Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Η βραβευμένη κυπριακή ταινία του Άδωνη Φλωρίδη «Ρόζμαρι» μετά την πετυχημένη εμφάνισή της σε φεστιβάλ παρουσιάζεται από τις 8 Μαρτίου στους κινηματογράφους, μια «σημαντική στιγμή για κάθε δημιουργό του κινηματογράφου», όπως μας αναφέρει ο σκηνοθέτης, αφού «είναι η στιγμή της αλήθειας: θα ‘’μιλήσει’’ η ταινία στο κοινό ή όχι;» «Η άρνηση της πραγματικότητας που είναι βασισμένη πάνω σε πολλαπλά επίπεδα των ενοχών» είναι και η βασική θεματική της «Ρόζμαρι», ενώ για την «παραδοσιακή» οικογένεια στην Κύπρο θεωρεί πως «είναι ο πυρήνας της πατριαρχικής κοινωνίας μέσα στην οποία ευδοκιμούν και αναπτύσσονται σκοταδιστικές απόψεις και στάσεις».

Παρατηρεί ο Άδωνης Φλωρίδης «μια μετατόπιση» στον νέο κυπριακό κινηματογράφο, σε μια κινηματογραφία «που προσπαθεί να εκφράσει άλλες αγωνίες και αντιλήψεις πιο “οικουμενικές”» και που «προσπαθεί να συνδέσει το τοπικό με το οικουμενικό». Για τον ίδιο ο κινηματογράφος παραμένει «το παραμύθι που λέγεται με τον πιο μαγευτικό τρόπο που έχει εφεύρει μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα»

ΑΔΩΝHΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ

  • Η άρνηση της πραγματικότητας λόγω ενοχών η βασική θεματική της «Ρόζμαρι»
  • Ο κινηματογράφος είναι το παραμύθι που λέγεται με τον πιο μαγευτικό τρόπο που έχει εφεύρει μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα

Ποιο θεωρείς πως είναι το «θέμα» της ταινίας σου και γιατί διάλεξες αυτό το θέμα;

Όταν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο της «Ρόζμαρι» είχα επικεντρωθεί αρχικά στην ιστορία και στους χαρακτήρες. Σε κάποια στιγμή άρχισαν να προκύπτουν κάποιες θεματικές. Συνειδητοποίησα σε κάποια στιγμή ότι ήθελα να μιλήσω, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, για το «σχίσμα» μεταξύ της αυτοσυνειδησίας και του «φαντασιακού εαυτού» τον οποίο τείνουμε πάντα να προτιμούμε και να προβάλλουμε προς τα έξω. Αυτή η άρνηση μερικών ή πολλών κομματιών του εαυτού μας είναι τις περισσότερες φορές κτισμένη πάνω σε κάποιου είδους ενοχές. Κάποτε ακόμα και πάνω στη συγκάλυψη εγκλημάτων που συμβαίνουν γύρω μας. Πείθουμε τους αυτούς μας ότι όλα είναι μια χαρά, ότι αυτό δεν συμβαίνει ή ακόμα ότι έτσι πρέπει να είναι και έτσι γινόμαστε συνεργοί στο έγκλημα. Αυτή η άρνηση της πραγματικότητας που είναι βασισμένη πάνω σε αυτά τα πολλαπλά επίπεδα των ενοχών νομίζω ότι είναι και η βασική θεματική της ταινίας. Ο Κώστας, ο ήρωας της ταινίας, διανύει αυτή τη διαδρομή από την άρνηση στην αυτοσυνείδηση μέσα από μια σοκαριστική εμπειρία. Νομίζω ότι αυτό είναι το βασικό θέμα της ταινίας.

Η κυπριακή οικογένεια – κοινωνία συνεχίζει να κρύβει πολλά μυστικά;

Ναι, βέβαια. Και στα δύο επίπεδα. Η «παραδοσιακή» οικογένεια είναι ο πυρήνας της πατριαρχικής κοινωνίας μέσα στην οποία ευδοκιμούν και αναπτύσσονται σκοταδιστικές απόψεις και στάσεις οι οποίες με τη σειρά τους εκφράζονται τόσο στην καθημερινότητά μας, όσο και σε θεσμικό επίπεδο. Τα «μυστικά» που κρύβονται πίσω από τις κλειστές πόρτες της «οικογενειακής θαλπωρής» δεν είναι όμως τελικά και τόσο μυστικά. Συχνά ξέρουμε ότι είναι εκεί, αλλά προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχουν. Αυτό πιστεύω σχετίζεται με την κατάσταση άρνησης που ανέφερα προηγουμένως.

Έχεις γράψει και το σενάριο, τι θεωρείς βασικό για ένα «καλό» σενάριο ταινίας;

Το σενάριο είναι η ίδια η ταινία, μονταρισμένη με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς της ρυθμούς, σε μια άλλη μορφή, αυτήν του γραπτού λόγου. Είναι μάταιο για παράδειγμα να προσπαθήσεις να δώσεις ρυθμό σε ένα άρρυθμο σενάριο. Αν και ο ρυθμός στον κινηματογράφο καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, ο πιο βασικός είναι η δομή, το τι συμβαίνει δηλαδή σε κάθε χρονική στιγμή. Και σε κάθε στιγμή πρέπει να συμβαίνει το σωστό πράγμα. Αυτό προϋπάρχει μέσα στο σενάριο. Με τον ίδιο τρόπο ένας ηθοποιός μάταια θα προσπαθήσει να ανακαλύψει το βάθος ενός χαρακτήρα όταν αυτό δεν υπάρχει στο σενάριο. Μάταια θα προσπαθήσει να «ξεγυμνωθεί» μπροστά στους θεατές όταν δεν υπάρχει ο εσωτερικός λόγος που το κάνει αυτό. Και αυτόν το λόγο θα τον ανακαλύψει κυρίως μέσα στο σενάριο.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα τον περασμένο Απρίλη στο Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες στη Λεμεσό. Πες μας λίγα λόγια για τη μέχρι σήμερα πορεία της στο εξωτερικό, αλλά και τα βραβεία που ήδη έχει πάρει.

