Λογοτεχνικό  trivial/ Ορίζοντας
Ο Γιώργος Μελή, με έναν επετειακό χαρακτήρα, γράφει, ενίοτε μεταφράζει και παρουσιάζει συγγραφείς, λογοτεχνικά κείμενα ή συμβάντα και άλλα «ασήμαντα»

Το αυτοβιογραφούμενο Εγώ ως παλίμψηστο: «η ζωή σαν λογοτεχνικό είδος»

Αφιέρωμα στον Romain Gary (Αυτοβιογραφία Ι)

Στη Θέα στο σκοτάδι (1990), ο William Styron χαρτογραφεί την εμπειρία του με την κατάθλιψη. Αν και εντελώς συγκυριακές, οι αυτοκτονίες της ηθοποιού Jean Seberg τον Αύγουστο του 1979 και αυτή του πρώην συζύγου της, Romain Gary, τον Δεκέμβριο του επόμενου χρόνου, τον είχαν αδιαμφισβήτητα κλονίσει, χωρίς να θεωρεί πως συνδέονται αιτιολογικά με τη δική του «πτώση». Θυμάται με έκπληξη τη μέρα που ο κοινός του φίλος και ανιψιός του εκδότη τους, Robert Gallimard, του μεταφέρει τα δυσάρεστα νέα. Πώς ήταν δυνατόν: « ο Romain Gary – δυο φορές νικητής του βραβείου Goncourt (μια εξ αυτών χάριν σε ψευδώνυμο, καταφέρνοντας να ξεγελάσει περιπαιχτικά τους κριτικούς), ήρωας της Γαλλικής Δημοκρατίας, γενναίος αποδέκτης του παρασήμου του Πολεμικού Σταυρού, μπον βιβέρ, ο απόλυτος γυναικάς – [να] επέστρεψε στο διαμέρισμά του στην οδό Bac, τινάζοντας με μια σφαίρα τα μυαλά του στον αέρα»;

Μέσα από αυτή την πολύ σύντομη βιογραφία του Gary, ο Styron υπογραμμίζει την πλήρη αντίφαση μεταξύ των κύριων χαρακτηριστικών που καθόριζαν τον άνθρωπο Gary και του θλιβερού του τέλους. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι αναγνώστες του Gary μοιράζονται την ίδια απορία, αφού τα χαρακτηριστικά του συγγραφικούς ήθους του δεν θα μπορούσαν ποτέ να συνάδουν με την αυτοκτονία, ιδίως όταν αυτή ερμηνεύεται ως πεσιμιστική παραίτηση από τη ζωή. Όπως ο ίδιος έγραψε: « [η] μεγαλύτερη προσπάθεια στη ζωή μου ήταν πάντα να φτάσω στην πλήρη απόγνωση. Εις μάτην. Υπάρχει πάντα κάτι μέσα μου που συνεχίζει να χαμογελά». Σε αντίθεση με άλλους αυτόχειρες συγγραφείς που προσφέρουν μέσα από τα έργα τους μια περιδιάβαση στους δαιδαλώδεις λαβύρινθούς της ψυχικής οδύνης, ο Gary χωρίς ποτέ να αγνοεί το σκοτάδι της ανθρώπινης ύπαρξης, ψάχνει πάντα να βρει πιθανές θέες στο φως. Προσφέρει ως αντίδοτο στο σκοτάδι, το χιούμορ, την ειρωνεία, τον (αυτό)σαρκασμό και μία σουρεαλιστικά ονειρική γραφή, η μόνη που μπορεί να ανατρέψει την αδικία του Πραγματικού.

Ο συγγραφέας επενδύει όλα τα έργα με βιωματικά στοιχεία, τα οποία ανασκευάζει ασταμάτητα, δημιουργώντας και τροφοδοτώντας τον προσωπικό του μύθο

Οι βιογράφοι του έχουν χαρακτηρίσει τη ζωή του μυθιστορηματική. Ίσως όμως να συμβαίνει και το αντίθετο, καθώς ο συγγραφέας επενδύει όλα τα έργα με βιωματικά στοιχεία, τα οποία ανασκευάζει ασταμάτητα, δημιουργώντας και τροφοδοτώντας τον προσωπικό του μύθο. Ξεκινά πρώτα με τις μπερδεμένες ρίζες του και την προβληματική για αυτόν αίσθηση του ανήκειν, μιλώντας για την κοσμική και κοσμοπολιτική του εβραϊκή του ταυτότητα, τον εκδιωγμό της οικογένειάς του από τα εδάφη της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας (Βίλνιους, Λιθουανία), φτάνοντας στην Πολωνία και τέλος στη Νίκαια της Γαλλίας. Συνεχίζει με την πολυτάραχη καριέρα του ως ήρωα της Αντίστασης στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως διπλωμάτη και γενικό πρόξενο της Γαλλίας σε διάφορες πόλεις ανά την υφήλιο, αλλά και ως καλλιτέχνη, πολυβραβευμένο Γάλλο συγγραφέα και σεναριογράφο στο Χόλυγουντ. Τέλος, υμνεί τις γυναίκες της ζωής του, περιγράφοντας με τρυφερότητα τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι θηλυκές υπάρξεις στην αναμόρφωση της ταυτότητάς του.

