Άγνωστες πτυχές από την πολιορκία και τη μεγάλη σφαγή της Τριπολιτσάς

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

Μέρος Β’

Στο προηγούμενο σημείωμα αναφερθήκα­με στις ενέργειες που γίνονταν από τους πολι­ορκούμενους και τους πολιορκητές της Τριπο­λιτσάς, αυτής της στρατηγικής σημασίας πόλης που έκρινε το μέλλον της επανάστασης στην Πε­λοπόννησο.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 οι Έλληνες επα­ναστάτες αλώνουν την πόλη της Τριπολιτσάς, η οποία ήταν το κέντρο της οθωμανικής εξουσίας στην Πελοπόννησο.

Διαπραγματεύσεις λίγο πριν την άλωση

Αναφερθήκαμε επίσης στο προηγούμενο ση­μείωμα, στις επαφές που είχαν οι μέσα και οι έξω κανονίζοντας διάφορες υποθέσεις μεταξύ τους οι οποίες αφορούσαν «λαδώματα» για ευνοϊκές με­ταχειρίσεις μερίδας πολιορκούμενων.

Μια τέτοια περίπτωση είναι η αντιπροσωπεία των Αλβανών με επικεφαλής τον Ελμάζ Βεγή που συναντήθηκε με τον Κολοκοτρώνη στις 18 Σεπτεμβρίου και συμφώνησαν να τους επιτρα­πεί να αποχωρήσουν ένοπλοι προς την Ήπειρο, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να μην πολε­μήσουν πάλι εναντίον των Ελλήνων.

Ο Κολοκοτρώνης αποδέχθηκε το αίτημα, λαμ­βάνοντας υπόψιν του και την έκκληση των Σου­λιωτών να αφήσει τους Αλβανούς να φύγουν από την πόλη.

Η έφοδος του Δούνια ανατρέπει τη συμφωνία

Η συμφωνία του Κολοκοτρώνη με τους Αλ­βανούς συνάντησε τη διαφωνία του Αναγνωστα­ρά, ο οποίος ξεκίνησε συζήτηση με τον Γέρο του Μωριά πριν την υπογραφή του εγγράφου συμ­φωνίας.

Κι ενώ οι δύο οπλαρχηγοί συζητούσαν, την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 1821 συνέβη ένα αναπάντεχο γεγονός.

Ένας απλός στρατιώτης, ο Μανόλης Δού­νιας από τον Πραστό της Κυνουρίας, έπεισε ένα γνωστό του Τούρκο που βρισκόταν σε προμαχώ­να του τείχους κοντά στην πύλη του Ναυπλίου, πως θα τον προστατεύσει μετά την πτώση της Τριπολιτσάς, ανέβηκε στα τείχη με δύο συντρό­φους του και τον εξουδετέρωσε πριν προλάβει να αντιδράσει.

Ακολούθησε έφοδος άλλης ομάδας, καταλή­φθηκε μέρος των τειχών και οι Έλληνες μπήκαν πλέον σαν θύελλα μέσα στην πόλη.

Μαζί με τους επιτιθέμενους μπήκε και ο επί­σκοπος Βρεσθένης, ο οποίος κατά τον Φιλήμο­να ύψωσε την ελληνική σημαία στο μέγαρο του Μουσταφάμπεη.

Μέσα στη γενική σύγχυση, οι Αλβανοί που δεν είχαν φύγει ακόμα, κινδύνευαν να σκοτω­θούν.

Με προσωπική παρέμβαση του Κολοκοτρώ­νη και με τη συνοδεία-ομηρία Ελλήνων υπό τον Πλαπούτα όμως, έφυγαν προς τα Καλάβρυτα, τη Βοστίτσα και στη συνέχεια την Αιτωλοακαρνα­νία και την Ήπειρο.

Η αποχώρηση αυτή συντέλεσε στη γρήγορη εξουδετέρωση των πολιορκημένων.

Η μεγάλη σφαγή των αμάχων

Η πόλη λοιπόν βρέθηκε στα χέρια των Ελλή­νων επαναστατών, οι οποίοι επιδόθηκαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του οθωμανικού και εβραϊκού πληθυσμού.

Κανένα έλεος δεν επέδειξαν οι Έλληνες, αφού έσφαζαν κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου.

Πολλοί κατακτημένοι πρόσφεραν χρήματα και πολύτιμα είδη προκειμένου να γλιτώσουν το θάνατο και οι θύτες τους αφού τα έπαιρναν, στο τέλος τους δολοφονούσαν.

