Για μια ακόμα φορά οι κατέχοντες εκκλησιαστική εξουσία αποδεικνύουν ότι δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτε και δεν υπολογίζουν κανέναν, όταν, υπό το πρόσχημα της ανάγκης για εξυπηρέτηση του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, αποφασίζουν και ενεργούν με οικονομικά κριτήρια. Κάτι που όχι μόνο το γνωρίζουν οι ίδιοι, αλλά το αντιλαμβάνονται και οι απλοί πολίτες.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την περίπτωση του κοιμητηρίου της Σφαλαγγιώτισσας στον Άγιο Αθανάσιο, το οποίο κατά γενική ομολογία αποτελεί μια πηγή τεράστιων εσόδων για τη Μητρόπολη Λεμεσού. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς ότι εισπράττονται κάθε χρόνο αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ από κηδείες, μνημόσυνα και βέβαια την πώληση τάφων, με τιμές 700, 1.000 ευρώ ή και πολύ περισσότερο, ανάλογα με τη θέση που βρίσκονται.

Ο χώρος που δημιουργήθηκε το κοιμητήριο ήταν κάποτε γεμάτος δέντρα, αλλά με το πέρασμα του χρόνου και την αυξημένη «ζήτηση», οι ιθύνοντες του κοιμητηρίου άρχισαν να θερίζουν δέντρα και άλλη βλάστηση, προκειμένου να εξασφαλιστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι τάφοι, οι οποίοι μάλιστα ανοίγονται κατά σειρά από τα συνεργεία της Μητρόπολης και παραμένουν ανοικτοί μέχρι να πωληθούν. Μέσα από αυτή την τακτική και την καθημερινή σχεδόν ενασχόληση των συνεργείων με την κοπή δέντρων και τις χωματουργικές εργασίες, το κοιμητήριο μετατράπηκε σε έναν κατάξερο τόπο.

Είναι γεγονός ότι μέσα στο επόμενο λίγο διάστημα το κοιμητήριο θα είναι υπερπλήρες, γι’ αυτό και ανάγκασε τους δήμους της μείζονος Λεμεσού να δρομολογήσουν τις διαδικασίες για την επιλογή κατάλληλου χώρου για τη δημιουργία νέου περιφερειακού κοιμητηρίου και ήδη έχει ζητηθεί με σχετική ανακοίνωση η δήλωση ενδιαφέροντος για απόκτηση κατάλληλης γης για αυτόν το σκοπό.

Από την πλευρά τους όμως οι υπεύθυνοι της Μητρόπολης, αντί της αναζήτησης οποιασδήποτε άλλης λύσης, συνεχίζουν ακάθεκτοι το καταστροφικό τους έργο σε βάρος του περιβάλλοντος, ακόμα και εκτός του περιφραγμένου χώρου του κοιμητηρίου, όπου πήραν σβάρνα και έκοψαν τα κυπαρίσσια και τις ακακίες που βρίσκονταν εκεί για κάποιες δεκαετίες, προκαλώντας αντιδράσεις.

Σχετική είναι και η καταγγελία του Κινήματος Οικολόγων, το οποίο, μετά από αντιδράσεις πολιτών, κάνει λόγο για έλλειψη κάθε περιβαλλοντικής ευαισθησίας εκ μέρους της Μητρόπολης Λεμεσού και γενικότερα της Εκκλησίας. Το θέμα αφορά την κοπή δεκάδων μεγάλων κυπαρισσιών και άλλων δέντρων στα πλαίσια εργασιών.

Επισημαίνοντας το γεγονός ότι το Τμήμα Δασών καλείται να εκδίδει άδειες κοπής μόνο στην περίπτωση των «προστατευόμενων δέντρων» που καταγράφονται στη σχετική νομοθεσία, οι Οικολόγοι στιγματίζουν το ότι «η Μητρόπολη Λεμεσού προχώρησε στην κοπή των δέντρων χωρίς να απαιτηθεί να εκδοθεί οποιαδήποτε άδεια κοπής, αλλά και χωρίς να λάβει υπόψη της το μεγάλο περιβαλλοντικό κόστος».

Είναι οξύμωρο, όπως τονίζουν οι Οικολόγοι, «να προσπαθούμε να αυξήσουμε το αστικό πράσινο από τη μια και από την άλλη να μπορεί ο καθένας να προχωρεί στη μαζική κοπή δέντρων γιατί δεν είναι δασικά», υποδεικνύοντας ότι η Εκκλησία θα έπρεπε να ήταν πιο ευαισθητοποιημένη στα θέματα πρασίνου και του περιβάλλοντος.

Στα πλαίσια της μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως αναφέρουν οι Οικολόγοι, θα πρέπει να δοθεί επαρκής εξουσία είτε στους Δήμους είτε στα Επαρχιακά Συμβούλια να προστατεύουν επαρκώς το αστικό πράσινο, είτε πρόκειται για δασικά είδη είτε όχι. Επισημαίνεται δε ότι η Στρατηγική καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, που ενέκρινε το Υπουργικό Συμβούλιο το 2017, δεν έχει μετουσιωθεί σε οποιοδήποτε νόμο ή κανονισμό, καθιστώντας την ουσιαστικά μια ανεφάρμοστη έκθεση ιδεών.

Χρήστος Χαραλάμπους