Συνέντευξη στην Άννα Μισιαούλη

Το βιβλίο του «Το Κυπριακό αδιέξοδο της Τουρκικής Αριστεράς» παρουσιάζει την Τρίτη, 27 Νοεμβρίου, στη Δημοσιογραφική Εστία, ο Δρ Αμπντουλλάχ Κορκμαζχάν. Ο Αμπντουλλάχ αναγάγηκε διδάκτωρ το 2017 στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολιτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Έχει επίσης σπουδάσει Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης, με μεταπτυχιακές σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις. Από το 2003 συμμετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή, καθώς και στον αγώνα για την επανένωση της Κύπρου.
Λίγες μέρες πριν την παρουσίαση του βιβλίου του, συναντηθήκαμε μαζί του και μιλήσαμε για το τι τον ώθησε να επιλέξει το συγκεκριμένο θέμα για το βιβλίο του, τη σημασία του, αλλά και γιατί αποφάσισε την έκδοσή του και στα Ελληνικά, αφού ήδη κυκλοφορεί στα Τουρκικά.

 

• «Πιστεύω ότι την ευθύνη και το καθήκον για την ανάπτυξη εναλλακτικών πολιτικών κατά των ιμπεριαλιστικών και εθνικιστικών πολιτικών, καθώς και για τη μετατροπή της διαδικασίας/διαδικασιών υπέρ των καταπιεσμένων λαών, την έχει η Αριστερά»

• «Ένα από τα κύρια συμπεράσματα είναι ότι η τουρκική Αριστερά δεν μπόρεσε να διαχωρίσει τον αντι-ιμπεριαλισμό από τον εθνικισμό της Τουρκίας και στο όνομα του αντι-ιμπεριαλισμού στην πραγματικότητα βουλιάζει στο τέλμα του εθνικισμού»

• «Ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να επανενώσουμε αυτή την όμορφη χώρα και να ανοικοδομήσουμε την κοινή πατρίδα μας με ειρήνη και αλληλεγγύη το συντομότερο δυνατόν»

 

Για ποιο λόγο αποφάσισες να επιλέξεις ως θέμα την τουρκική Αριστερά;
Ήταν η δεκαετία του 2000. Ως νέος φοιτητής πανεπιστημίου, από τη μια, γινόμουν μάρτυρας στον αγώνα για λύση που μεγάλωνε στην τ/κ κοινότητα και από την άλλη προσπαθούσα να καταλάβω τι συμβαίνει. Οι Τ/κ επαναστατούσαν για πρώτη φορά. Η συμμετοχή μου στον αγώνα για λύση και ειρήνη αποτελούσε για μένα την πραγματική ακαδημαϊκή μου πορεία. Όπως πολλοί νέοι εκείνης της εποχής, βρέθηκα σε μια διαδικασία ταχείας πολιτικοποίησης τόσο σε θεωρητικό όσο και πρακτικό επίπεδο. Το μυαλό μας, που μέχρι εκείνη την ημέρα ήταν δέσμιο της επίσημης ιδεολογίας και αντίληψης της ιστορίας, άρχισε να απελευθερώνεται, αμφισβητεί και εξελίσσεται. Με την ε/κ κοινότητα και τους νέους της, με κοινές δράσεις και συζητήσεις, βρισκόμασταν πλέον στην αναζήτηση μιας άλλης Κύπρου. Ο αγώνας για λύση, ειρήνη και κοινή πατρίδα είχε γίνει ο τρόπος ζωής μας.
Σε αυτόν τον πολιτικό αγώνα υπήρχε πάντα μια ερώτηση. Η τουρκική Αριστερά, που θαυμάζουμε την ιστορία του αγώνα της, γιατί δεν υποστήριζε τον αγώνα για λύση και ειρήνη στην Κύπρο; Γιατί η τουρκική Αριστερά παραμένει σιωπηλή απέναντι στο γεγονός ότι η κυρίαρχη τάξη στην Τουρκία κρατά την Κύπρο υπό την κατοχή της και την έχει καταστήσει αποικία της, ενώ παράλληλα κρατά τους Τουρκοκυπρίους υπό τον έλεγχο και τις πιέσεις της; Ποιο ήταν το ιστορικό υπόβαθρο και οι λόγοι για τους οποίους η τουρκική Αριστερά τήρησε σιωπή στο ζήτημα της Κύπρου;
Ο κύριος λόγος που ασχολήθηκα με αυτή την έρευνα ήταν η επιθυμία μου να βρω απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Στο πλαίσιο αυτό θεωρώ ότι ο ρόλος και η προσέγγιση της τουρκικής Αριστεράς στην τραγωδία της Κύπρου είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντική και κρίσιμη όσο αυτή της κυρίαρχης τάξης στην Τουρκία.