Είναι από τις περιπτώσεις όπου η ιστορία κα­ταγράφει κάθε είδους ωμότητα όπως βασανι­σμούς, βιασμούς, εκπαραθυρώσεις, λιώσιμο κε­φαλιών μικρών παιδιών, πυρπολήσεις.1

Υπολογίζεται ότι θανατώθηκαν 2.000 Εβραίοι και 30.000 Τούρκοι.2

Πρέπει να σημειώσουμε πως οι αριθμοί των θυμάτων διαφέρουν όταν σε αυτούς αναφέρο­νται διάφοροι ιστορικοί ή ερευνητές. Και πρέπει να σημειωθεί πως οι αριθμοί που δίνονται είναι μικρότεροι.

Μαρτυρίες για τις σφαγές

Οι σφαγές γίνονταν ακατάπαυστα επί τρεις μέρες. Υπάρχουν πολλές αναφορές για το μέ­γεθος της σφαγής από αυτόπτες μάρτυρες και πρωταγωνιστές, οι οποίοι δεν επιχείρησαν να κρύψουν τα εγκλήματα που έγιναν.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του επικε­φαλής Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Στα Απομνημονεύματά του (τα οποία υπαγό­ρευσε το 1839 στον Γεώργιο Τερτσέτη) με πρω­τοφανή ειλικρίνεια:

«Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη… Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριά­ντα δύο χιλιάδες… Ένας Υδραίος έσφαξε ενενή­ντα… Όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσά με έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο οπού εκρέμαγαν τους Έλληνας, αναστέναξα και είπα: «Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάστηκαν εκεί». Και εδιέταξα και τον έκοψαν· επαρηγορή­θηκα και διά τον σκοτωμόν των Τούρκων».3

Μόνο και μόνο αυτή η αναφορά από τον Κο­λοκοτρώνη είναι αρκετή για να κατανοήσουμε τι έγινε.

Ο Ιωάννης Φιλήμωνας γράφει: «Γυναίκες…νεανίδες…βρέφη…νέοι, γέροντες, άντρες, ανάμι­κτοι κατέκειντο θέαμα βαρυπενθές, και οιονεί δι­εμαρτύροντο κατά της διαιρούσης την ανθρωπό­τητα πολιτικής τυραννίας και θρησκευτικής ετε­ροδοξίας. Ιδίως δε η εκ της πύλης των Καλαβρύ­των μέχρι του σατραπείου λεωφόρος από λιθο­στρώτου μετεσχηματίσθη, ιν’ είπωμεν, εις πτω­ματόστρωτον, και ουθ’ ο πεζός, ουθ’ ο ίππος επά­τει επί της γης, αλλά επί πτωμάτων».4

Και ο Τρικούπης είναι αρκετά διαφωτιστικός: «Ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. Άνδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέ­θνησκαν… η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγα­ζε την φωνήν της φύσεως. Εν ταις οδοίς, εν ταις πλατείαις, παντού δεν ηκούοντο ειμή μαχαιρο­κτυπήματα, πυροβολισμοί, πάταγοι κατεδαφιζο­μένων οικιών εν μέσω φλογών, φρυάγματα ορ­γής και γόοι θανάτου• εστρώθη το έδαφος πτω­μάτων……εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσά­ρων αιώνων. Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι…όλοι κατεστράφησαν»5.

Ο Φωτάκος γράφει: «Ακόμα και τώρα έρχεται στο νου μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκ­κάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίπο­τα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμέ­να καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των διά να σκοτώνουν Τούρκους…»6

Αλλά και ο φιλέλληνας περιηγητής και ιστο­ρικός Φρανσουά Πουκεβίλ δεν διστάζει να γρά­ψει ότι «μονάχα αν βάλει κανείς στον νου τους τις χειρότερες βιβλικές καταστροφές όπου σφά­ζανε ακόμη και τα κατοικίδια ζώα, θα έχει μια πιο πιστή εικόνα της σφαγής της Τριπολιτσάς».

Ο Διονύσιος Κόκκινος σημειώνει ότι μετά από τρεις ημέρες σφαγής, δεν υπήρχαν άλλοι ζωντα­νοί άμαχοι για να δολοφονηθούν: «Η φρενί­τις εκείνη της φυλετικής εκδικήσεως δεν εγνώ­ρισεν όρια. Έφτασε μέχρι των τάφων. Το τουρ­κικόν κοιμητήριον ανεσκάφη, και οστά και νε­κροί ταφέντες προ ολίγου καιρού ερρίφθησαν εις τους δρόμους. (…) Πολύ σύντομα τα έκθετα πτώ­ματα των 32.000 σφαγμένων μαζί με τα ξεθαμ­μένα κουφάρια προκάλεσαν θανατηφόρα επιδη­μία που απλώθηκε σε ολόκληρη την Πελοπόν­νησο».7

Προσπάθεια συγκάλυψης και απόκρυψης του εγκλήματος

Ενώ υπάρχουν αυτές οι καταγραφές (υπάρ­χουν κι άλλες που δεν αναφέραμε), έγινε από τη μια προσπάθεια να δικαιολογηθεί η σφαγή κι από την άλλη να συγκαλυφθεί και να αποκρυβεί από το ιστορικό αφήγημα.

