Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Συνεχίζονται οι παραστάσεις στο ΘΟΚ με τον Ηχό του Όπλου της Λούλα Αναγνωστάκη, ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής δραματουργίας. Μια σπουδαία συγγραφέας που ήταν «μια εξαιρετικά ευαίσθητη αποδέκτρια των αναταράξεων της εποχής της», όπως μας αναφέρει ο σκηνοθέτης της παράστασης, Άδωνης Φλωρίδης.

Μια συγγραφέας που δεν ανέβηκε όσο της άξιζε στην Κύπρο «ίσως επειδή την ίδια εποχή, στις δεκαετίες του 1970-80 στην Κύπρο δικαιολογημένα μας απασχολούσαν άλλα» και που είναι καλά να την ψάξουμε ξανά. Με τον Ήχο του Όπλου, το τελευταίο έργο που σκηνοθέτησε ο Κάρολος Κουν, η Αναγνωστάκη «εισχωρεί με ένα λιγότερο αφαιρετικό τρόπο στα αδιέξοδα των ηρώων της και κατ’ επέκταση στα αδιέξοδα της κοινωνίας στην οποία ζουν».

Ένα έργο που διαδραματίζεται σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά «η ουσία του είναι διαχρονική. Ο ασφυκτικός κλοιός της οικογένειας σε μια κοινωνία που παραπαίει ανάμεσα στην ελπίδα και την απογοήτευση, το χάσμα των γενεών, ο εγκλεισμός του ατόμου στη δική του εποχή. Όλα αυτά δεν έχουν αλλάξει».

ΑΔΩΝΗΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ

  • Η Αναγνωστάκη εισχωρεί στα αδιέξοδα των ηρώων της και κατ’ επέκταση στα αδιέξοδα της κοινωνίας στην οποία ζουν
  • Ο ήχος του όπλου είναι αυτό που θέλουμε να γίνει και δεν γίνεται

Ίσως είναι καλά να αναφέρουμε ξανά πόσο σημαντική συγγραφέας είναι η Λούλα Αναγνωστάκη…

Η Αναγνωστάκη είναι μια εξαιρετικά ευαίσθητη αποδέκτρια των αναταράξεων της εποχής της. Μέσα από το λόγο της και τους χαρακτήρες της αποτυπώνει με μαεστρία αυτή την εποχή, ενώ ταυτόχρονα το έργο της στο σύνολό του έχει κατά κάποιον τρόπο ένα «προφητικό» χαρακτήρα. Αντιλαμβάνεται με τόση διαύγεια τη μετεμφυλιακή, αλλά ειδικότερα τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, που της επιτρέπει να κάνει μια -λιγότερο ή περισσότερο συνειδητή- ακριβή «προβολή» στο μέλλον, με τα επερχόμενα να προβάλλουν ως απειλητικά οράματα.

Mια συγγραφέας που δεν ανέβηκε όσο της άξιζε στην Κύπρο. Γιατί άραγε;

Δεν γνωρίζω τους λόγους. Ίσως το ότι το έργο της έχει ως αφετηρία τη «γενιά της ήττας» του εμφυλίου, με τις συλλογικές και προσωπικές τρομακτικές εμπειρίες και τραυματικές μνήμες, να έπαιξε κάποιο ρόλο. Ίσως επειδή την ίδια εποχή, στις δεκαετίες του 1970-80 στην Κύπρο δικαιολογημένα μας απασχολούσαν άλλα. Οι δικές μας τρομακτικές εμπειρίες και τραυματικές μνήμες είναι άλλες. Πλην όμως προσωπικά πιστεύω ότι ο τρόπος που συνδέονται μεταξύ τους είναι πολύ βαθύς και ουσιαστικός.

