Ανάλυση: Η κατάρρευση της εργασίας στην Ελλάδα και η ταφόπλακα στις κατακτήσεις δεκαετιών

  • «Καλύτερα να ονομαστεί εργοδοτικό νομοσχέδιο και όχι εργασιακό. Και τούτο, διότι είναι ξεκάθαρα αντεργατικό, βγαλμένο από τους πιο μύχιους πόθους του ΣΕΒ και των άλλων εργοδοτικών ενώσεων»
  • «Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε δυνατότητα και ευκαιρία που της παρουσιάζεται, εν μέσω της πανδημίας της COVID-19, ώστε να ολοκληρώσει το καταστροφικό νομοθετικό έργο της»
  • «Το πλεονέκτημα της Κύπρου έναντι της Ελλάδας είναι η ύπαρξη βαθιά ριζωμένης παράδοσης υγιούς κοινωνικού διαλόγου»
  • «Οι επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων είτε στην Ελλάδα είτε στη Γαλλία ή οπουδήποτε αλλού είναι ζήτημα που αφορά το σύνολο των εργαζομένων στην Ευρώπη»

 

Μετά από μαζικότατες κινητοποιήσεις από τον κόσμο της εργασίας σε ολόκληρη την Ελλάδα και μία σφοδρή αντιπαράθεση στη Βουλή, υπερψηφίστηκε την περασμένη Τετάρτη με τις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας το αντεργατικό νομοσχέδιο Χατζηδάκη, με το οποίο ουσιαστικά καταργείται το 8ωρο, ενώ κατακτήσεις δεκαετιών πετάγονται στον κάλαθο των αχρήστων από τη συντηρητική δεξιά κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

«Το νομοσχέδιο Χατζηδάκη, το οποίο ψηφίστηκε ως νόμος από τη Βουλή των Ελλήνων, θα ταίριαζε καλύτερα να ονομαστεί εργοδοτικό νομοσχέδιο και όχι εργασιακό. Και τούτο, διότι είναι ξεκάθαρα αντεργατικό, βγαλμένο από τους πιο μύχιους πόθους του ΣΕΒ και των άλλων εργοδοτικών ενώσεων. Και μάλιστα, από ένα σκληρό πυρήνα του ΣΕΒ, που επιθυμεί τις πιο νεοφιλελεύθερες και ακραίες (απο)ρυθμίσεις των εργασιακών σχέσεων. Το εν λόγω νομοσχέδιο φαλκιδεύει συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των εργαζομένων και καταργεί κατακτήσεις δεκαετιών του κόσμου της μισθωτής εργασίας, επιτρέποντας τις πιο άγριες μορφές εργοδοτικής αυθαιρεσίας και υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων. Το 8ωρο ελαστικοποιείται και επί της ουσίας καταργείται, θεσπίζονται απλήρωτες υπερωρίες και πλήττεται βάναυσα η συλλογική διαπραγμάτευση και το δικαίωμα προσφυγής στη διαιτησία», αναφέρει στη «Χαραυγή» ο καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Άρης Στυλιανού.

Ο κ. Στυλιανού υπογραμμίζει πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε δυνατότητα και ευκαιρία που της παρουσιάζεται, εν μέσω της πανδημίας της COVID-19, ώστε να ολοκληρώσει το καταστροφικό νομοθετικό έργο της.

Με το εν λόγω νομοσχέδιο, το δικαίωμα στην απεργία περιορίζεται δραματικά και επί της ουσίας σχεδόν καταργείται, ο εργασιακός συνδικαλισμός συρρικνώνεται και τα εργατικά συνδικάτα αποδυναμώνονται πλήρως. Πρόκειται για μια βάρβαρη νεοφιλελεύθερη επίθεση στο συνδικαλισμό, εξηγεί ο Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας, μια επίθεση πρωτοφανή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Επαναφέρεται και γενικεύεται το αρχαϊκό μοντέλο των ατομικών συμβάσεων εργασίας και της ατομικής «διαπραγμάτευσης» ανάμεσα στον εργοδότη και στον εργαζόμενο. Γίνεται έτσι πολύ εύκολα κατανοητό ποιος έχει το πάνω χέρι σε ένα τέτοιο μοντέλο.

«Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι οποίες είχαν ήδη γίνει διάτρητες από προηγούμενο νόμο της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τώρα ουσιαστικά καταργούνται πλήρως. Δεν υπάρχει χώρος πια για συλλογική διαπραγμάτευση και για συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Θα έλεγε κανείς ότι πίσω από την κυβέρνηση ενεργεί ένας σκληρός πυρήνας της εργοδοσίας, ότι ο ΣΕΒ έχει αναλάβει μια άτυπη νομοθετική πρωτοβουλία. Έχουμε να κάνουμε με μια ολομέτωπη επίθεση στο συνδικαλισμό, στα εργασιακά δικαιώματα και στο ίδιο το εργατικό δίκαιο, όπως το γνωρίζουμε και όπως έχει κατοχυρωθεί μέσα από αγώνες, εδώ και δεκαετίες».

Κληθείς να σχολιάσει το μέλλον της εργασίας στην Ελλάδα, ο κ. Στυλιανού τονίζει ότι αυτή η αντιδραστική αντιμεταρρύθμιση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στα εργασιακά απειλεί να καθηλώσει και να ταπεινώσει τον κόσμο της εργασίας στη χώρα.

