είναι τί να βάλεις στην τσάντα. Το κινητό με τον φορτιστή, κάτι λεφτουδάκια ότι είχε ο καθένας και παπούτσια. Και ρούχα θα ‘τανε καλά αλλά τρέχα γύρευε τώρα που θα καταλήγαμε και τί θα χρειαζόμασταν. Εγώ το σκέφτηκα λίγο πως αν πηγαίναμε τελικά Βερολίνο που ήταν η θεία του Σαλίχ θα το θέλαμε ένα σακάκι. Εκεί πέρα λένε κάνει διαβολεμένο κρύο. Τρελάθηκες ρε, μου είπε ο Σαλίχ. Το σακάκι σε μάρανε τώρα. Κανένα σωσίβιο κάτσε να βρούμε. Αμάν Ρε Σαλίχ. Το πρόβλημα του είναι που δεν ξέρει καλό κολύμπι, όχι πως δεν καταλαβαίνει το πρόβλημα του τι να βάλουμε στην τσάντα. Και που κρυώνει. Λένε αν πέσεις στο νερό από το φουσκωτό η θάλασσα είναι μπούζι σε σκοτώνει το κρύο πολύ πριν πνιγείς. Αλλά αν ξέρεις να κολυμπάς καλά τα καταφέρνεις, τόσες ιστορίες ακούσαμε. Ο ξάδελφος Μεχμέτ με την γυναίκα του τη Ντίμα, η θεία Μαριάμ και ο αδελφός του παππού ο Χασάν, όλοι αυτοί τα κατάφεραν μας έλεγε ο παππούς επειδή ήξεραν καλό κολύμπι και έμαθαν να κολυμπάνε στο κρύο. Τους είχε κάνει προπόνηση ο παππούς όπως είχε κάνει και με μένα στην Μπουζ στα βουνά. Μπουζ είναι τούρκικα και σημαίνει πάγος, πάγος κανονικός, είναι στα σύνορα με την Τουρκία η λίμνη μας η Μπουζ, εμείς είμαστε και λίγο Τούρκοι έλεγε ο παππούς, αυτό να τους πεις αν πέσετε σε Τουρκική περίπολο. Μουσουλμάν μπεν, Τουρκλερ σεβίγορουμ, είσαι μουσουλμάνος και αγαπάς τους Τούρκους, έτσι να πεις.

