Αιχμάλωτος… με δανεικό παντελόνι και ξυπόλυτος

Οι πικρές μνήμες του Πολύδωρου Πολυδώρου από τα όσα βίωσε από την προδοσία του ’74



Του Χρήστου Χαραλάμπους

 

Μετά από πολλές αναβολές καταφέραμε τελικά να συναντηθούμε εκεί στην αυλή της «Αναγέννησης» στην τουρκοκυπριακή συνοικία της Λεμεσού. Είχε παραγγείλει και τον καφέ και με περίμενε κρατώντας στα χέρια του τα σκληρότερα βιώματα της ζωής του, καταγραμμένα σε 170 τόσες σελίδες: «Αιχμάλωτος στην Τουρκία… Με δανεικό παντελόνι και ξυπόλυτος». Μια ακόμα γραπτή μαρτυρία από έναν από τους πολλούς συμπατριώτες μας που βίωσε στο πετσί του κι ακόμα κουβαλά στην ψυχή του τα όσα μύρια κακά δημιούργησε η προδοσία του 1974.

2

Η λεπτομερής εξιστόρηση από τον Πολύδωρο Πολυδώρου σε κάνει να νιώθεις ότι βρίσκεσαι μπροστά από μια οθόνη και παρακολουθείς από κάποια απόσταση τα γεγονότα. Μαυρόασπρες εικόνες αλλά πολύ φωτεινές και ζωντανές, καθώς «όλα αυτά που σου λέω είναι η αλήθεια, όσο απίστευτη κι αν φαίνεται…» Κι η φωνή του στρατιώτη, τότε, στο 361 Τάγμα Πεζικού, βγαίνει διακεκομμένη, πνιγμένη στα αθώρητα δάκρυα της συγκίνησης που προκαλεί το σκάλισμα της μνήμης, έστω κι αν έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας από τότε.

Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να ήταν; Όταν η μνήμη παλεύει να επιπλεύσει μέσα από τα κύματα της απογοήτευσης, του πόνου και του φόβου, της πείνας και της δίψας για πολλές μέρες κάτω από τον καυτό ήλιο εκείνου του καλοκαιριού, που σε κάνουν να παραλογίζεσαι και να έχεις παραισθήσεις των κακουχιών της αιχμαλωσίας, του θανάτου και όταν έχεις βιώσει όλα αυτά που συνθέτουν την προδοσία του 1974, δεν μπορεί παρά να ξεχειλίζει ακόμα η οργή, ο θυμός, το παράπονο, η συγκίνηση…

Εκείνος ο Ιούλης του ’74 είχε βρει τον 19χρονο Πολύδωρο να υπηρετεί τις τελευταίες μέρες της στρατιωτικής του θητείας στην «Άσπρη Μούττη» ως πολυβολητής εδάφους και σε φυλάκιο κοντά στο Δίκωμο. Δύο μόλις εικοσιτετράωρα πριν το πραξικόπημα, του ζήτησαν να παραδώσει όλο τον στρατιωτικό του εξοπλισμό, πλην της στολής εξόδου, ενώ θα απολυόταν επίσημα στις 20 Ιουλίου. Με την εκδήλωση όμως της εισβολής και την κήρυξη της γενικής επιστράτευσης, κλήθηκε να εμφανιστεί στη μονάδα του.

1 scaled

«Η κυκλοφορία είχε απαγορευτεί γι’ αυτό και ξεκίνησα περπατητός από το χωριό μου, τον Άγιο Θεόδωρο του Αγρού και φτάνοντας στο Απλίκι με λυπήθηκε κάποιος και με μετέφερε με το αυτοκίνητό του μέχρι τον Αστυνομικό Σταθμό Δευτεράς απ’ όπου κατέληξα στο ΓΕΕΦ», περιγράφει και θυμάται ότι εκεί «με εμούνταρε ένας καλαμαράς συνταγματάρχης για να με δείρει όταν έμαθε ποιο ήταν το τάγμα μου, γιατί στο 361 Τάγμα Πεζικού υπηρετούσαν τη θητεία τους οι Μακαριακοί και όλοι όσοι είχαν αριστερές καταβολές…»

Τελικά μεταφέρθηκε σε φυλάκιο στο Δίκωμο, εκεί όπου, όπως επισημαίνει, «τα φυλάκια ενώ ήταν εξοπλισμένα με δίδυμα πενηντάρια, αντιαρματικά και άλλο οπλισμό, τα σήκωσαν όλα τον Απρίλη του ’74 και τα αντικατέστησαν με κάτι ρωσικά, τα οποία, όπως αποδείχτηκε, δεν δούλεψαν καθόλου, ενδεχομένως και λόγω σαμποτάζ…»

Από την πρώτη μέρα της εισβολής ξεκίνησε και το μαρτύριο του νεαρού στρατιώτη, αφού η περιοχή Δικώμου – Μιας Μηλιάς ήταν το επίκεντρο των πολεμικών επιχειρήσεων. Το βράδυ της 20ής Ιουλίου «είχαμε ενισχύσεις από το 399 Τ.Π., το οποίο όμως υπέστη πανωλεθρία γιατί οι Τούρκοι, που γνώριζαν τα σχέδια και περίμεναν την επίθεση, γέμισαν με νερό τα χωράφια, με αποτέλεσμα τα δικά μας άρματα να ακινητοποιηθούν και να σκοτωθούν πολλοί νεοσύλλεκτοι στρατιώτες που δεν είχαν καμιά εμπειρία, πρόβατα στη σφαγή δηλαδή».

