Ανοικτή πληγή το Νοσοκομείο Λεμεσού



Η εφαρμογή του ΓεΣΥ δεν έφερε και λύσεις στα χρόνια προβλήματα που υπάρχουν, τα οποία δυσκολεύουν τη ζωή των ασθενών και θέτουν εμπόδια στην προσφορά υπηρεσιών

 Του Χρήστου Χαραλάμπους

 Μπορεί να έχει τεθεί εδώ και ένα σχεδόν χρόνο σε εφαρμογή το Γενικό Σύστημα Υγείας, ωστόσο το Νοσοκομείο Λεμεσού εξακολουθεί να αποτελεί μια ανοικτή πληγή που βασανίζει όχι μόνο τους ασθενείς και γενικότερα τον πληθυσμό της πόλης και της επαρχίας, αλλά και όλους εκείνους τους ανθρώπους (γιατρούς, νοσηλευτές και άλλο προσωπικό) που αγωνίζονται καθημερινά προσφέροντας τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.

Προβλήματα και ελλείψεις που έχουν να κάνουν κατά κύριο λόγο με τη στελέχωση και τον εξοπλισμό, τα οποία υπήρχαν από παλιά και, δυστυχώς, συνεχίζουν να υπάρχουν και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις σε μεγαλύτερο βαθμό, γεγονός που δημιουργεί τις δικαιολογημένες αντιδράσεις και διαμαρτυρίες όσων επηρεάζονται.

Η κατάσταση που επικρατεί στο Νοσοκομείο της Λεμεσού αλλά και γενικότερα στα δημόσια νοσηλευτήρια απασχόλησε επανειλημμένα την κοινοβουλευτική Επιτροπή Υγείας, ωστόσο, παρά τις παραδοχές και τους προγραμματισμούς που εξαγγέλλονται κατά καιρούς, τα προβλήματα, όπως διαπιστώνεται καθημερινά, όχι μόνο δεν επιλύονται αλλά διαιωνίζονται. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το Νοσοκομείο Λεμεσού, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Λεμεσού, Γιώργος Γεωργίου, ο οποίος ως μέλος της Επιτροπής Υγείας έθεσε άπειρες φορές προς συζήτηση τα προβλήματα που υπάρχουν, επισημαίνει ότι αυτά σχετίζονται κυρίως με τους χώρους και τις υποδομές.

«Το Νοσοκομείο Λεμεσού έχει άμεση ανάγκη επέκτασης για σκοπούς λειτουργικότητας», δηλώνει κατηγορηματικά, επισημαίνοντας ότι για συνεχώς αυξημένες ανάγκες που παρουσιάζονται, τα 35.000 τ.μ. δεν είναι αρκετά εδώ και χρόνια, αν αναλογιστεί κανείς ότι το Νοσοκομείο Λάρνακας καλύπτεται σήμερα με 55.000 τ.μ.

Επιτακτική ανάγκη αποτελεί και η δημιουργία νέας Μονάδας Εντατικής Θεραπείας αλλά και Αιμοκάθαρσης, ώστε να βελτιωθούν ουσιαστικά οι παρεχόμενες υπηρεσίες και κατ’ επέκταση και οι συνθήκες που αφορούν τους ασθενείς. Αναγκαίος, όπως υποδεικνύεται, είναι και ένας ανθρώπινος χώρος για λειτουργία Θαλάμου Ημερήσιας Φροντίδας των ασθενών που δεν χρειάζονται νοσηλεία (καρκινοπαθείς, αιματολογικοί, ρευματοπαθείς, γαστρεντερολογικοί). Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το Τμήμα Γαστρεντερολογίας, αυτό πρέπει να μεταφερθεί σε πιο λειτουργικό χώρο για το καλό των ασθενών.

Αναγκαιότητα αποτελεί και η δημιουργία χειρουργείου για μικρές επεμβάσεις ασθενών που δεν χρειάζονται περαιτέρω νοσηλεία και παράλληλα ένας χώρος βραχείας νοσηλείας και παρακολούθησης που θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των Πρώτων Βοηθειών. Κοντά στο ΤΑΕΠ χρειάζεται να λειτουργήσει και χώρος για βραχεία νοσηλεία περιστατικών λοιμωδών νοσημάτων. Κάποιες ανάγκες του νοσοκομείου, όπως εκτιμάται, θα μπορούσαν να καλυφθούν με τη χρήση των χώρων όπου στεγάζεται σήμερα η Ψυχιατρική Πτέρυγα, η οποία μπορεί και ίσως επιβάλλεται να μεταστεγαστεί σε χώρο εκτός του κύριου κτιρίου.