Ίσως για αυτό το λόγο, αρκετά μυθιστορήματά του έχουν κακώς κατηγοριοποιηθεί από την κριτική ως «αυτοβιογραφίες». Σύμφωνα με το Γάλλο θεωρητικό λογοτεχνίας Philippe Lejeune η αυτοβιογραφία καθορίζεται από τρία σύμφωνα :

  • το αυτοβιογραφικό σύμφωνο που μεταφράζεται μέσω της πλήρους ταύτισης μεταξύ συγγραφέα, αφηγητή και ήρωα,
  • το αυτοαναφορικό σύμφωνο που ορίζεται από την ορθότητα μεταξύ των όσων διηγούνται και των όσων έχουν συμβεί στην πραγματικότητα. Πρόκειται για ζήτημα αυθεντικότητας και όχι ακρίβειας,
  • το συμβόλαιο ανάγνωσης το οποίο στηρίζεται σε γενική ανάλυση του κειμένου αλλά και του παρακειμένου (τίτλος, πρόλογος, συνεντεύξεις, διαφήμιση).

Προτείνει ένα Εγώ με πολλαπλές ταυτότητες, που δεν θυσιάζεται στο βωμό της υφολογικής ουδετερότητας, αλλά συνεχίζει να πλάθει ιστορίες και να αναπλάθεται

Σε πολλά από το κείμενά του, το αυτοαναφορικό σύμφωνο, κυρίως λόγω της γραφής και του ύφους του Gary αναιρείται. Για παράδειγμα στο πιο γνωστό του μυθιστόρημα Η Υπόσχεση της αυγής (1960), ο συγγραφέας μέσα από ένα αυτοσαρκαστικό παραμύθι με στοιχεία μυθιστορήματος ανάπλασης, παρουσιάζει πως οι αγώνες και θυσίες, οι εμμονές και ο παροξυσμός της μητέρας του, κατασκεύασαν σχεδόν μοιρολατρικά το είναι του. Παραδόξως, η ζωή του Gary έτσι όπως σκιαγραφείται στην Υπόσχεση της αυγής , παίρνει τη μορφή της βιογραφίας της Nina Kacew, της μητέρας του, η οποία με τη σειρά της επενδύεται με φανταστικούς θεούς, παραδοσιακές αφηγήσεις και διαστρεβλωμένες απεικονίσεις της Ιστορίας, στοιχεία που καταλύουν την έννοια της αυθεντικότητας. Κατά παρόμοιο τρόπο, στο αυτοβιογραφικό διήγημα Λευκός Σκύλος (1970), μέσα από το οποίο ο Gary καταγράφει τις εμπειρίες του κατά τη διάρκεια της έκρυθμης περιόδου στα τέλη της δεκαετίας του 60 στις ΗΠΑ (λόγω των φυλετικών διαταραχών και των δολοφονιών ηγετικών φιγούρων του αφροαμερικάνικου κινήματος), αποφασίζει να τοποθετήσει ως πρωταγωνιστή και σουρεαλιστική κινητήριο δύναμη της αφήγησης τον Μπάτκα, ένα γερμανικό ποιμενικό. Έτσι ο Μπάτκα γίνεται σύμβολο της φυλετικής σύγκρουσης, αφού ως λευκός σκύλος αποτελεί μέρος της Αμερικανικής ιστορίας του ρατσισμού, καθώς ανήκει σε αυτή την κατηγορία εκπαιδευμένων ζώων που τραυματίζουν και σκοτώνουν Μαύρους.

Ο Gary γράφει για την ανάγκη αποδόμησης της αυτογραφίας στο δοκίμιό του Για τον Σγαναρέλλο [Pour Sganarelle] (1965). Εξηγεί πως πολλοί συγγραφείς της εποχής του χαρακτηρίζονται από μια έξαλλη ομφαλοσκοπική διάθεση, που τους εγκλωβίζει στο «Βασίλειο του Εγώ τους». Στο μανιακό εγωκεντρισμό των συναδέλφων του, ο Gary προτείνει ένα Εγώ με πολλαπλές ταυτότητες, που δεν θυσιάζεται στο βωμό της υφολογικής ουδετερότητας, αλλά συνεχίζει να πλάθει ιστορίες και να αναπλάθεται. Παρομοίως, στο ντοκουμέντο Η νύχτα θα είναι ήσυχη [La nuit sera calme] (1974), το οποίο προβάλλεται ως συνέντευξη μεταξύ του Gary και ενός επιστήθιου φίλου του, ενώ στη πραγματικότητα πρόκειται για ένα φανταστικό διάλογο που γράφει ο ίδιος, δηλώνει πως: «[τ]ο “Εγώ” είναι μια απίστευτη κενοδοξία. Δεν ξέρει καν τι θα του συμβεί σε δέκα λεπτά, αλλά παίρνει τραγικά τον εαυτό του στα σοβαρά, αμλετίζει, μονολογεί, απευθύνεται στην αιωνιότητα κι έχει ακόμα και το θράσος να γράφει τα έργα του Σαίξπηρ. Αν θες να καταλάβεις το ρόλο που παίζει το γέλιο στο έργο μου – και στη ζωή μου – πρέπει να το δεις σαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το “Εγώ” ολονών μας, με τις ανήκουστες ματαιοδοξίες του και τους αυτοαναφορικούς ελεγειακούς του έρωτες.»