Τελικά τα τούρκικα του παππού δεν χρειάστηκαν, αυτό που μας βγήκε σε καλό ήταν η προπόνηση στον πάγο. Είχανε δίκαιο τελικά εκείνοι που τα λέγανε, σε σκοτώνει πολύ πιο γρήγορα σαν πέσεις στο νερό το κρύο, πεθαίνεις από το κρύο πριν προλάβεις να πνιγείς. Τέτοιο κρύο να πιρουνιάσει τα κόκκαλα, μανούλα μου φώναζε ο Σαλίχ μόλις αναποδογυρίστηκε η βάρκα, παππού σκέφτηκα εγώ, σώσε μας παππού, σώσε με, αλλά πού, ο παππούς, είχε μείνει στην λίμνη Μπουζ. Ευτυχώς είχαμε προλάβει να βάλουμε σωσίβια, είχε δίκαιο ο Σαλίχ, μας έσωσαν τα σωσίβια και που ήξερα εγώ να κολυμπώ στον πάγο. Είχαμε πάρει τα τελευταία, τα αρπάξαμε σχεδόν από τα χέρια μια γιαγιάς που μπήκε στο καράβι με την εγγονή της. Το κορίτσι στην ηλικία μας πάνω κάτω 14-15 μπορεί και 17. Ο Αμπντούλ ο καπετάνιος ζήτησε 70 ευρώ το κομμάτι. Ούτε σεντ παρακάτω, γαύγιζε ο Αμπντούλ, καλό κουμάσι ο καπετάνιος, χίλια ευρώ το κεφάλι μια θέση στο καράβι, αλλά στην τιμή δεν συμπεριλαμβάνει σωσίβιο. Άνοιξε την τσάντα και δώσε, μου είπε ο Σαλίχ και μου έσφιξε το χέρι, μην τολμήσεις μου σφύριξε, μην τολμήσεις. Είχε καταλάβει πως σκεφτόμουν να δώσω το γιλέκο στο κορίτσι. Το γιλέκο τελικά μας έσωσε, το κόκκινο σωσίβιο. Που να κρατήσει το σαπιοκάραβο, ψαράδικο ήταν και το κάνανε τουριστικό, να παίρνει στην Ευρώπη τουρίστες. Με τους πρώτες δυνατούς ανέμους, μόλις μπήκαμε ανοιχτά μπατάρισε, ήμασταν και τόσα άτομα στη βάρκα. Πέσαμε στο νερό λες και πέφταμε στα χέρια της πιο παγωμένης κόλασης. Γύρω μας φωνές, ουρλιαχτά, είδα στα κλεφτά την εγγονή να κρατά την γιαγιά για λίγο πάνω από το νερό, μετά ήρθε ένα κύμα και τις βύθισε και τις δύο. Δύσκολο να παλεύεις τέτοια κύματα, μόνο σαν ξέρεις καλό κολύμπι, όπως ξέρω εγώ. Άρχισα να κουνώ τα χέρια δυνατά και σταθερά όπως μου είχε δείξει ο παππούς, άρπαξα τον Σαλίχ από το σβέρκο και περίμενα. Κολυμπούσα χίλιες ώρες και περίμενα. Άντεξε Σαλίχ, φώναζα, άντεξε Σαλίχ. Ούτε να το σκεφτώ δεν ήθελα να με αφήσει μόνο ο Σαλίχ. Μας περιμάζεψε στο τέλος ένα Ελληνικό λιμενικό και μας έστειλαν στο νοσοκομείο με υποθερμία. Μόλις την γλιτώσαμε, ο Σαλίχ κι εγώ. Μια ώρα ακόμα να μέναμε στο νερό είπε η νοσοκόμα. Μια ώρα ακόμα. Μανούλα μου είπε ο Σαλίχ μόλις ξυπνήσαμε στο νοσοκομείο. Παππού. Μόνο εμείς γλιτώσαμε από το σαπιοκάραβο. Ούτε καν ο Αμπντούλ, που την είχε φάει την θάλασσα με το κουτάλι.

Στο καταυλισμό που μας μετέφεραν ευτυχώς δεν μείναμε πολύ. Μανούλα μου, έλεγε ο Σαλίχ, χίλια χρόνια καλύτερα στην Συρία να μας σκότωνε καμιά βόμβα από αυτό που ζούσαμε στον καταυλισμό. Και στην Συρία πεινούσαμε, αλλά αυτό, αυτό στον καταυλισμό ήταν άλλο, κοντεύαμε να σκοτώσουμε για ένα πιάτο φαϊ στο συσσίτιο, τουλάχιστον στην Δαμασκό, ελπίζαμε, εκεί λέγαμε έχουμε αλλού ένα καλύτερο αύριο. Αυτό μου έλεγε γελώντας ο Σαλίχ, αυτό είναι το καλύτερο αύριο; Και μου έδειχνε το νερόβραστο. Τέτοια εμείς στα σπίτια μας, ούτε στους γάτους. Ευτυχώς δεν είχαμε θέματα, ότι μας έδιναν τρώγαμε, μια γιαγιά που ξέραμε από τη Δαμασκό αρρώστησε σιγά σιγά και πέθανε. Δεν έτρωγε χοιρινό που μας δίνανε. Εμείς τρώγαμε. Κρέας να βάλουμε κρέας στα χέρια μας, στα πόδια μας, είχαμε γίνει σαν καλάμια, ξεράναμε. Εγώ έρεψα, είμαι και σκούρος, έμοιαζα σαν κομμάτι κάρβουνο. Ο Σαλίχ που είναι ξανθωπός με την πείνα ομόρφυνε, σα κορίτσι έμοιαζε. Μεγάλωσαν τα μάτια του έλεγες, έγιναν πιο γαλανά. Τον γλυκοκοίταζαν και κάποιοι, το βλέπαμε. Τις νύχτες με το μαχαίρι κάτω απ’το κρεβάτι κοιμόμασταν. Τόσα που ακούγαμε. Μια νύχτα λίγο έλειψε να γίνει το κακό, ακούσαμε τριξίματα στην πόρτα, εγώ μαθημένος από τον παππού αμέσως σηκώθηκα, δυό άντρες ήρθαν από δίπλα να πάρουν τον Σαλίχ, του βάλανε ρούχο στο στόμα και τον άρπαξαν. Πέτυχα τον ένα στο πόδι με τον σουγιά δεν το περίμενε ούρλιαξε, μετά βάλανε τα άλλα τα παιδιά τις φωνές, ήρθαν οι υπεύθυνοι οι άντρες φύγανε. Από τότε κοιμόμασταν με βάρδιες, πότε ο ένας πότε ο άλλος, ποτέ μαζί.

