“Ανατολική Μεσόγειος” της Ήβης Μελεάγρου

Φωτογραφία: Ελένη Παπαδοπούλου

Ανατολική Μεσόγειος

(απόσπασμα)


Κατεβάστε το  Dialogos App
Apple | Android | Huawei



END OF AN ERA

Άνοιξε το μπουκαλάκι κι είδε μέσα το χείμαρρο των ροζ  χαπιών και το χρώμα πάλι την απώθησε, ήτανε πολύ ζαχαρωτό, θα τους έπεσε κατά λάθος πολύ, τα χάπια του μπουκαλιού που τέλειωσε είχαν ένα ροζ απαλό, δεν ήγειρε αξιώσεις, και μια έκφραση διακριτική, ζητούσαν να περάσουν απαρατήρητα. Αυτά τα νέα φώναζαν το είδος τους, σε αναγκάζαν να συλλογιστείς επάνω στη φύση τους, έσερναν έναν κόσμο ολάκερο πίσω τους· το πρωί ήτανε και τα γαλάζια, ο «χείμαρρος» των γαλάζιων, μισό ροζ και μισό γαλάζιο θα έφερναν ισορροπία, είπε ο γιατρός, για ένα διάστημα τουλάχιστο, και πραγματικά βοηθούσαν, έμπαινε σε μια τάξη η ζωή, ο ερχομός του Ίωνα από το σχολειό – τι καλά, μανούλα, που σε βρίσκω τώρα πάντα σπίτι… – του Γιώργου από το γραφείο αποτελούσανα κάθε φορά ένα σταθμό·

[Κατά περιφρόνησις προς τας αρχάς αι οποίαι διεκηρύχθησαν διά της αποφάσεως ή διακηρύξεως των Καννών της 6ης Ιανουαρίου 1922, τρεις δυνάμεις οικειοποιήθησαν το δικαίωμα να υπαγορεύσουν εις ένα τρίτον αμετακινήτους αρχάς επί των οποίων είχον της πρόθεσιν να οργανώσουν τούτο.]

στα μεσοδιαστήματα καθόταν στην πολυθρόνα, κοίταξε έξω ή το εσωτερικό γύρω του σπιτιού, απλώς κοίταζε ή πήγαινε στο παράθυρο κι έβλεπε τον κήπο… ο γάτος έπαιζε με μια ψόφια σαύρα, θα την κυνήγησε και την έπνιξε, κι ύστερα για ώρα την πετούσε κει, δω, με το ένα πόδι, με το άλλο, και μια φαινόταν άσπρη η κοιλιά της, μια μαύρη η ράχη της, ήταν ένα θέαμα σκληρό, απαίσιο, αν και δεν αγαπούσε τες σαύρες… στην κορφή της λεμονιάς μια μυρμηδονοφωλιά έσφυζε ζωή από τες μυρμηδόνες που κινούνταν απάνω της, όπως κι η κεφαλή του Ονήσιλλου, σκέφτηκε, κι είπε ας μην τα λαμβάνω υπόψη όλα αυτά, ας μην… ένα σπουργιτάκι φτεροκόπησε στην περσιάνα και κάθησε ανάμεσα στες γρίλιες, την κοίταξε, «α, σπουργιτάκι, σπουργιτάκι μου…», και πάλι σώπασε ευτύς, έσφιξε το στόμα, ας μην το προσέχω…

Απόψε θα χρειαστεί περισσότερο από το μισό ροζ χάπι, το κρατά στη χούφτα της και το ζυγιάζει, κάθεται στην άκρη του κρεβατιού της, έτοιμη, με το νυχτικό, γυρίζει κρυφά προς τη μεριά του Γιώργου, διαβάζει απορροφημένος ένα νομικό περιοδικό, μια γουλιά νερό και το χάπι ολόκληρο πάει κάτω, σχεδόν δεν βράχηκε ο λαιμός της, ξαναπαίρνει το ποτήρι, πίνει ακόμα νερό, έχει ακούσει πως το βράδυ τα χάπια μπορεί να σταθούν κάπου στον οισοφάγο και να σε πνίξουν στον ύπνο σου. Θέλει να ξαναρωτήσει τον Γιώργο γι’ αυτή την έκρηξη, να το μιλήσουν μαζί, να το εξετάσουν απ’ όλες τες μεριές, μα δεν τολμά, είχε θυμώσει που τη βρήκε να τον περιμένει στη βεράντα μέσα στην ψύχρα και βράδυ, μα η έκρηξη συγκλόνισε τον τόπο, του είπε, τρόμαξε πολύ, άνευ σημασίας, της απήντησε, άνευ σημασίας, αλλά πώς άνευ, μια βόμβα σ’ ένα μνημείο δικό μας, καλά οι άλλες εκρήξεις, τες συνηθίσαμε, δεν ξέραμε τι ήταν, όμως τούτη δω ήταν μια συγκεκριμένη βόμβα σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο… εντελώς άνευ σημασίας, λέω, εντελώς, πράξη αναρχικών ή φανατικών ή ακόμα και τεντιμπόιδων, τέτοιοι υπάρχουν παντού… τι σημαίνει “αναρχικοί ή φανατικοί”; … ω, παιδί μου, πάψε, ξέχασέ το πια, δεν είναι τίποτα, σου λέω, η νευρικότητα σε βλάφτει, είδες τι είπε κι ο γιατρός, πρέπει να συμπεριφερόμαστε λογικά… Κι ακόμα δεν του είπε πως εκεί στη βεράντα έτρεμε ολόκληρη, τον έβλεπε κομματιασμένο μέσα στο αυτοκίνητο, μια μάζα με τους τενεκέδες, τότε θα θύμωνε πολύ, θα ’λεγε γιατί σ’ αυτόν να συνέβαινε κάτι τόσο απίθανο, παράλογο, γιατί θεωρούσε η ίδια πως ήταν δυνατόν να βάλουν σ’ αυτόν βόμβα… μα επειδή, επειδή τα «αναρχικά στοιχεία», λες, ο «θείος Ίων» γράφει πως… ο θείος Ίων, ο θείος Ίων δεν ξέρει τι λέει, τα άρθρα του δεν απηχούν παρά τες απόψεις του, ένας άνθρωπος προσκολλημένος στο παρελθόν, αυτό το μεγαλοϊδεάτικο παρελθόν που τόσο κακό έχει κάνει στην υπόθεσή μας και δεν έχει πια θέση στη διαμόρφωση του σημερινού κόσμου, η αναθεώρηση του Συντάγματος βασίζεται πάνω στες πλέον θετικές και βέβαιες αρχές του Διεθνούς Συνταγματικού Δικαίου… θα ’λεγε.