 

 Κατά την περίοδο που πραγματεύεσαι στο βιβλίο σου, το 1950 – 1980, μπορούμε να πούμε ότι υπήρχε μια ενωμένη τουρκική Αριστερά με κοινή στάση απέναντι στο Κυπριακό;
Σε αυτή την εργασία εξετάζονται και τίθενται υπό αμφισβήτηση οι πολιτικές και οι προσεγγίσεις των αριστερών κινημάτων της Τουρκίας σε σχέση με το Κυπριακό, που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας από τη δεκαετία του 1950 έως το 1980. Παρατηρείται ότι ένα σημαντικό μέρος της τουρκικής Αριστεράς δεν αναπτύσσει μια προσέγγιση και ανάλυση και μια ανεξάρτητη, συνεκτική και αυθεντική πολιτική με ταξική προοπτική για το Κυπριακό. Η Αριστερά, όπως και η εξουσία, αντιμετωπίζει την Κύπρο ως «εθνική υπόθεση». Η τουρκική Αριστερά σε μεγάλο βαθμό τήρησε σιωπή στο θέμα της Κύπρου και απέφυγε να θέσει το θέμα στην ημερήσια διάταξή της.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας (TKP), το παλαιότερο κόμμα στην τουρκική Αριστερά, διαχωρίζει τη θέση του από τα υπόλοιπα αριστερά κινήματα που ακολουθούν μια εθνικιστική γραμμή στο Κυπριακό και σε μεγάλο βαθμό είχε καθορίσει την πολιτική του στο Κυπριακό με βάση την αλληλεγγύη και τη συνεργασία του με το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ) και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΚΚΕ). Το TKP, σε αντίθεση με τα άλλα αριστερά κινήματα, με εξαίρεση τη στρατιωτική επέμβαση στις 20 Ιουλίου 1974, είχε αντιταχθεί στην επιλογή της στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Το Τουρκικό Εργατικό Κόμμα (TİP), ένα από τα σημαντικότερα αριστερά πολιτικά κόμματα της δεκαετίας του 1960, προσέγγισε το Κυπριακό ως «μία εθνική υπόθεση που είναι πάνω από τα κόμματα και πέρα από τις ταξικές αντιπαραθέσεις».

 

