Αναζητώντας την έξοδο της κυπριακής οικονομίας από την ύφεση

Η αγοραστική δύναμη του μέσου πραγματικού μισθού υποχώρησε κατά 7 χρόνια. O μέσος μισθός κατά τη διάρκεια του εξαμήνου Απριλίου – Σεπτεμβρίου 2020 μειώθηκε κατά 3%

 

Στον δημόσιο πολιτικό και επιστημονικό διάλογο παρεμβαίνει ακόμη μία φορά (Μάρτιος 2021) το Ινστιτούτο Εργασίας της Κύπρου (ΙΝΕΚ/ΠΕΟ), με τη συγκροτημένη μεθοδολογικά και τεκμηριωμένη αναλυτικά Έκθεση για την Κυπριακή Οικονομία και την Απασχόληση (2020) τόσο από την άποψη των συμπερασμάτων, όσο και από την άποψη της εναλλακτικής πρότασης πολιτικής που διατυπώνει για το μέλλον της κυπριακής οικονομίας και κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, η Έκθεση διαπιστώνει ότι η σταδιακή πορεία της κυπριακής οικονομίας προς τη στασιμότητα ή την ύφεση διακόπηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020 από την επιδημία του κορονοϊού, δεδομένου ότι μειώθηκε κατακόρυφα το ΑΕΠ -11,9% το 2020 (2ο τρίμηνο), έναντι του 2019 (2ο τρίμηνο) και -4,4% το 2020 (3ο τρίμηνο), έναντι του 2019 (3ο τρίμηνο). Στις συνθήκες αυτές, η επιδημία βύθισε την κυπριακή οικονομία σε ύφεση, σχετικά μικρότερη (-6% το πρώτο εννεάμηνο του 2020) από αυτήν που σημειώθηκε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες είχαν ήδη προσεγγίσει την ύφεση και τη στασιμότητα πριν την επιδημία. Έτσι, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο παρουσίαζε ήδη μεγάλο έλλειμμα (-6,3% του ΑΕΠ) κατά το 2019 εξαιτίας της αύξησης της εσωτερικής ζήτησης σε υψηλά επίπεδα, αυξήθηκε κατά το 2020 ακόμη περισσότερο (-10,4% του ΑΕΠ) με την υγειονομική κρίση, δεδομένου ότι υπήρξε πτώση των εξαγωγών (-17,7%) η οποία ήταν κατά 50% περίπου μεγαλύτερη από τη μείωση των εισαγωγών (-11,5%).

Για το 2021 και το 2022 προβλέπεται (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020) ότι το κυπριακό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει σχεδόν αμετάβλητο στις περίπου 10 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Παράλληλα, ο μέσος μισθός κατά τη διάρκεια του εξαμήνου Απριλίου – Σεπτεμβρίου 2020 μειώθηκε κατά 3%. Έτσι, η μείωση αυτή προστιθέμενη στις σημαντικές μειώσεις της μνημονιακής περιόδου 2013-2016, σε συνδυασμό με τις μειώσεις των αποδοχών εργασίας κατά το 2020, αποδεικνύεται με τον πιο εύληπτο τρόπο, ότι συνέβαλαν στην υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης του μέσου πραγματικού μισθού κατά 7 έτη, δηλαδή στο επίπεδο του έτους 2013. Το ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει μικρή, αλλά ευδιάκριτη αυξητική τάση κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης και ο αριθμός των απασχολουμένων μειώθηκε (3ο τρίμηνο του 2020) κατά 1,4%.

Οι οικονομικές και κοινωνικο-εισοδηματικές ανισότητες θα παραμείνουν ως μόνιμη και αναπόφευκτη πραγματικότητα;

Με αφετηρία, μεταξύ των άλλων, αυτών των δεδομένων, τίθενται τρία σημαντικά ερωτήματα αναφορικά με τις εξελίξεις και τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας και κοινωνίας:

Πρώτον, η κυπριακή οικονομία μετά το τέλος της ύφεσης και της επιδημίας θα εκκινήσει μία πορεία ταχείας, βραδείας ή μηδενικής ανάκαμψης; Διαθέτει η κυπριακή οικονομία μετά τη συντελούμενη παραγωγική και κοινωνική καθίζηση τις ενδογενείς δυνάμεις που θα την οδηγήσουν σε ανάκαμψη της παραγωγής και της απασχόλησης, σε μείωση της ανεργίας και αύξηση των εισοδημάτων των μισθωτών, σε αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, των επενδύσεων σε δημόσιες υποδομές και στην ανασύσταση του κοινωνικού κράτους;