Τώρα που τα σκέφτομαι αυτά λέω πως που ήξερα να κολυμπώ, ο σουγιάς αλλά και δυο αγγλικά που ήξερε να μιλά ο Σαλίχ μας σώσανε. Αυτά μας σώσανε. Λίγες μέρες μετά που ήρθανε να αρπάξουνε τον Σαλίχ έτυχε να έρθουν επίσκεψη κάποιοι του Ερυθρού Σταυρού στον καταυλισμό. Τους μίλησε ο Σαλίχ, τους εξήγησε Αγγλικά, για την θεία στο Βερολίνο τους είπε, είμαστε ασυνόδευτα ανήλικα, ξαδέλφια. Κινήθηκαν οι διαδικασίες, τα κανονίσαμε. Μια κυρία εκεί στον Ερυθρό τον συμπάθησε πολύ τον Σαλίχ, μοιάζεις με κορίτσι του έλεγε, αυτός ότι είχε γίνει με τους άντρες της εξήγησε, αυτή δεν ξέρω πως μας βοήθησε. Και ούτε που της είπε ψέματα ο Σαλιχ πως είμαστε ξαδέλφια την πείραξε, επειδή το κατάλαβε πως δεν γινότανε ο ένας ξανθός και ο άλλος έτσι μαυριδερός να είναι συγγενείς.

Μένουμε τώρα στο Βερολίνο στη θεία του Σαλίχ, μεγάλη άσχημη πόλη, χωρίς ήλιο. Το πρώτο πράγμα που μας αγόρασε η θεία ήταν από ένα γερό σακάκι και κρυφογελούσαμε με τον Σαλίχ που το δοκιμάζαμε. Ο Σαλίχ λέει ευτυχώς που τα καταφέραμε και εγώ λέω πως δεν υπήρχε περίπτωση να μην τα καταφέρναμε. Μερικές φορές τα βλέπει όλα μαύρα ο Σαλίχ, αλλά εγώ το ήξερα από την αρχή πως θα φτάναμε εδώ. Ο Σαλίχ μου λέει πως είμαι λιγάκι αναίσθητος, δεν σκέφτομαι τα σοβαρά και τα άσχημα, αλλά όπως έλεγε ο παππούς όταν βρίσκεις το κακό μπροστά σου, βάζεις τα δύο πόδια μπροστά και αρχίζεις να περπατάς και μετά ότι και να συμβεί συνεχίζεις. Φτάνει να είναι προετοιμασμένος, να αρπάζεις τα σωσίβια και να μπορείς να κολυμπάς στον πάγο. Και ότι και να λέει, εγώ μόνο μια φορά φοβήθηκα, εκεί μέσα στη θάλασσα, στο κρύο που πιρούνιαζε και όχι ότι θα ήταν να πνιγώ. Μην χάσω τον Σαλίχ μόνο φοβήθηκα, μόνο να πεθάνει δεν ήθελα. Το μόνο που δεν μπορώ να αντέξω στη ζωή είναι να είμαι μόνος μου, χωρίς αυτόν. Με τα άλλα όλα μπορώ και να ζήσω. Χωρίς τον Σαλίχ δεν μπορώ. Δεν μπορώ καθόλου.

Κωνσταντία Σωτηρίου

(Δημοσιεύτηκε aρχικά στο fractalart.gr )