Στην αρχή ήρθε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες. Είναι η πρώτη φορά που μια αμιγώς κυπριακή παραγωγή παίρνει αυτό το βραβείο. Μετά ήρθε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που απονέμει η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου. Επίσης είναι η πρώτη φορά που απονέμεται αυτό το βραβείο σε μια αμιγώς κυπριακή παραγωγή. Είναι μια πολύ τιμητική διάκριση γιατί απονέμεται από τη συνέλευση των μελών της Ένωσης με ανοιχτή ψηφοφορία και επιλέγηκε ανάμεσα σε σχεδόν 50 ταινίες. Μετά από τη συμμετοχή της σε κάποια πιο μικρά φεστιβάλ η πορεία της ταινίας συνεχίζεται.

Πώς νιώθεις που βγαίνει πια και στην Κύπρο στους εμπορικούς κινηματογράφους;

Είναι η πιο σημαντική στιγμή για κάθε δημιουργό του κινηματογράφου. Είναι η στιγμή που ξαναβλέπεις την ταινία με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, μέσα από το μάτι του μέσου θεατή και όχι του κινηματογραφιστή ή του σινεφίλ ή του κριτικού. Είναι η στιγμή της αλήθειας: θα «μιλήσει» η ταινία στο κοινό ή όχι; Ένα βασανιστικό ερώτημα του οποίου ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις την απάντηση από πριν.

Συχνά έχω την αίσθηση ότι περάσαμε από τον «κινηματογράφο του κυπριακού προβλήματος» των κινηματογραφιστών της προηγούμενης γενιάς, σε μια κινηματογραφία που προσπαθεί να εκφράσει άλλες αγωνίες και αντιλήψεις πιο «οικουμενικές» θα έλεγα. Έναν κινηματογράφο που προσπαθεί να συνδέσει το τοπικό με το οικουμενικό.

Παρατηρείς κάποια εξέλιξη στον κυπριακό κινηματογράφο; Τι πρέπει να γίνει για την περαιτέρω ανάπτυξή του;

Υπάρχει μια γενιά νέων κινηματογραφιστών που παλεύουν να κάνουν τις δικές τους ταινίες. Καμιά φορά είναι υπέρ το δέον φιλόδοξοι -όπως εξάλλου ήμουν κι εγώ κάποτεαν και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό. Υπάρχει μια μετατόπιση στις θεματικές με τις οποίες καταπιάνεται αυτός ο νέος κινηματογράφος, ο οποίος εκφράζεται κυρίως μέσα από ταινίες μικρού μήκους. Συχνά έχω την αίσθηση ότι περάσαμε από τον «κινηματογράφο του κυπριακού προβλήματος» των κινηματογραφιστών της προηγούμενης γενιάς, σε μια κινηματογραφία που προσπαθεί να εκφράσει άλλες αγωνίες και αντιλήψεις πιο «οικουμενικές» θα έλεγα. Έναν κινηματογράφο που προσπαθεί να συνδέσει το τοπικό με το οικουμενικό.

Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο στον κινηματογράφο;

Ναι, γράφω το σενάριο μιας νέας ταινίας. Είμαι προς το τέλος.

Σκηνοθετείς παράλληλα στο θέατρο που νιώθεις πιο οικεία;

Δεν θα έλεγα ότι είμαι αυτό που λένε «θεατράνθρωπος» παρ’ όλο που κάνω στην πραγματικότητα πιο πολύ θέατρο –όχι μόνο ως σκηνοθέτης, αλλά και ως θεατρικός συγγραφέας. Μου αρέσει αυτή η συχνή «μετακόμιση» από το ένα στο άλλο. Αισθάνομαι ότι κάθε φορά κουβαλώ στον κινηματογράφο κάτι από το θέατρο και αντίστροφα. Παρ’ όλα αυτά προσπαθώ πάντα να υπηρετήσω την κάθε μορφή τέχνης χρησιμοποιώντας τα δικά της εκφραστικά μέσα τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους πολύ περισσότερο από ό,τι ίσως πολλοί νομίζουμε.

Τι είναι για σένα ο κινηματογράφος;

Ο κινηματογράφος που με ενδιαφέρει προσωπικά έχει να κάνει με την καταγραφή και ανασύνθεση της φυσικής πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από το φίλτρο του δημιουργού και με τη δημιουργία μιας «ψυχολογικής πραγματικότητας» μέσα στην οποία θα λειτουργήσει ο μύθος. Αυτός ο κινηματογράφος γεφυρώνει και εμπεριέχει όλες τις άλλες μορφές τέχνης. Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί μια πολύπλοκη τεχνολογία. Να το πω και διαφορετικά: κινηματογράφος για μένα είναι το παραμύθι που λέγεται με τον πιο μαγευτικό τρόπο που έχει εφεύρει μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα.

Τι θα έλεγες στα νέα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με τον κινηματογράφο;

Να κυνηγήσουν το όνειρό τους, οι δυσκολίες θα είναι πάρα πολλές, να μην τα βάλουν κάτω, να μη συμβιβάζονται, να ψάξουν αυτό που έχουν να πουν μέσα στις δικές τους εμπειρίες και όχι μέσα σε άλλες ταινίες.