«Με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη διαλύεται εντελώς ο ιστός των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Επίσης, διαλύεται ο συνταγματικώς κατοχυρωμένος επικουρικός θεσμός της διαιτησίας και παύουν να ισχύουν οι καθιερωμένες συλλογικές ρυθμίσεις των όρων εργασίας και των μισθών. Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, βλέπουμε το εργατικό δίκαιο να επαναφέρεται βίαια στις απαρχές της εφαρμογής του. Επιπλέον, καταργείται το ΣΕΠΕ (Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας) και στη θέση του ιδρύεται μια δήθεν “ανεξάρτητη” Αρχή, που δεν θα λογοδοτεί στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας και, προφανώς, δεν θα κάνει τους καθημερινούς απαραίτητους ελέγχους των όρων εργασίας», τονίζει.

«Το δικαίωμα του πιο αδύναμου μέρους, του εργαζομένου, για μονομερή προσφυγή στη διαιτησία ακρωτηριάζεται και απαλείφεται. Κατά συνέπεια, η ρύθμιση των όρων εργασίας επιστρέφει στον εργοδότη, που θα μπορεί να επιβάλλει μονομερώς τη βούλησή του και να συμπιέζει προς τα κάτω τους μισθούς. Το κέντρο βάρους μετατίθεται διαρκώς από το συλλογικό επίπεδο στο ατομικό, με την ατομική δήθεν διαπραγμάτευση. Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι αυτό το νομοσχέδιο της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με πρωτοφανή θρασύτητα και προκλητικότητα, ποδοπατεί το ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδας, εφόσον σχεδιάζει και πραγματοποιεί τον ακρωτηριασμό εξαιρετικά σημαντικών, συνταγματικώς κατοχυρωμένων, δικαιωμάτων των εργαζομένων», είπε καταληκτικά.

Για το εάν υπάρχουν παρόμοιες σκέψεις σχετικά με τα εργασιακά στην Κύπρο, ο Γενικός Διευθυντής της Ομοσπονδίας Εργοδοτών και Βιομηχάνων Κύπρου, Μιχάλης Αντωνίου, ανέφερε χαρακτηριστικά πως τα περισσότερα θέματα που διαλαμβάνει το ελληνικό πολυνομοσχέδιο στην Κύπρο είναι προ πολλού ρυθμισμένα και υλοποιούνται χωρίς κοινωνική ή εργασιακή αναταραχή.

«Το πλεονέκτημα της Κύπρου έναντι της Ελλάδας είναι η ύπαρξη βαθιά ριζωμένης παράδοσης υγιούς κοινωνικού διαλόγου. Οι ιδρυτές του συστήματος εργασιακών σχέσεων το 1960 μερίμνησαν έτσι ώστε τα ζητήματα που αφορούν την εργασία είτε να αποφασίζονται με απευθείας συμφωνίες εργοδοτών και συντεχνιών είτε να νομοθετούνται μετά από εξαντλητικό διάλογο», σημείωσε ο ΓΔ της ΟΕΒ.

«Ένα από τα λίγα ζητήματα επί των οποίων δεν κατέστη δυνατή η σύγκλιση απόψεων ΟΕΒ – συντεχνιών είναι η ρύθμιση των απεργιών στις ουσιώδεις υπηρεσίες. Μια βελτίωση έγινε το 2012 με νόμο τής τότε κυβέρνησης που ψήφισε σχεδόν ομόφωνα η Βουλή και ρυθμίζεται αποτελεσματικά το δικαίωμα της απεργίας στη διαχείριση της ροής της εναέριας κυκλοφορίας. Αυτό όμως δεν αρκεί, χρειάζονται αποτελεσματικές λύσεις σε όλες τις ουσιώδεις υπηρεσίες».

Από την πλευρά του, ο Υπεύθυνος Γραφείου Διεθνών Σχέσεων της Παγκύπριας Εργατικής Ομοσπονδίας (ΠΕΟ), Πιερής Πιερή, ήταν ξεκάθαρος ως προς το τι χάνεται με το νέο νομοσχέδιο-έκτρωμα Χατζηδάκη: «Η εφαρμογή του νέου νομοσχεδίου θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στα δικαιώματα των εργαζομένων, ακυρώνονται στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα όπως είναι το 8ωρο, περιορίζεται η συνδικαλιστική δραστηριότητα και το δικαίωμα στην απεργία. Ακόμη καταργείται η αργία της Κυριακής, προωθούνται οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης και η τηλεργασία».

Παρά το γεγονός ότι το σύστημα εργασιακών σχέσεων μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά σε κάθε χώρα, συνέχισε ο κ. Πιερή, την ίδια ώρα «για εμάς είναι ξεκάθαρο ότι οι επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων είτε στην Ελλάδα είτε στη Γαλλία ή οπουδήποτε αλλού, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, είναι ζήτημα που αφορά το σύνολο των εργαζομένων στην Ευρώπη». Άλλωστε, είπε καταλήγοντας, «όλοι βιώνουμε τις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές της ΕΕ και με κάθε δυνατό τρόπο εκφράζουμε την αλληλεγγύη στους αγώνες των εργαζομένων».

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.