Το Τμήμα Αρχαιοτήτων απαντά σε δημοσιεύματα αναφορικά στις τοιχογραφίες από τη Μονή της Παναγίας Αψινθιώτισσας στο κατεχόμενο Συγχαρί και από άλλες εκκλησίες της κατεχόμενης Κύπρου, που βρίσκονται στην κατοχή του ιδιωτικού Μη Κυβερνητικού Οργανισμού Walk of Truth, τονίζοντας ότι μοναδική προτεραιότητα του είναι η επιστροφή των συγκεκριμένων τεσσάρων τοιχογραφιών στην πατρίδα τους, μετά από την Οδύσσεια που πέρασαν, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η συντήρησή τους με την ίδια πρακτική που ακολουθήθηκε και στις υπόλοιπες επαναπατρισθείσες τοιχογραφίες, μέχρι την επιστροφή και επανατοποθέτησή τους στα μνημεία στα οποία αυτές ανήκουν.

Σε ανακοίνωσή του, με αφορμή τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες «Πολίτης», «Ο Φιλελεύθερος» (Down Town) και «Sigma Live», ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου του 2018, υπό τους τίτλους «To Walk of Truth επαναπατρίζει 4 κλεμμένες βυζαντινές τοιχογραφίες», «Επιστρέφουν στην Κύπρο κλεμμένες εκκλησιαστικές τοιχογραφίες» και «Στην Κύπρο επιστρέφονται τέσσερις κλεμμένες τοιχογραφίες», αντίστοιχα, το Τμήμα Αρχαιοτήτων αναφέρει πως «δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμάχη μεταξύ κράτους και Εκκλησίας για την ιδιοκτησία των πολιτιστικών αυτών αντικειμένων».
Εξάλλου, σημειώνει, «αυτό δεν αποτελεί την ουσία του θέματος. Πρωταρχικός στόχος ήταν και παραμένει η επιστροφή των τοιχογραφιών που απομακρύνθηκαν παράνομα από τις κατεχόμενες περιοχές μας».

«Ο περί Αρχαιοτήτων Νόμος καθορίζει ότι οι αρχαιότητες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 και σύμφωνα με το άρθρο 3 θα πρέπει να παραδίδονται στο Τμήμα Αρχαιοτήτων. Επειδή οι αρχαιότητες κατακρατούνται από τον συγκεκριμένο ιδιωτικό οργανισμό εδώ και τέσσερα χρόνια, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εκκλήσεις του Τμήματος Αρχαιοτήτων για παράδοσή τους, ζητήθηκε η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα. Η γνωμάτευση επιβεβαιώνει ότι εφόσον οι αρχαιότητες δεν κατακρατούνται από τον νόμιμο ιδιοκτήτη, θα πρέπει να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την άμεση επιστροφή των κλαπέντων στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, ως το αρμόδιο Τμήμα για τον επαναπατρισμό και ότι η παράνομη κατοχή περιουσίας αποτελεί ποινικό αδίκημα», προσθέτει.

Όπως εξηγεί «με άλλα λόγια, αυτό το οποίο απαιτεί το Τμήμα Αρχαιοτήτων, είναι η εφαρμογή του νόμου για την επιστροφή των τοιχογραφιών στην πατρίδα τους, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η διατήρησή τους μέχρι την επανατοποθέτησή τους εκεί όπου ανήκουν».

«Οι όποιες αντιπαραθέσεις και η ελλιπής πληροφόρηση μόνο ζημιά μπορούν να προκαλέσουν στις προσπάθειες που καταβάλλονται για τον επαναπατρισμό των πολιτιστικών μας θησαυρών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Τμήμα Αρχαιοτήτων ως η αρμόδια Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη διαχείριση των αρχαιοτήτων, εφαρμόζει τον νόμο χωρίς οποιανδήποτε διάκριση», καταλήγει.