Από τη χούντα στο πραξικόπημα του 1974 – Οι πρώτες επαφές Γρίβα με τη χούντα και η χρηματοδότηση της ΕΟΚΑ Β’ (Μέρος 18ο)


Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο σημείωμα μας, καμία αντίδραση δεν υπήρξε από την τουρκική πλευρά (Άγκυρα και Τ/κύπριους) από την άφιξη του Γρίβα στην Κύπρο. Μάλιστα ο Ραούφ Ντενκτάς ανέμενε ότι η κάθοδος του Γρίβα θα έδινε την ευκαιρία που ανέμενε η Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο.

Τόνιζε μάλιστα πως είχαν διαβεβαιώσεις (χωρίς να ξεκαθαρίζει από ποιους) ότι δεν θα έσπαζε μύτη Τούρκου στην Κύπρο από τον Γρίβα.

Σε προηγούμενο σημείωμα αναφερθήκαμε επίσης στις συνεννοήσεις μεταξύ ελληνικής χούντας και Τουρκίας για την προώθηση της λύσης της διπλής ένωσης υπό τη μορφή συνομοσπονδίας, κάτι το οποίο έβρισκε αντίθετο τον Μακάριο και τις δημοκρατικές δυνάμεις στην Κύπρο. Και ο Παπαδόπουλος απείλησε τον Μακάριο με «πικρά μέτρα». Λίγες βδομάδες αργότερα ο Γρίβας έφτασε στην Κύπρο.

 

Οι επαφές Γρίβα με την Ε.Φ.

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (3)Φτάνοντας στην Κύπρο ο Γρίβας άρχισε την τελική οργάνωση της ΕΟΚΑ Β’ και λίγο αργότερα ξεκίνησε και τις επαφές του (με πλήρη μυστικότητα) με χουντικούς αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς.

Σύμφωνα με τον Νίκο Κακαουνάκη, στις 3 Φεβρουαρίου 1972 επισκέφθηκε την 2α Ανωτέρα Αμμοχώστου, όπου διοικητής ήταν ο συνταγματάρχης Ιωάννης Ζαχαρίας, και συζήτησαν για το πραξικόπημα.

Την ίδια μέρα φεύγει για την Αθήνα ο πρεσβευτής της χούντας στη Λευκωσία Κων. Παναγιωτάκος.

«Ο Γρίβας την ίδια μέρα φεύγει από την Αμμόχωστο και πάει στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, όπου διοικητής είναι ό Παύλος Παπαδάκης, στενός συνεργάτης του Ιωαννίδη. Συζητούν μία ώρα περίπου. Από εκεί πάει κατ’ ευθείαν στην ελληνική πρεσβεία στη Λευκωσία, όπου και διανυκτερεύει».[1]

 

Ο Κακαουνάκης παραθέτει την πληροφορία ότι την ίδια περίοδο ο Γρίβας έγραφε στον εφοπλιστή Ανδρέα Ποταμιάνο ότι δέχεται «το ανελέητο κυνηγητό» της χούντας!

Έγραφε ο Γρίβας: «’Όσον αφορά την Χούνταν, αύτη μας πολεμά άγρια εδώ, άλλα θα φάει και αυτή το κεφάλι της στην Κύπρο. Τα όργανά της ψάχνουν να ανακαλύψουν πού μένω, αλλά τους έστειλα την απάντησή μου. Προσεπάθησαν να εισχωρήσουν εις την οργάνωσιν αλλά συνέτριψα πάσαν απόπειράν των… Ή απόφασίς μου είναι να προχωρήσω μόνος μου…». [2]

Όπως σημειώνει ο Κακαουνάκης, ο Γρίβας έγραφε τα πιο πάνω, ενώ κοιμόταν (την περίοδο εκείνη) στην ελληνική πρεσβεία της Ελλάδας!

Η προετοιμασία του πραξικοπήματος του 1972

Οι επαφές του Γρίβα αφορούν την περίοδο της προετοιμασίας του (αποτυχημένου) πρώτου πραξικοπήματος που οργανώθηκε εναντίον του Μακαρίου και θα εκτελείτο τον Φεβρουάριο του 1972.