Για τον Gary η σταθερότητα της ταυτότητας είναι μια πλάνη. Θεωρεί τον εαυτό του εβραίο λόγω παράδοσης, Ρώσσο λόγω καταγωγής, μερικώς Πολωνό λόγω ανάγκης και Γάλλο λόγω επιλογής. Οι πολλαπλές ταυτότητες στις οποίες αναφέρεται εμφανίζονται και συγγραφικά καθώς στα πρώτα στάδια της καριέρας αλλά και στη συνέχεια υπογραφεί έργα του με διάφορα ψευδώνυμα. Το ρωσικό του όνομα Roman Kacew, αλλάζει όταν εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα Ευρωπαϊκή θητεία (1945), το οποίο εμπνέεται κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών της Λωρραίνης το 1943 (Gary στα ρωσικά σημαίνει «κάψε») και το οποίο γίνεται και το επίσημο όνομά του το 1951. Ο συγγραφέας θεωρεί τον άνθρωπο σαν μία συνεχή « επαναστατική προσπάθεια που μάχεται κατά των δικών του βιολογικών, ηθικών και διανοητικών δεδομένων», που εξηγεί την άρρηκτη σχέση με την ασταμάτητη αναδιάπλαση της συγγραφικής ταυτότητας.

Οι πολλαπλές ταυτότητες στις οποίες αναφέρεται εμφανίζονται και συγγραφικά καθώς στα πρώτα στάδια της καριέρας αλλά και στη συνέχεια υπογραφεί έργα του με διάφορα ψευδώνυμα

Εντούτοις η ισχυρότερη απάντηση στην πλάνη της σταθερής ταυτότητας έρχεται με μία σκευωρία του συγγραφέα, που έχει χαρακτηριστεί ως η μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία της λογοτεχνίας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 70, η λογοτεχνική κριτική θεωρεί το ύφος του Gary παλιομοδίτικό, αφού δεν ακολουθεί τα αβανγκάρντ πρότυπα της εποχής. Κατά παρόμοιο τρόπο η πρόσληψη της δημόσιας εικόνας του είναι αυτή ενός συντηρητικού ανθρώπου, λόγω της σχέσης του με το Σαρλ ντε Γκολ, αλλά και ενός μπουρζουά γυναικά που αρέσκεται στο να τρέχει πίσω από διάφορες στάρλετ. Θεωρώντας πως οι κριτικοί πλέον δεν τον διαβάζουν και πως ο τύπος παραμορφώνει την ταυτότητα του, από το 1974 και έπειτα εκδίδει τέσσερα μυθιστορήματα με το ψευδώνυμο Émile Ajar (ajar τα ρωσικά σημαίνει «κάρβουνο»), ενώ παράλληλα συνεχίζει να εκδίδει μυθιστορήματα με το όνομά του. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Ajar. Εντούτοις το δεύτερο του μυθιστόρημα, Η ζωή μπροστά σου (1975), κερδίζει το βραβείο Goncourt. Έτσι ο Gary γίνεται ο μόνος Γάλλος συγγραφέας που αποσπά δύο φόρες το συγκεκριμένο βραβείο – το 1956 είχε ήδη βραβευτεί για τις Ρίζες του ουρανού [Les racines du ciel] (1956) – παρακάμπτοντας τους κανονισμούς της επιτροπής, αφού αυτή μπορεί να βραβεύσει μόνο μία φορά ένα συγγραφέα. Ο Gary μετά αυτό το θρίαμβο, δε θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τον γιό της εξαδέλφης του, Paul Pavlowitch, παρουσιάζοντας τον ως το μυστηριώδη Ajar.  Ένα χρόνο μετά την αυτοκτονία του, κυκλοφορεί το κείμενο Η ζωή και ο θάνατος του Émile Ajar [Vie et mort d‘Émile Ajar] (1981), μέσα από το οποίο εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτή τη σκευωρία. Ολοκληρώνει σημειώνοντας: « Εξέφρασα εντέλει πλήρως τον εαυτό μου. […] Πέρασα καλά. Στο επανιδείν και ευχαριστώ ». Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις που έγραψε ο Gary/Ajar και μη έχοντας πλέον κάτι άλλο να πει, εξαφανίστηκε και η «ρωσική» φωτιά έσβησε για πάντα.

Romain Gary2

 

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.