Λογοτεχνικό  trivial/ Ορίζοντας / Οι πρώτες σελίδες του Από τη μεριά του Σουάν με διορθωτικές σημειώσεις του συγγραφέα

Ο Γιώργος Μελή, με έναν επετειακό χαρακτήρα, γράφει, ενίοτε μεταφράζει και παρουσιάζει συγγραφείς, λογοτεχνικά κείμενα ή συμβάντα και άλλα «ασήμαντα». Σήμερα για τον Μαρσέλ Προυστ με αφορμή τα 100 χρόνια από τον θάνατο του (18 Νοεμβρίου 1922)

Αναζητώντας τον χαμένο αναγνώστη

Αφιέρωμα στον Μαρσέλ Προυστ

Η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα, σαν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς να αποτελέσει οικουμενικό σημείο αναφοράς. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση μας με τον κοινό αυτό κώδικα επικοινωνίας είναι συχνά προσεγγιστική. Παράδοξο και όμως γεγονός, παραδείγματα κλασσικών κείμενων στην ιστορία της λογοτεχνίας, που όλοι γνωρίζουν, όμως λίγοι έχουν διαβάσει, αφθονούν, όπως τα ομηρικά έπη, Ο Δον Κιχώτης ντε λα Μάντσα του Θερβάντες, Οι άθλιοι του Ουγκώ, Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι, ο Μόμπυ Ντικ του Μέλβιλ, κοκ. Κοινό χαρακτηριστικό όλων, η μεγάλη έκταση.

Στον 20ο αιώνα συναντούμε παραδείγματα σύγχρονων κλασσικών που όχι μόνο είναι εκτενή αλλά και ιδιαίτερα απαιτητικά, λόγω των υφολογικών πειραματισμών τους, της πολυφωνικής αφήγησης και της δαιδαλώδους τους πλοκής, όπως Ο Οδυσσέας του Τζόυς, Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, Η βουή και η μανία του Φώλκνερ, τα Εκατό χρόνια μοναξιάς του Μάρκες.

Τις δυο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, η λογοτεχνία τείνει πλέον να ακολουθεί τα πρότυπα της εποχής: συντομία, απλότητα, αμεσότητα. Κύριος στόχος να κρατηθεί το περιορισμένο ενδιαφέρον του αναγνώστη, αφού η ανάγκη του για μυθοπλασία μπορεί να ικανοποιηθεί άκοπα και στιγμιαία μέσα από τηλεοπτικές σειρές ή ολιγόλεπτα βίντεο σε διάφορα μέσα δικτύωσης.

«Ανάγοντας [την ανάγνωση] σε σπουδή δίνουμε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο σε κάτι που δεν είναι παρά μια γνωριμία. Η ανάγνωση βρίσκεται στο κατώφλι της πνευματικής ζωής· μπορείς να μας εισάγει σε αυτή: δεν την αποτελεί.»

Τραγική ειρωνεία, τα προαναφερθέντα μνημεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας αν έφταναν σήμερα σε ένα εκδοτικό οίκο πολύ πιθανόν να απορρίπτονταν. Εντούτοις, ένα τέτοιο έργο, που πλέον θεωρείται σταθμός στην ιστορία του μυθιστορήματος, κινδύνεψε ήδη στην εποχή του, να μην εκδοθεί ποτέ.

Το 1906 ο Μαρσέλ Προυστ ξεκινά ένα μεγαλεπήβολο ταξίδι στη γραφή, προσπαθώντας να εξερευνήσει ή και να επιβεβαιώσει τις προσωπικές τους βλέψεις για τη λογοτεχνία. Η εμπειρία αυτή παίρνει τέλος μόνο με το θάνατο του συγγραφέα στις 18 Νοεμβρίου 1922. Οι επτά τόμοι του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο υπήρξαν ο καρπός αυτής της φρενήρης συγγραφικής περιπέτειας. Όταν το 1913, ο Προυστ στέλνει τον πρώτο τόμο (Από τη μεριά του Σουάν) σε διάφορους εκδοτικούς οίκος, οι απαντήσεις επιστρέφουν όλες αρνητικές. Εντέλει, ο Μπερνάρ Γκρασέ ενδίδει στις πιέσεις του Προυστ και καταλήγουν σε ένα αμοιβαίο συμβιβασμό: η έκδοση θα γίνει με έξοδα του ίδιου συγγραφέα. Όταν ο Προυστ ετοιμάζει τη δημοσίευση του δεύτερου τόμου (Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών), οι εκδοτικοί οίκοι παλεύουν για να διεκδικήσουν τα δικαιώματα. Αυτή η φιλονικία τελειώνει με την δελεαστική προσφορά του Γκαστόν Γκαλιμάρ, ο οποίος υπόσχεται να εκδώσει όλους τους επόμενους τόμους. Η στρατηγική αυτή του κίνηση επιβραβευτεί, αφού ο δεύτερος τόμος κερδίζει το βραβείο Γκονκούρ. Ο Προυστ συνεχίζει να γράφει ασταμάτητα, να διορθώνει επαυξάνοντας τα γραπτά του. Ωστόσο δεν θα προλάβει να δει το έργο της ζωής του ολοκληρωμένο, αφού πεθαίνει λίγο μετά την έκδοση του τέταρτου τόμου. Οι άλλοι τρεις εκδίδονται διαδοχικά μετά τον θάνατό του.