(Είπε στον Ίωνα, την εποχή των δρόμων, το καλοκαίρι – Θέλω την προσευχή του μουεζίνη. Της την έφερε σε λίγες μέρες. Δυσκολεύτηκε να τη βρει, είπε, σ’ όσους απευθύνθηκε δεν τη γνώριζαν ακριβώς, όπως συμβαίνει σε μας περίπου με το «Πιστεύω»… Τέλος, σκέφτηκε τον πρεσβευτή του Λιβάνου, του την έστειλε δακτυλογραφημένη στην αραβική γραφή. Ξεδίπλωσε το χαρτί η Μαργαρίτα, τι να την κάνω έτσι, τίποτα δεν καταλαβαίνω.

Θα ζητήσω αύριο τη μετάφραση, της είπε.

Και την προσευχή με λατινικούς χαρακτήρες.

Την έκρυψε, κι όταν όλοι φύγαν, κλείστηκε στο δωμάτιο, άπλωσε τα τρία χαρτιά στο γραφείο του Γιώργου, το αραβικό, το λατινικό, το ελληνικό, τα κοίταξε, από το ένα στο άλλο, στο άλλο, ύστερα άρχισε να τα μελετά.

 ALLIDHAN – Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΜΟΥΕΖΙΝΗ

 Allahou Akhbar, Allahou Akhbar, Allahou Akhbar – Ο Αλλάχ είναι ο πιο μεγάλος (bis). (bis). (bis).

Ach had inlà ilah illa Allah, Ach had inlà ilah illa Allah – Μαρτυρώ πως δεν υπάρχει Θεός άλλος παρά ο Αλλάχ (bis).

Ach had ina Mouhàmmadan rasoul Allah, Ach had ina Mouhàmmadan rasoul Allah – Μαρτυρώ πως ο Μωάμεθ είναι ο απεσταλμένος του Αλλάχ (bis).

Allah, hàia àla Alsalàh, hàia àla Alsalàh – Τρέξε προς την προσευχή (bis).

Εδώ σταμάτησε, κοίταξε πολλή ώρα την αραβική γραφή και εννόησε τότε γιατί έγραφαν αντίθετα, από το τέλος της κόλλας προς την αρχή. Τα ψηφία το απαιτούσαν, η φορά της γραφής, μόνον έτσι ήταν φυσικό να πάει.

Ηàia àla alfallah, hàia àla alfallah – Τρέξε προς την επιτυχία (bis).

Allahou Akhbar, Allahou Akhbar – Ο Αλλάχ είναι ο πιο μεγάλος (bis).

Là ilah illa Allah – Δεν υπάρχει Θεός άλλος από τον Αλλάχ.

Εδώ τέλειωνε. Παρακάτω είδε τες υποσημειώσεις:

  1. Την αυγή προστίθεται στη φράση «τρέξε προς την επιτυχία» και η ακόλουθη, που επαναλαμβάνεται δύο φορές: «Πιο πολύ αξίζει η προσευχή από τον ύπνο».
  2. Η αραβική λέξη που μεταφράζεται «επιτυχία» σημαίνει επιπλέον «θρίαμβος, σωτηρία».