Τι είναι αυτό που γοητεύει εσένα στα έργα της;

Η Αναγνωστάκη είναι μία συγγραφέας της οποίας η γραφή πέρασε από διαφορετικά στάδια και αισθητικούς προβληματισμούς. Το βρίσκω αυτό απόλυτα υγιές και δημιουργικό. Πάντα όμως ο λόγος της είναι ειλικρινής και οι χαρακτήρες με τεράστιο βάθος.

Ξεχωρίζεις κάποιον από τους ήρωές της; Η Λούλα Αναγνωστάκη αγαπάει του ήρωές της;

Δουλεύοντας στο «Ο Ήχος του Όπλου» συνειδητοποιήσαμε ότι η συγγραφέας υπάρχει μέσα σε καθέναν από τους χαρακτήρες ξεχωριστά. Διάφορες πτυχές της προσωπικότητάς της αναδύονται μέσα από τον καθένα. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αγάπη για τους χαρακτή
ρες της ή μια βαθιά εξομολόγηση. Το σίγουρο είναι ότι αυτό γίνεται με μια πρωτοφανή ειλικρίνεια και φυσικά μέσα από ένα λόγο που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα καθημερινός και ποιητικός.

Η ουσία του έργου είναι διαχρονική. Ο ασφυκτικός κλοιός της οικογένειας σε μια κοινωνία που παραπαίει ανάμεσα στην ελπίδα και την απογοήτευση, το χάσμα των γενεών, ο εγκλεισμός του ατόμου στη δική του εποχή. Όλα αυτά δεν έχουν αλλάξει

Ένα έργο που πρωτοανέβηκε στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν και έμελλε να γίνει το κύκνειο άσμα του. Γιατί διαλέξατε με τον ΘΟΚ αυτό το έργο;

Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται σε μια από τις προηγούμενες ερωτήσεις. Στο ότι δεν ανέβηκε όσο της άξιζε. Όσον αφορά εμένα προσωπικά έχει να κάνει και με το προσωπικό βίωμα της εποχής στην οποία γράφτηκε το έργο.

Ο Κουν ανέφερε τότε, «σκεφτόμουν πόσο κοντά είναι η δουλειά μου στον Ήχο του Όπλου με τα κείμενα της τσεχοφικής δημιουργίας», διακρίνετε και εσείς τέτοια συγγένεια;

Ήδη από το προηγούμενό της έργο, το «Η Κασέτα» (1982), η Αναγνωστάκη κάνει μια «στροφή» σε αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ποιητικός ρεαλισμός». Με το «Ο Ήχος του Όπλου» εισχωρεί με ένα λιγότερο αφαιρετικό τρόπο στα αδιέξοδα των ηρώων της και κατ’ επέκταση στα αδιέξοδα της κοινωνίας στην οποία ζουν. Η συγγένεια με τον Τσέχοφ είναι διακριτή. Καταδύεται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης με μια βαθύτατα ανθρωπιστική διάθεση. Όπως και στον Τσέχοφ το έργο κτίζεται από πολύ μικρά πράγματα, καθημερινά, σχεδόν μπανάλ. Όπως και στον Τσέχοφ, οι ήρωες του όπλου άλλα λένε και άλλα θέλουν να εκφράσουν, άλλα κάνουν και άλλα θέλουν να κάνουν.

Ποιο θα έλεγες πως είναι το «θέμα» του έργου;

Αν το «θέμα» του έργου ορίζεται ως αυτό που θέλει να μας πει η συγγραφέας ή τα ερωτήματα που θέλει να θέσει τα οποία αφορούν ένα σημαντικό οικουμενικό ζήτημα, φιλοσοφικό ή πολιτικό, θα έλεγα ότι είναι κυρίως ένα έργο που εξερευνά αυτή την γκρίζα ζώνη που υπάρχει ανάμεσα στις έννοιες της μοναχικότητας από τη μια και της μοναξιάς από την άλλη. Δύο έννοιες εντελώς αντιφατικές. Θα έλεγα ακόμη ότι είναι μια σπουδή πάνω σ’ αυτό που κάποιοι ονόμασαν «ένστικτο του θανάτου», κάτι από το οποίο θεωρώ ότι κυριεύονται τόσο η Κάτια όσο και ο γιος της ο Μιχάλης. Η μεν Κάτια προαισθάνεται το τέλος, ο δε Μιχάλης επιδιώκει την «ησυχία» του. Μια «ησυχία» που εκφράζεται ως επιθυμία για οριστική απόσυρση.