Ο κ. Γεωργίου τονίζει εμφαντικά ότι η εγκατάλειψη των υποδομών και η μη συντήρησή τους έχει αρχίσει να δείχνει τα δόντια της σε πολλά σημεία και επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι τα παράθυρα, που είναι της δεκαετίας του ’90, συμβάλλουν, εκτός των άλλων, και στους μεγάλους λογαριασμούς ρεύματος. Υποδεικνύει, δε, ότι η επένδυση σε φωτοβολταϊκά σε συνδυασμό με την αλλαγή των παράθυρων θα βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση.

Ελλείψεις σε στελέχωση και σύγχρονο εξοπλισμό

«Καυτή πατάτα» για το Νοσοκομείο της Λεμεσού, το οποίο καλείται να καλύψει τις ανάγκες ολόκληρης της πόλης που συνεχώς αυξάνεται πληθυσμιακά αλλά και των εκατό τόσων κοινοτήτων της επαρχίας, αποτελούν και τα ζητήματα που αφορούν τόσο την επαρκή στελέχωση σε όλους τους τομείς όσο και την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού σε όλα τα επίπεδα.

Τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή σε ό,τι αφορά τη στελέχωση, θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά, αφού εκκρεμούν οι θέσεις προαγωγής δημιουργώντας θέματα ιεραρχίας και διοίκησης των κλινικών, ενώ γίνεται προσπάθεια αντικατάστασης των γιατρών που έχουν φύγει.

Σε ό,τι αφορά το νοσηλευτικό δυναμικό, με τη συμφωνία που έγινε υπάρχει μια ελπίδα ότι θα καλυφτούν οι θέσεις αφυπηρετήσεων και κάποιες επιπρόσθετες ανάγκες για νέες υπηρεσίες. Κάποιες εκκρεμότητες που υπήρχαν με το παραϊατρικό προσωπικό, αν και καλύφτηκαν πριν την εκδήλωση του κορονοϊού, εντούτοις κατά τη διάρκεια της πανδημίας κάποιοι έδωσαν παραίτηση κι ως εκ τούτου επανήλθε η αρνητική κατάσταση.

Πέραν από αυτά, εκκρεμούν οι θέσεις διοικητικών, λογιστών και βοηθητικών υπηρεσιών που σχετίζονται με τη συντήρηση των κτιρίων, των αποθηκών και άλλων υποστηρικτικών θέσεων.

Σε ό,τι αφορά τον τομέα των εξοπλισμών, φαίνεται ότι υπάρχει έγκριση για εγκατάσταση του MRI στο νοσοκομείο, ενώ το θέμα με το μηχάνημα της Πυρηνικής βρίσκεται σε αναμονή μέχρι την εξεύρεση κατάλληλου χώρου για μετακίνησή του. Επιπλέον, βρίσκονται σε εκκρεμότητα χρόνια αιτήματα για εξοπλισμούς χειρουργείων και άλλων τμημάτων. Ο νέος αγγειογράφος, κάποια μηχανήματα του χημείου για εξέταση για COVID-19 και άλλους ιούς, καθώς και μηχανήματα αναλύσεων για καρκινικούς δείκτες και άλλες εξειδικευμένες εξετάσεις, που μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία, αποτελούν μερικές μόνο από τις ανάγκες του νοσοκομείου.

 Ορατός ο κίνδυνος ιδιωτικοποίησης

 Το κύμα φυγής των κυβερνητικών γιατρών και η αποψίλωση γενικότερα των δημοσίων νοσοκομείων αποτελεί σήμερα όσο ποτέ προηγουμένως μια πραγματική απειλή με όλες τις αρνητικές συνέπειες, πρωτίστως για τη μάζα των πολιτών που ασθενούν.

Εκφράζοντας την εκτίμηση ότι «αν δοθεί η δυνατότητα στους γιατρούς που αποχωρούν από τον δημόσιο τομέα να αξιοποιούν τις υποδομές των νοσηλευτηρίων για διεξαγωγή εγχειρήσεων και άλλων ιατρικών πράξεων, τότε η εξέλιξη θα είναι καταστροφική για τα δημόσια νοσηλευτήρια», ο Γιώργος Γεωργίου υποδεικνύει ότι κάτι τέτοιο σημαίνει ότι τα δημόσια νοσοκομεία θα μείνουν χωρίς ασθενείς, «αφού υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα οι γιατροί που φεύγουν από το δημόσιο να τους πάρουν μαζί τους στον ιδιωτικό τομέα».

Επισημαίνει, δε, ότι αν με αυτόν τον τρόπο οδηγηθούν σε κλείσιμο ή στην ιδιωτικοποίησή τους τα δημόσια νοσοκομεία, τότε «οι ασήκωτες ευθύνες θα βαραίνουν το αρμόδιο Υπουργείο Υγείας, τον ΟΚΥπΥ και γενικότερα την κυβέρνηση», προειδοποιώντας ότι σε τέτοια περίπτωση «θα μας βρουν απέναντί τους… Θα παλέψουμε με τους ασθενείς, όπως κάνουμε πάντα, για εύρωστα και σύγχρονα δημόσια νοσηλευτήρια».