Ποια τα συμπεράσματά σου σχετικά με τη θέση της τουρκικής Αριστεράς και της ρητορικής της στο Κυπριακό κατά την περίοδο που εξετάζεις;
Μεταξύ της δεκαετίας 1950 και 1960, την οποία το τουρκικό Αριστερό Κίνημα χαρακτήρισε ως μια σκοτεινή περίοδο, τόσο το TKP όσο και ο Ναζίμ Χικμέτ με κάθε δυνατή ευκαιρία προσπάθησαν να εξηγήσουν τις απόψεις τους για το Κυπριακό. Το TKP δεν είχε τη δυνατότητα να παρέμβει για να επηρεάσει την πορεία του κυπριακού προβλήματος και τη διχοτομική πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης. Τη δεκαετία του 1960 η τουρκική Αριστερά δεν είχε μια αυθεντική και συνεπή πολιτική για την Κύπρο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι προσεγγίσεις των YÖN, TİP και MDD συμπίπτουν, ενώ του TKP διαφοροποιούνται.
Την ευαισθησία και την αντίδραση που έδειξε ένα σημαντικό μέρος της Αριστεράς της δεκαετίας του 1970 απέναντι στο πραξικόπημα της ελληνικής χούντας δεν την έδειξε και απέναντι στην πρώτη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στις 20 Ιουλίου και μάλιστα στήριξε την επέμβαση. Το σοβινιστικό κύμα που περιβάλλει την Τουρκία, μετά την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος και της στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο, τροφοδοτούσε τη μιλιταριστική προσέγγιση της Αριστεράς, που κατέληξε να στηρίζει την επέμβαση.
Ένα από τα κύρια συμπεράσματα είναι ότι η τουρκική Αριστερά δεν μπόρεσε να διαχωρίσει τον αντι-ιμπεριαλισμό από τον εθνικισμό της Τουρκίας και στο όνομα του αντι-ιμπεριαλισμού στην πραγματικότητα βουλιάζει στο τέλμα του εθνικισμού. Έτσι απέναντι στις κρίσεις του 1964, του 1968 και του 1974 δεν μπορεί να διαχωρίσει τον αντι-ιμπεριαλισμό από τον εθνικισμό.
Τα αριστερά κινήματα δεν αναπτύσσουν μια προσέγγιση και μία συνεπή και αυθεντική πολιτική με ταξική προοπτική και με βάση τα κοινά συμφέροντα των δύο κοινοτήτων. Το Κυπριακό αποτελεί τόσο για τις κυβερνήσεις όσο και για την Αριστερά μια εθνική υπόθεση. Ο κύριος λόγος γι’ αυτό είναι το πρόβλημα του εθνικισμού στη δομή της Αριστεράς και το γεγονός ότι η Αριστερά δεν είχε ανεξαρτητοποιηθεί από τον κεμαλισμό και την επίσημη ιδεολογία. Πιστεύω ότι η τουρκική Αριστερά, η οποία διατήρησε μια εθνικιστική προσέγγιση στο Κυπριακό, φέρει ευθύνη για το γεγονός ότι το πρόβλημα έγινε πιο βαθύ και πιο μεγάλο και ότι παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα.

 

Η έρευνά σου εκδόθηκε και ήδη κυκλοφορεί από το 2017. Τώρα κυκλοφορεί σε έκδοση στα Ελληνικά. Ποιος είναι ο στόχος σου μέσα από την παρουσίαση της έρευνάς σου σε ελληνόφωνους αναγνώστες;
Θέλω να εκφράσω τον ενθουσιασμό μου για το γεγονός ότι αυτή η εργασία έχει εκδοθεί στα Ελληνικά και μπορεί να διαβαστεί από τους ελληνόφωνους Κύπριους συμπολίτες μου. Θεωρώ ότι θα βρουν το βιβλίο αρκετά ενδιαφέρον, γιατί περιλαμβάνει ντοκουμέντα και πληροφορίες για τη στάση των αριστερών κινημάτων της Τουρκίας απέναντι στην Ένωση, την Κυπριακή Δημοκρατία, τον Μακάριο, το ΑΚΕΛ. Ξέρω ότι ο Ναζίμ Χικμέτ είναι πολύ αγαπητός στην ε/κ κοινότητα. Για παράδειγμα στο βιβλίο περιλαμβάνονται πληροφορίες για τις σχέσεις του ΑΚΕΛ με την Αριστερά της Τουρκίας και αλληλογραφία μεταξύ του Ναζίμ Χικμέτ και του Ντερβίς Αλί Καβάζογλου.

Θεωρώ πολύ σημαντικά τα βιβλία για την κατανόηση και έναρξη διαλόγου. Ε/κ και Τ/κ μπορούν να διαβάσουν και να κατανοήσουν καλύτερα ο ένας τον άλλο. Γι’ αυτό ελπίζω ότι το βιβλίο μου θα υπηρετήσει αυτό το στόχο και θα ενθαρρύνει ακαδημαϊκούς, συγγραφείς, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες κ.α. να δημοσιεύουν ταυτόχρονα στα Τουρκικά και στα Ελληνικά.

Ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να επανενώσουμε αυτή την όμορφη χώρα και να ανοικοδομήσουμε την κοινή πατρίδα μας με ειρήνη και αλληλεγγύη το συντομότερο δυνατόν.