Τα θεατρικά πρόσωπα της Αναγνωστάκη συνήθως ζητούν να ζήσουν την εξαιρετική πράξη, να ξεχωρίσουν, συμβαίνει αυτό και στον Ήχο του Όπλου; Τα καταφέρνουν;

Ναι, βέβαια. Κύριος εκφραστής αυτής της αναζήτησης είναι ο Γιαννούκος, ο οποίος για να δώσει κάποιο νόημα στην ύπαρξή του, στην ασημαντότητά του, φτάνει στο σημείο
να θεωρεί τον εαυτό του ως το κεντρικό πρόσωπο γύρω από το οποίο στήνεται μια πλεκτάνη παρανόμων, η οποία έχει ως αφετηρία ένα όπλο που βρέθηκε στα χέρια του. Το κάνει για να κερδίσει τη σημασία του φίλου του, Μιχάλη. Βαθιά μέσα του όμως ξέρει ότι όλα αυτά είναι ένα ψέμα που λέει στον εαυτό του, ένας μηχανισμός άμυνας στο υπαρξιακό του άγχος. Όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες λένε ψέματα στον εαυτό τους. Και όταν λες ψέματα στον εαυτό σου, δεν τα καταφέρνεις.

Το έργο συνεχίζει στη Νέα σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο. Στη Λεμεσό στο Θέατρο Ριάλτο στις 9 Ιανουαρίου 2019 και στην Πάφο στο Μαρκίδειο Θέατρο στις 16 Ιανουαρίου 2019

Ποια η σκηνοθετική σας προσέγγιση;

Το ίδιο το κείμενο οδηγεί σε μια ρεαλιστικά ποιητική προσέγγιση, ένα είδος που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, κάτι που αντανακλάται πιστεύω και στη δουλειά μου στον κινηματογράφο. Πρωταρχική μου έγνοια ήταν να αφήσω το λόγο της Αναγνωστάκη να «κατεβεί» ατόφιος μέχρι την τελευταία λέξη, χωρίς σχεδόν καθόλου παρεμβάσεις στο κείμενο, στο κοινό.

Το έργο διαδραματίζεται σε πολύ συγκεκριμένη εποχή, βρίσκεις ομοιότητες με το σήμερα;

Μέσα στο κείμενο η ίδια η Αναγνωστάκη δεν «φωνάζει» την εποχή στην οποία διαδραματίζεται το έργο. Μπορούμε εμείς μέσα από την ανάλυση και την αναδρομή στα ιστορικά γεγονότα να συμπεράνουμε ότι αναφέρεται σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Σίγουρα βοηθά η κατανόηση της εποχής στο να συλλάβουμε κάποια άλλα επίπεδα του έργου, αλλά η ουσία του είναι διαχρονική. Ο ασφυκτικός κλοιός της οικογένειας σε μια κοινωνία που παραπαίει ανάμεσα στην ελπίδα και την απογοήτευση, το χάσμα των γενεών, ο εγκλεισμός του ατόμου στη δική του εποχή. Όλα αυτά δεν έχουν αλλάξει.

Τελικά ποιος είναι ο ήχος του όπλου που δεν ακούγεται;

Είναι αυτό που θέλουμε να γίνει και δεν γίνεται. Η επιθυμία που καταρρέει απέναντι στην επιθυμία του άλλου χωρίς τελικά κανείς να καταφέρνει αυτό που θέλει. Είναι η «θυσία» που πρέπει να κάνει ο καθένας μας προκειμένου να συνυπάρξουμε ως όντα κατά βάση μοναχικά.