Όπως σημειώνει ο Θανάσης Τριαρίδης8 στην ιστοσελίδα του, «Η σφαγή της Τριπολιτσάς ήταν εξ αρχής αδιαμφισβήτητο γεγονός (για να το αρνηθεί κάποιος θα έπρεπε να βγάλει τρελούς όλους τους Έλληνες και ξένους ιστορικούς, αλλά και τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη, μαζί του και τον Τερτσέτη): μοιραία ολάκερη η επίσημη ‘‘ελληνι­κή ιστοριογραφία’’ (δηλαδή, η ‘‘ελληνική’’ εκδο­χή της αλήθειας) επιχείρησε να βρει ηθική υπό­σταση στη σφαγή(!) αποδίδοντάς την στη ‘‘δίκαιη αγανάκτηση των Ελλήνων για τα 400 χρόνια της σκλαβιάς’’…»

Και συνεχίζει ο Τριαρίδης: «Φυσικά όλα αυτά είναι χονδροειδέστατα ψέματα τα οποία (κι αυτό είναι το χειρότερο) πέρασαν στο θυμικό της συ­ντριπτικής πλειοψηφίας ενός ολόκληρου λαού, στην εκπαίδευση και στη λογοτεχνία, στην κα­θημερινή ρητορική μας. Ένα από τα χαρακτη­ριστικά του εθνοφασισμού είναι η λατρεία του απόλυτου παραλόγου: όλοι ξέρουμε πως η σφα­γή των 32.000 αμάχων Τούρκων και Εβραί­ων έγινε με συνειδητή απόφαση του Κολοκο­τρώνη –πολλοί φιλέλληνες (ενδεικτικά αναφέ­ρω τον Σάμουελ Χάου) πιστοποιούν αυτό που οι ελληνικές ιστορίες συνήθως αποκρύπτουν: την υφαρπαγή και το διαγούμισμα των περιουσιών των Τούρκων από μέρους όλων των Ελλήνων αρχηγών: του Κολοκοτρώνη, του Πετρόμπεη, του Γιατράκου ή ακόμη και της Μπουμπουλίνας (η οποία, κατά μία εκδοχή μπήκε μέσα στην πο­λιορκημένη πόλη για να μαζέψει τα κοσμήματα από τις πλούσιες Τουρκάλες τάζοντάς τους απα­τηλές υποσχέσεις σωτηρίας). Ωστόσο, η υφαρ­παγή και το διαγούμισμα των τουρκικών περι­ουσιών ήταν εφικτά (πιθανώς και αποδοτικό­τερα) και χωρίς τη σφαγή των 32.000 –έτσι το ερώτημα τού γιατί αποφασίστηκε μια σφαγή (η οποία μάλιστα κινδύνευε να αμαυρώσει οριστι­κά την εικόνα των Ελλήνων στο εξωτερικό) πα­ραμένει ανοιχτό».9

Όλα αυτά, λοιπόν, η εθνοκεντρική ιστορία μας δεν μας τα μαθαίνει.

Η παιδεία που θέλει ο αρχιεπίσκοπος και κά­ποιοι πατριδοκάπηλοι μόνο ιστορία δεν είναι. Διότι ιστορία με απόκρυψη γεγονότων δεν εί­ναι ιστορία, είναι μυθοπλασία και απάτη!

1 Θανάσης Τριαρίδης, «Η “Ελευθερία” που σφάζει αμάχους», http://www.triaridis.gr/keimena/keimD035.htm

2 Κωστής Παπαγιώργης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2001, 124.

Τάσος Βουρνάς, «Ιστορία της Νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1997, Τόμος Α’, 104.

Hercules Millas, «History Textbooks in Greece and Turkey», History Workshop, n°31, 1991.

3 βλ. «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής, Απομνημονεύματα Κολοκοτρωναίων», Εκδόσεις Νάστου, τόμος 1, σελ. 112.

4 Ιωάννης Φιλήμων, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, 1859-1861», τ. Δ’ σελ. 224.

5 Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο, 1857, Β’ 92.

6 Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», (Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1977).

7 Διονυσίου Κόκκινου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Μέλισσα 1957, τόμος Γ’, σελ. 318, 334.

8 Ο Θανάσης Τριαρίδης είναι συγγραφέας, δικηγόρος, σεναριογράφος ντοκιμαντέρ.

9 Θανάσης Τριαρίδης, «Η “Ελευθερία” που σφάζει αμάχους», http://www.triaridis.gr/keimena/keimD035.htm

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.