Δεύτερον, διαθέτει η κυπριακή οικονομία εξωγενείς παράγοντες που μπορούν να διασφαλίσουν μαζί με τις ενδογενείς δυνάμεις την επανεκκίνησή της και να πυροδοτήσουν την ανάκαμψή της; Συνιστούν οι λεγόμενες «διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις» το «νέο αναπτυξιακό μοντέλο» της Κύπρου ή μήπως διαμορφώνουν ένα «αναπαλαιωμένο νεοφιλελεύθερο καθεστώς» που θα συντηρεί τη στασιμότητα, καταδικάζοντας την κυπριακή οικονομία σε βραδείς ρυθμούς ανάκαμψης, αργή αποκλιμάκωση της ανεργίας, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, με κίνδυνο να αποκτήσει η κυπριακή οικονομία μεσομακροπρόθεσμα χαρακτηριστικά αναδυόμενης οικονομίας;

Τρίτον, ποιο θα είναι το μέλλον του επιπέδου των εισοδημάτων και του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, της ανεργίας, της αναδιανομής του εισοδήματος, του κοινωνικού κράτους και του φυσικού περιβάλλοντος; Με άλλα λόγια, μετά τη σημαντική μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών, των δημοσίων και κοινωνικών δαπανών, καθώς και της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων θα υπάρξει αύξηση του εισοδηματικού μεριδίου των εργαζομένων στο ΑΕΠ; Θα πρόκειται για ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς διαρκούς και αυτοσυντηρούμενης ανεργίας, για ένα πρότυπο ανάπτυξης και πλήρους και σταθερούς απασχόλησης ή για κάτι ενδιάμεσο με μέσου επιπέδου εισοδήματα και ευέλικτες και προσωρινές μορφές απασχόλησης;

Κατά συνέπεια, το διακύβευμα που τίθεται για την κυπριακή οικονομία είναι εάν κατά τις επόμενες δεκαετίες η συντελούμενη επιδείνωση θα παγιωθεί ως κοινωνική και «φυσιολογική» κατάσταση του κυπριακού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού και των εργαζομένων. Εάν δηλαδή η κυπριακή κοινωνία θα μετατραπεί σε κοινωνικό σχηματισμό που θα αποδεχθεί τις οικονομικές και κοινωνικο-εισοδηματικές ανισότητες ως μόνιμη και αναπόφευκτη πραγματικότητα, δηλαδή ως διαρθρωτικό και διαρκές χαρακτηριστικό της κυπριακής οικονομίας.

Η ανάκαμψη της κυπριακής οικονομίας να στηριχθεί στην ενθάρρυνση της κατανάλωσης μέσω της αύξησης των μισθών

Από την άποψη αυτή αξίζει να σημειωθεί ότι η Έκθεση του ΙΝΕΚ/ΠΕΟ για την κυπριακή οικονομία και την απασχόληση (2020) απαντά με αναλυτικό και τεκμηριωμένο τρόπο στα προαναφερόμενα ερωτήματα. Πιο συγκεκριμένα, η Έκθεση εκτιμά ότι η κυβερνητική διαχείριση της κυπριακής οικονομίας μετά την επιδημία και η διαχείριση του χρήματος από τις Κεντρικές Τράπεζες θα επικεντρωθούν στη διεύρυνση του χάσματος (αύξηση της κερδοφορίας με πολιτικές λιτότητας, αναδιάρθρωση του παραγωγικού συστήματος με τη συρρίκνωση μικρών επιχειρήσεων και την υποχώρηση ορισμένων κλάδων και τη μεγέθυνση άλλων, επέκταση της τηλεργασίας, αλλαγές στη σύνθεση της ζήτησης, μείωση δημοσιονομικών ελλειμμάτων διαμέσου της λιτότητας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το δημόσιο χρέος κ.λπ.) μεταξύ των ασκούμενων πολιτικών (λεγόμενων διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων) και των πραγματικών αναγκών της κυπριακής οικονομίας και κοινωνίας.

Στην προοπτική αυτή, η Έκθεση του ΙΝΕΚ/ΠΕΟ αξιολογώντας τις κινητήριες δυνάμεις της ανάκαμψης (εξαγωγές, ιδιωτικές επενδύσεις, δημόσια κατανάλωση-χρέος, δημόσιες επενδύσεις-ευρωπαϊκοί πόροι, ιδιωτική κατανάλωση) της κυπριακής οικονομίας και αναδεικνύοντας με αναλυτικό και τεκμηριωμένο τρόπο την αναιμική επίδρασή τους στην προοπτική ανάκαμψής της, διατυπώνει την πρόταση εναλλακτικής πολιτικής η οποία, κατά βάση, στηρίζεται στην ενεργοποίηση της κινητήριας δύναμης της ιδιωτικής κατανάλωσης διαμέσου της αύξησης των μισθών. Στη στρατηγική αυτή κατεύθυνση εγκαθιδρύεται στην κυπριακή οικονομία ο ενάρετος κύκλος απασχόλησης – συνόλου αμοιβών εργασίας – ιδιωτικής κατανάλωσης – ΑΕΠ – απασχόλησης και επιτυγχάνεται με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο η έξοδος της οικονομίας από την ύφεση της υγειονομικής κρίσης.

Σάββα Γ. Ρομπόλη, Ομότιμος Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και Δρ Βασίλειου Γ. Μπέτση, Παντείου Πανεπιστημίου

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.