 

 

 

Η προδομένη μάχη με τον εισβολέα και η αιχμαλωσία

 

Οι μέρες που κύλησαν μετά την πρώτη μέρα της εισβολής αποκάλυπταν όλο και πιο έντονα το μέγεθος της προδοσίας που υπήρξε εκείνο το καλοκαίρι, αρχής γενομένης από το πραξικόπημα. Στο βιβλίο του ο Πολύδωρος Πολυδώρου καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα της καθημερινής επέλασης των εισβολέων, των δικών μας συνεχών υποχωρήσεων και των αμαχητί καταλήψεων των περιοχών της Κερύνειας και της Καρπασίας από τα τουρκικά στρατεύματα.

«Είχε ξημερώσει η 21η Ιουλίου και την ησυχία της προηγούμενης νύχτας έκοψε ένα τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος που έκανε βύθιση και έριξε δύο ρουκέτες στο φυλάκιό μου, οπότε από ένστικτο έκανα βουτιά σε ατομικό όρυγμα δίπλα από το πολυβολείο, αλλά έσπασα το πόδι μου ενώ τραυματίστηκα και  στον ώμο από βλήματα που ακόμα τα έχω στο κορμί μου… Εκείνη την ώρα νόμισα ότι πέθανα… Πέρασε σαν ταινία από μπροστά μου η οικογένειά μου και η προηγούμενη ζωή μου».

Ο Πολύδωρος όμως δεν είχε πεθάνει. Μετά από πολλές περιπέτειες κι αφού έτυχε περίθαλψης στο νοσοκομείο, γύρισε στο χωριό του. Όχι όμως για πολύ, αφού 2-3 μέρες αργότερα επέστρεψε ξανά στην πρώτη γραμμή του πολέμου, στην περιοχή του Παχύαμμου Κερύνειας και του Τρικώμου και στη συνέχεια στην Ακανθού, όπου και πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με άλλους στρατιώτες. Μεταφέρονται αρχικά στις φυλακές στο Σεράι και στις 30 Αυγούστου 500 περίπου αιχμάλωτοι φορτώνονται σε πλοία. Πρώτος σταθμός η Μερσίνα και στη συνέχεια τα Άδανα και οι φυλακές στο Αντίγιαμαν κοντά στα σύνορα με το Ιράκ.

«Το τι προπηλακισμούς, τι ξύλο φάγαμε από τον όχλο σε αυτή τη διαδρομή δεν περιγράφεται με λόγια… Ήταν πράξεις αντεκδίκησης για τη σφαγή που είχαν κάνει οι δικοί μας με θύματα 104 Τουρκοκύπριους αμάχους στα χωριά Αλόα, Μάραθα και Σαλαντάρι…» αναφέρει και φέρνει στη μνήμη του τις άθλιες συνθήκες στις φυλακές. «Ήμασταν 65 άτομα σε κάθε κελί και πίναμε νερό μέσα σε ένα βρομισμένο τενεκέ, ενώ τρώγαμε δέκα φορές ξύλο και μια φορά φαΐ, ένα ζουμί δηλαδή που κάπου κάπου έβλεπες και κανένα ρεβίθι…»

4

Ένα πακέτο τσιγάρα και κάτι ψιλά η αναγνώριση της προσφοράς

Η απελευθέρωση από την αιχμαλωσία και η επιστροφή στην Κύπρο έγινε στις 20 Οκτωβρίου. «Σε ένδειξη εκτίμησης για τα όσα πάθαμε στον πόλεμο, η  πολιτεία μάς προσέφερε με την άφιξή μας ένα πακέτο τσιγάρα, ένα κουτί σπίρτα και δύο λίρες…» λέει με ειρωνικό χαμόγελο  ο Πολύδωρος. Το μεγάλο όμως παράπονό του είναι ότι στο
απολυτήριο των αιχμαλώτων πολέμου, για πολλά χρόνια, έγραφε ότι «απολύεται ως συλληφθείς αιχμάλωτος υπό των Τούρκων. Δεν εξακριβώθηκαν οι συνθήκες της αιχμαλωσίας του και η διαγωγή του κατά τη διάρκεια ταύτης».

Μια αναφορά, το λιγότερο προσβλητική  όχι μόνο για όσους πολέμησαν και αιχμαλωτίστηκαν αλλά και για όλους εκείνους που βρέθηκαν δολοφονημένοι σε ομαδικούς τάφους. «Εκάμαμε πολλούς αγώνες για να σβηστεί αυτή η αναφορά από τα απολυτήριά μας, κι αυτό έγινε το 2015 με μαύρο μαρκαδόρο… Από την ψυχή μας όμως δεν σβήστηκε ποτέ αυτή η αντιμετώπιση».

Η απαξίωση όμως από το κράτος τής προσφοράς όσων πολέμησαν στην εισβολή και αιχμαλωτίστηκαν εξακολουθεί να υπάρχει. Γιατί τι άλλο από απαξίωση και μη αναγνώριση της προσφοράς τους αποτελεί το γεγονός ότι μόλις πριν από δύο χρόνια το Υπουργικό  Συμβούλιο ενέκρινε τιμητικό επίδομα για όσους πολέμησαν, αιχμαλωτίστηκαν ή τραυματίστηκαν το 1974; Επίδομα όμως εξευτελιστικό, αφού  κυμαίνεται από €5,70 μέχρι €59,70.