Κανένα από τα υφιστάμενα δημόσια νοσοκομεία στη χώρα μας είναι σε θέση σήμερα να προχωρήσει απρόσκοπτα και χωρίς προβλήματα στην αυτονόμηση. Σύμφωνα με τη μελέτη που έγινε για την ετοιμότητα των νοσοκομείων μας για λογαριασμό του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (ΟΚΥπΥ) προκύπτει ότι ακόμη υπάρχουν αρκετά να γίνουν ώστε να μπορέσουν να αυτονομηθούν τα νοσοκομεία μας.

Την ίδια ώρα μέσα από την έρευνα η οποία έλαβε υπόψιν και τις προσωπικές μαρτυρίες 300 εργαζομένων στα νοσοκομεία, καταγράφεται και η έγνοια των ίδιων των λειτουργών υγείας οι οποίοι στην πλειοψηφία τους φαίνεται ότι αναμένουν την αυτονόμηση, αφού θεωρούν ότι θα βελτιώσει αισθητά την υφιστάμενη κατάσταση στην οποία λειτουργούν σήμερα τα νοσοκομεία. Βέβαια όπως προκύπτει ακόμη και οι ίδιοι οι λειτουργοί υγείας δεν είναι ενημερωμένοι στο βαθμό που πρέπει για το τι είναι αυτονόμηση και πώς αυτή θα εφαρμοστεί.

Χαρακτηριστική η διαπίστωση της έρευνας πως «δεν γνωρίζουν τι δεν γνωρίζουν». Ως παραδείγματα αναφέρονται πως δεν ξέρουν ποιοι θα απαρτίζουν τα Συμβούλια των νοσοκομείων και ποιες αποφάσεις θα μπορούν να λαμβάνουν. Πόση ευελιξία θα έχουν στη διαχείριση του προσωπικού ή στην αγορά των προμηθειών ενός νοσοκομείου. Πώς θα μπορούν να ανταγωνιστούν τον ιδιωτικό τομέα. Τι θα συμβεί με τον τερματισμό της επιχορήγησης από πλευράς του κράτους.

Εάν θα μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους ή αν θα οδηγηθούν προς κλείσιμο. Σύμφωνα με την έρευνα, ο φόβος για το άγνωστο φαίνεται σε κάποιες περιπτώσεις να κάνει τους λειτουργούς υγείας κάπως πιο συγκρατημένους και επιφυλακτικούς έναντι των σχεδιασμών. Για αυτό και όπως επισημαίνεται στη μελέτη, οι λειτουργοί υγείας θα πρέπει να τύχουν ενημέρωσης για να αποκτήσουν τις τεχνικές αλλά και άλλες γνώσεις που χρειάζονται ούτως ώστε να μπορέσουν να ενταχθούν στο νέο σύστημα. Αυτός ο φόβος, αναφέρεται στη μελέτη, ενδεχομένως να επηρεάσει τη θετική στάση τους έναντι της μεταρρύθμισης. Μεταξύ των εργαζομένων επικρατεί επίσης η αντίληψη ότι τα διάφορα προβλήματα όπως η στελέχωση, η κτιριακή υποδομή, η έλλειψη εξοπλισμών και άλλα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν την έναρξη της αυτονόμησης.

Θεωρούν ότι εάν η κατάσταση παραμείνει ως έχει τα νοσοκομεία δεν θα μπορούν να μπουν στον ανταγωνισμό με τον ιδιωτικό τομέα όταν εφαρμοστεί το ΓεΣΥ.

Σοβαρές ελλείψεις και αυτονόμηση σε δύο φάσεις

Αξιοσημείωτο πάντως και το γεγονός ότι η έρευνα εισηγείται όπως τα νοσοκομεία περάσουν σταδιακά στη φάση της αυτονόμησης. Συγκεκριμένα προτείνεται όπως πρώτο αυτονομηθεί το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μετά αυτό της Λεμεσού και στη συνέχεια το Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Έπειτα να ακολουθήσει η δεύτερη φάση αυτονόμησης η οποία να περιλαμβάνει πρώτο το Μακάρειο Νοσοκομείο, μετά το Νοσοκομείο Πάφου και τελευταίο το Νοσοκομείο Λάρνακας.

