Την άμεση φυλάκιση του 72χρονου Γιώργου Κωνσταντίνου για το θάνατο του σκύλου ΜΑΧ για περίοδο 3 μηνών, διέταξε το Ανώτατο Δικαστήριο, επιβάλλοντας ουσιαστικά αυστηρότερη ποινή από αυτή που του είχε επιβληθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο.
  
 Ο 73χρονος είχε κριθεί ένοχος στα αδικήματα της έκθεσης ζώου σε πόνο, ταλαιπωρία και τραυματισμό και της θανάτωσης του για ανεπίτρεπτο σκοπό και  του είπε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 45 ημερών με αναστολή για περίοδο τριών χρόνων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του σημειώνει ότι «μια ακόμα ψυχρή και ανάλγητη ανθρώπινη πράξη εναντίον ζώου, σκύλου ράτσας German Shepherd, τραυματισμός του με μαχαίρι μπροστά στα μάτια του ιδιοκτήτη του και της ανιψιάς του, η οποία έγινε μάρτυρας του συμβάντος από το παράθυρο του δωματίου της, απασχόλησε το Δικαστήριο». 

Οι όποιες αιτιάσεις του 72χρονου περί του φόβου που του προκλήθηκε, όταν δήθεν ο σκύλος επιτέθηκε στο μικρόσωμο δικό του σκυλί και ότι μόνο όταν οι προσπάθειες του να τον αποτρέψει απέτυχαν, ανέσυρε το μαχαίρι, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο, όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε την έφεση που άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας μετά από εισήγηση του Κόμματος για τα Ζώα, κρίνοντας  την επιβληθείσα ποινή των 45 ημερών  ως έκδηλα ανεπαρκής και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή ως λανθασμένη.
 
Το Ανώτατο σημειώνει ότι «η ηλικία του εφεσίβλητου, 72 χρονών, και το λευκό του ποινικό μητρώο είναι σαφώς παράγοντες που προσμετρούν ως ελαφρυντικοί και έχουν την αυτοτελή τους σημασία, όμως δεν υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για τιμωρία και αποτροπή, που προβάλλει έντονα λόγω και της αύξησης των αδικημάτων αυτής της φύσης, που έρχονται ολοένα και πιο συχνά ενώπιον των Δικαστηρίων, όπως αναγνωρίζει και το πρωτόδικο Δικαστήριο».
 
«Κυρίαρχο στοιχείο, θεωρούμε, αποτελούν, ως ορθά επισημαίνει η δικηγόρος για τη Δημοκρατία, οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, που κατατάσσουν την περίπτωση ως ιδιαιτέρως σοβαρή, υπό την έννοια ότι εκτελέστηκε εν ψυχρώ και κατά τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία περί της πρόθεσης του εφεσίβλητου να τραυματίσει το ζώο σοβαρά και όχι να το αποτρέψει», προστίθεται.
 
Σημειώνεται επίσης ότι «Ο όλος τρόπος δράσης του εφεσίβλητου: μεταφορά μαχαιριού αλλά και η μετέπειτα συμπεριφορά του, την οποία το Δικαστήριο διαπιστώνει ως ψυχρή, ότι το μαχαίρωμα έγινε μέρα μεσημέρι μπροστά στα μάτια του ιδιοκτήτη και της ανιψιάς του, ο τρόμος που προκλήθηκε στα εν λόγω πρόσωπα μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα, είναι θεωρούμε παράγοντες οι οποίοι, ενώ ορθά καταγράφονται από το Δικαστήριο, λανθασμένα εν τέλει υποβαθμίζονται και δεν εντάσσονται ως επιβαρυντικοί…»
 
Το Ανώτατο αναφέρει επίσης ότι «διέλαθε όμως του Δικαστηρίου ένα ακόμη ιδιαιτέρως σοβαρό στοιχείο: οι συνέπειες σε ολόκληρη την οικογένεια του ιδιοκτήτη του σκύλου: σκύλος καθοδηγητής, φύλακας κωφάλαλης οικογένειας και εκπαιδευμένος για την προστασία της, ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την ανάλγητη συμπεριφορά του δράστη, ο οποίος ήταν γνώστης όλων των ανωτέρω συνθηκών». 

Το Δικαστήριο, συνεχίζει το Ανώτατο, « υπέπεσε σε σφάλμα αρχής όταν εντάσσει την μεταμέλεια και τη συνεργασία του εφεσίβλητου, όπως ο συνήγορος του πρόβαλε μετ΄ επιτάσεως και ενώπιον μας, ως μετριαστικούς παράγοντες».
 
«Κρίνουμε ότι ποινή φυλάκισης 3 μηνών είναι, υπό τις περιστάσεις, η ενδεδειγμένη», καταλήγει το Ανώτατο. 

Για το αδίκημα για το οποίο ο 72χρονος έχει κριθεί ένοχος, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 12 μηνών ή χρηματική ποινή €1.708 ή και οι δύο ποινές.