Αναγέλαστα, η ιστορία πίσω από την ποίηση

της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου

Ήμουνα βέβαιη ότι τις ξέρω. Δεν τις είχα δει, μα τις είχα ακούσει πολλές φορές να περιφέρονται μέσα στο σπίτι μας. Τις έφερνε η γιαγιά μου. Αν είχαν σάρκα και οστά; Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη. Είμαι όμως πέρα για πέρα σίγουρη πως κουβαλούσαν μαζί τους κάτι λέξεις που, όχι μόνο σάρκα και οστά είχαν, μα και πολλά άλλα: ττόζιν που τες πατανίες, σορόπια που τα γλυκά του κουταλιού, μούζην, κατακάθκια του καφέ, τερατσόμελον, καούκκους, τζερίν της εκκλησίας που τα τάματα. Λέω: πρέπει να τις καταφέρω να μου μιλήσουν. Θα τεντώσω τ᾽αυτιά μου. Θα τις καλοπιάσω. Θα τις τραττάρω τα καλύτερα. Θα σφηνωθώ σε μια γωνιά και θα τους αφήσω όλο το χώρο. Να ποτυλιχτούν, να απλωθούν, να μερακλώσουν. Σε κάθε φράση που ξεστομίζουν, αισθάνομαι να συσπάται για λίγο το δωμάτιο. Ακούω ξεκάθαρα τους κραδασμούς. Στους τοίχους, στα πατώματα και στα ρολόγια. Περισσότερο στα ρολόγια. Έκαψέν τον τζι εκαούρτισέν τον. Έλυσεν την η μίλλα μου. Ζάβαλλε. Ζάβαλλέ μου. Τζαι μάνα μου χαρώ σε. Τζαι λαμπρόν να σε κάψει. Τζαι ποιος της το παραλάλησεν. Λέω. Πρέπει να δω πώς μοιάζει όταν ανεβαίνεις σ’ ένα «ποιος της το παραλάλησεν» και δοκιμάζεις να κάνεις μια πτήση πάνω απ᾽ τον εαυτό σου. Πρέπει να δοκιμάσω να εξακοντίσω ένα «ποιος της το παραλάλησεν» μέσα στον επόμενο αιώνα. Πρέπει τους.

1113-04-anagelasta-cover-02_page_2-copy