Κλείνει τα μάτια, παριστάνει την κοιμισμένη, σε λίγο θα ενεργήσει και το χάπι, «όταν δει πως κοιμάμαι, θα σβήσει το φως». Τα λεπτά περνούν, τεντώνονται μες στην κάμαρη σαν λάστιχα που τραβιούνται κι όπου να ’ναι θα τιναχτούν, το φως συνεχίζει, της τρυπά τα βλέφαρα. Ανοίγει ανεπαίσθητα το ένα, η ματιά της πέφτει πρώτα στο στήθος της, το νυχτικό της χορεύει από τους χτύπους της καρδιάς της, «αυτός ούτε βλέπει ούτε αισθάνεται… ξέρει πως περιμένω να μου μιλήσει, μα δεν νοιάζεται… πρέπει να ’χει καταλάβει πόσο ανάγκη το έχω… αυτός μόνος ξέρει τι περίπου μου συμβαίνει, του είπα κάτι… νευρασθένειες, λέει… ίσως… μα έχουν ένα λόγο και νευρασθενούν οι άνθρωποι… πώς νικά η λογική τον παραλογισμό;… δεν ενδιαφέρεται, είναι βυθισμένος στο διάβασμα ή απλώς υποκρίνεται… κοίταξε, ύψωσε τείχος γύρω του… θα έχει κι αυτός προβλήματα… ας έχει… ας έχει!…». Μια χαιρεκακία κι αγριότητα μέσα της για πρώτη φορά εναντίον του, τον μισά… όχι, πώς μπόρεσε να σκεφτεί τέτοιο πράγμα, «τον μισώ, ναι… και γιατί με κρατά μακριά από τον Ίωνα, κείνος θα με βοηθούσε… αυτός φταίει που δεν μιλιούνται… γιατί δηλαδή θύμωσε, γιατί του κακοφάνηκε;… έτσι είναι όπως του τα είπε κείνη την Κυριακή… “απολογητής”, κύριε Γιώργο… μάλιστα, “απολογητής”»… Ξαφνικά έχει πολλά εναντίον του, τα ανακαλύπτει τώρα, σαν σφαίρες εκτοξεύονται από μέσα της ένα ένα, του φωνάζει λόγια κοιμισμένη, ακίνητη, σιωπηλή, κι όταν εκείνος απλώνει σε λίγο το χέρι, σβήνει προσεκτικά το φως, «εσύ θα κοιμηθείς τώρα, όμως εγώ;…», και τον εχθερεύεται πιο πολύ που, να, κιόλας κοιμάται. Δεν ακούγεται η ανάσα του, άλλη νύχτα θ’ άπλωνε το χέρι της να τον αγγίξει αν αναπνέει, απόψε όχι, ας είναι νεκρός, ας είναι, δεν νοιάζεται για κανένα, για τίποτα, δεν αξίζει κανένας τον κόπο, είναι όλοι ένα ψέμα τεράστιο, τους σιχαίνεται, ο Πέτρος κυνηγάει παιδιά και τους χαρίζει ρολόγια, κάνει μια πράξη βδελυρή και το δεχόμαστε, η Μαρία λυσσάει για τους νεαρούς, κάνουμε πως δεν το βλέπουμε, η φίλη μου η Χλόη, η καλή μου φίλη, δεν μπορεί να με βλέπει στα μάτια της, κι εγώ το ξέρω μα κάνω σαν να μ’ αγαπάει, άει στο διάβολο… και τι απαίσια τα πόδια της Λέλας, σαν κανάτια, κι ο ηλίθιος ο άντρας της, μου φέρνουν τάση προς εμετό… α, στο καλό, τι συνωμότες είμαστε όλοι… τι είναι η ζωή, ο κόσμος, αυτή η νύχτα, που τη ζει λεπτό προς λεπτό, τι είναι στην ουσία, τι είναι, εξετάζει τη μαυρίλα της, τι είναι… ένα μεγάλο κενό… ας γκρεμιστεί, αυτή τη στιγμή, ο κόσμος ολόκληρος, ας πέσει μια υδρογονοβόμβα, όχι απλώς ατομοβόμβα, κι ασιχτίρ, οι σκηνές που περίγραψε κείνος ο ιάπωνας γιατρός του Ναγκασάκι, στο διάβολο…

Ανάβει, σβήνει το φως της απανωτά τρεις τέσσερις φορές ξεπίτηδες, για να τον ξυπνήσει, περιμένει, τίποτα κείνος, «κοιμάται σαν χτήνος…», σπρώχνει ύστερα με δύναμη το κομοντίνο της κει, δω, το κορμί του τινάζεται ελαφρά μες στον ύπνο, γυρίζει πλευρό, τώρα της έχει την πλάτη του, τι ξεραΐλα η πλάτη, σαν άνυδρο, φτωχό χώμα που τίποτα δεν πιάνει απάνω του ρίζες, πώς να τραφεί η έχθρα της, τι ουδέτερο πράγμα όλο το πίσω του αντρός, τον παρακολουθεί, καμιά αντίδραση, ακίνητος· «κοιμάσαι, δεν ζεις, άρα τώρα είσαι ψόφιος».

Ήβη Μελεάγρου

Ανατολική Μεσόγειος, Εκδόσεις Αρμίδα 2011. Πρώτη έκδοση 1969

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.