Μέσα από τους επτά τόμους η Παριζιάνικη Μπελ-Επόκ παίρνει σάρκα και οστά, παρουσιάζεται κοινωνιολογικά η γαλλική πρωτεύουσα, με την έκπτωτη αριστοκρατία και την επίδοξη μπουρζουαζία, στο φόντο η υπόθεση Ντρέιφους και στο κέντρο ο αυτοδιηγητικός αφηγητής. Στόχος του συγγραφέα δεν είναι η παρουσίαση μιας εκτεταμένης σειράς επεισοδίων, που δημιουργούν σταδιακά την ιστορία του αφηγητή, αλλά η καταβύθιση στους μαιάνδρους του ψυχισμού του. Διάφορα συμβατικά και μη συμβάντα γίνονται αφετηρία ατέλειωτων συλλογισμών σε σχέση με τη λογοτεχνία, τη μνήμη και το χρόνο. Σύμφωνα με το Γάλλο μελετητή του έργου του Προυστ, Ζαν-Ιβ Ταντιέ, όλα αυτά τα διάσπαρτα στοιχεία-στοχασμοί, μέσα από τις εμπειρίες του αφηγητή, αποκτούν νόημα, μόνο όταν ο ίδιος στον τελευταίο τόμο ανακαλύπτει το νόημα της ζωής μέσα από την τέχνη και την λογοτεχνία.

Ένα μεγαλεπήβολο συγγραφικό πρόγραμμα, που ζητά ιδιαίτερα προσεκτικούς αναγνώστες. Το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο θεωρείται ένα από αυτά τα βιβλία που πολλοί έχουν επιχειρήσει να διαβάσουν, αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να ολοκληρώσουν. Η ιμπρεσσιονιστική γραφή, οι ατέλειωτες προτάσεις (η μεγαλύτερα πρόταση στην παγκόσμια λογοτεχνία βρίσκεται στον πέμπτο τόμο: Η Φυλακισμένη), οι σύνθετες αναφορές αποτελούν σίγουρα εμπόδιο για τους αναγνώστες. Συχνά, ως σημείο αναφοράς και παράδειγμα των μνημειωδών αφηγηματικών παρεκβάσεων, το επεισόδιο με την μαντλέν, αλληγορία της ακούσιας μνήμης, που κλείνει το πρώτο υποκεφάλαιο. Για αυτούς και άλλους πολλούς λόγος, η άποψη για το έργο περιορίζεται σε χαρακτηρισμούς όπως: δύσβατο, σνομπ, ελιτιστικό.

Πολλοί μελετητές έχουν επιχειρήσει να καταρρίψουν αυτό το μύθο. Κάποιοι υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα αυτής της αναγνωστικής εμπειρίας, παρουσιάζοντας το κείμενο – που κατέχει παγκόσμιο ρεκόρ έκτασης στο βιβλίο Γκίνες – ως το απόλυτο μάθημα ζωής. Άλλοι προσπαθούν να παρακάμψουν την πολυπλοκότητα, προσεγγίζοντας το έργο αποσπασματικά βασιζόμενοι σε διάφορες θεματικές: ο έρωτας, η τέχνη, η κουζίνα. Σε μια λιγότερο λόγια προσέγγιση, ο Ελβετο-βρετανός συγγραφέας Αλαίν ντε Μποτόν εξηγεί Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου. Στη λίστα των μαθημάτων-κεφαλαίων ξεχωρίζουν αυτά με θέμα την ανάγνωση: « Πώς να διαβάζεις για τον εαυτό σου», « Πώς να προχωράς με το πάσο σου» και τέλος «Πώς ν’ αφήνεις κατά μέρος ένα βιβλίο». Αρκετά ενδιαφέρουσες προτροπές για κάθε αναγνώστη, αλλά σίγουρα η τελευταία λειτουργεί ως λυτρωτική και απενοχοποιητική υπενθύμιση.

Σε σχέση με τις φοβίες, τους ψυχαναγκασμούς και την πλήξη του αναγνώστη αλλά και τα κοινωνικά και κριτικά πρέπει, ο Προυστ είχε ήδη απαντήσει μέσα από ένα προγενέστερο του κείμενο το 1906. Στο «Για την ανάγνωση», απορρίπτοντας κάθε μορφή ειδωλολατρίας στην τέχνη, εξηγεί πως ακόμη και τα σπουδαιότερα έργα μπορούμε να τ’ αφήσουμε στην άκρη, τονίζοντας πως: «Ανάγοντας [την ανάγνωση] σε σπουδή δίνουμε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο σε κάτι που δεν είναι παρά μια γνωριμία. Η ανάγνωση βρίσκεται στο κατώφλι της πνευματικής ζωής· μπορείς να μας εισάγει σε αυτή: δεν την αποτελεί. »

 

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.