Παράλληλα η έρευνα εντοπίζει τα κενά που υπάρχουν στη στελέχωση των νοσοκομείων. Συγκεκριμένα κάνει λόγο για τις ελλιπείς υπηρεσίες γυναικολόγων στα Νοσοκομεία Λάρνακας και Αμμοχώστου, καθώς και για την έλλειψη νεφρολόγου και τη διενέργεια συνεδριών αιμοκάθαρσης χωρίς την παρουσία γιατρού, με αποτέλεσμα να είναι αυξημένος ο κλινικός κίνδυνος. Μεγάλα κενά παρατηρούνται στη στελέχωση των Τμημάτων Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικά γενικά σε όλα τα νοσηλευτήρια, σημειώνοντας ότι κυρίως στελεχώνονται από γιατρούς με ειδικότητα στην παθολογία. Από την πλευρά τους επίσης οι λειτουργοί υγείας έθιξαν το ζήτημα της επιμόρφωσης σημειώνοντας ότι ιδιαίτερα οι γιατροί πληρώνουν από μόνοι τους την επιμόρφωσή τους. Ενώ, όπως καταγράφεται, υπάρχει και η ανάγκη για νέο εξοπλισμό. Επίσης για το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λάρνακας σημειώνεται ότι προσπαθεί να αντεπεξέλθει από το πρόσφατο γεγονός του θανάτου ενός παιδιού. Επείγει η ανάγκη για νέο εξοπλισμό, στελέχωση τόσο από γιατρούς όσο και από νοσοκόμους. Σε ότι αφορά τη Λάρνακα γίνεται λόγος και για την έλλειψη μαγνητικού τομογράφου με αποτέλεσμα να χρειάζεται οι ασθενείς να μεταφέρονται στον ιδιωτικό τομέα. Αναφορά γίνεται και για τα νοσοκομεία σε Κυπερούντα και Πόλη Χρυσοχούς, τα οποία σήμερα λειτουργούν σε ένας είδος αυτονομίας αφού δεν στηρίζονται σε τόσο βαθμό όσο τα άλλα νοσοκομεία.

Η έρευνα επισημαίνει ότι θα πρέπει να ενισχυθούν συγκεκριμένοι τομείς, αφού σήμερα παρουσιάζονται περιορισμένες ιατρικές καλύψεις ελλοχεύοντας κινδύνους για τους ασθενείς παρά τις προσπάθειες από πλευράς ιατρικού προσωπικού. Θα πρέπει να ληφθούν συγκεκριμένες αποφάσεις για αναδιοργάνωσή τους και ακριβώς ενίσχυση των υπηρεσιών που θα επιλέξουν να προσφέρουν. Σε πρώτη φάση σύμφωνα με την έρευνα θα πρέπει να τεθούν σε λίστα προτεραιότητας οι ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν χωρίς καθυστέρηση. Θα πρέπει να υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ του Υπουργείου Υγείας και του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας. Παράλληλα θα πρέπει να υπάρχει συνεργασία με άτομα (τα οποία ο ερευνητής εισηγείται ονομαστικά) σε όλα τα νοσηλευτήρια τα οποία θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην όλη διαδικασία. Αυτή η προσπάθεια, όπως αναφέρει μπορεί να αρχίσει από τώρα ώστε να γίνει σωστή προετοιμασία.

Σε διάστημα τριών μηνών, αναφέρει, θα πρέπει να διοριστούν οι διευθύνσεις των νοσοκομείων και οι διαδικασίες για το διορισμό τους θα πρέπει να προωθηθούν χωρίς καθυστέρηση ώστε με την ανάληψη των καθηκόντων του ο γενικός διευθυντής του ΟΚΥπΥ να μπορέσει να αρχίσει τη διαδικασία των συνεντεύξεων με τους υποψηφίους.

Ελένη Κωνσταντίνου