Με την προετοιμασία τού πραξικοπήματος, ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς στρατηγός Χαραλαμπόπουλος καλείται στην Αθήνα για οδηγίες. Πριν φύγει συναντάται με τον Γρίβα. Δίνουν δε ξανά ραντεβού μετά την επιστροφή τού Χαραλαμπόπουλου.

Στο μεταξύ έχει επιστρέψει από την Αθήνα και ο πρεσβευτής της χούντας Παναγιωτάκος. Συναντάται με τον Γρίβα στην ελληνική ΚΥΠ στην Κύπρο και η οποία έδρευε στο κτήριο της ελληνικής πρεσβείας.[3]

Σύμφωνα με τον Κακαουνάκη, παρών ήταν και ο συνεργάτης του Γρίβα, ο Σωκράτης Ηλιάδης. Ο Παναγιωτάκος έδωσε στον Γρίβα τη διακοίνωση της χούντας προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, με την οποία του ζητούσε να παραιτηθεί, λόγω της εισαγωγής από τον Μακάριο όπλων από τη Τσεχοσλοβακία. Η διακοίνωση έφερε ημερομηνία 11 Φεβρουαρίου 1972.

Νέες επαφές με χουντικούς

Την ίδια μέρα, 11 Φεβρουαρίου, ο Γρίβας επισκέφθηκε μαζί με τον Αθανάσιο Περδίκη, στενό συνεργάτη του Ιωαννίδη το 2ο γραφείο του ΓΕΕΦ και είχε συνάντηση με τον Ηλία Λαλαούνη. Οι δύο συζήτησαν τις λεπτομέρειες του σχεδίου ανατροπής του Μακαρίου.

Ο αρχηγός της Ε.Φ. επιστρέφει από την Αθήνα και ενημερώνει τον Γρίβα αναφορικά με το επικείμενο πραξικόπημα.

Την επομένη, 12 Φεβρουαρίου είναι η σειρά του μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμου (ενός εκ των τριών μητροπολιτών που καθαίρεσαν τον Μακάριο) να επισκεφθεί την ελληνική πρεσβεία.

Ο Άνθιμος είχε συνάντηση με τον πρέσβη Κων/νο Παναγιωτάκο και στη συνέχεια συναντήθηκε με τον συνεργάτη του Γρίβα, τον Σωκράτη Ηλιάδη.

Το πραξικόπημα είχε οριστεί να εκτελεστεί στις 15 Φεβρουαρίου 1972.[4]

Τα τσεχοσλοβάκικα όπλα

Εκείνες τις μέρες η χούντα δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα με αφορμή την εισαγωγή από τον Μακάριο όπλων από τη Τσεχοσλοβακία.

Τα όπλα προορίζονταν για τις ανάγκες της Ε.Φ. και της αστυνομίας.

Τα όπλα εισήχθησαν με μυστικότητα για να μην προκληθεί αντίδραση από την Τουρκία και τα Ηνωμένα Έθνη με το δικαιολογητικό ότι διατάρασσαν την ισορροπία στην Κύπρο.

Η χούντα αποκάλυψε την εισαγωγή του οπλισμού, κατηγορώντας τον Μακάριο ότι τα εισήγαγε μυστικά για να τα στρέψει εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων.

Σημειώνεται ωστόσο ότι η εισαγωγή των όπλων ήταν σε γνώση της χούντας αφού είχαν παραγγελθεί ύστερα από συνεννοήσεις με τον διοικητή της Εθνοφρουράς στρατηγό Χαραλαμπόπουλο. Επίσης, την εκφόρτωση των όπλων παρακολουθούσαν και κατέγραφαν αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς οι οποίοι είχαν εντολή για να πράξουν κάτι τέτοιο. Επομένως η χούντα γνώριζε για την εισαγωγή αυτού του οπλισμού πριν αυτός αφιχθεί στην Κύπρο.

Ο ίδιος συγγραφέας (όπως και άλλοι) αναφέρει ότι αυτοί οι αξιωματικοί είχαν εκ των προτέρων ενημερώσει και την ΕΟΚΑ Β’ η οποία αποπειράθηκε να επιτεθεί και να πάρει τον οπλισμό, όμως η επίθεση αποκρούστηκε από την αστυνομία.

Χρησιμοποίησε όμως το θέμα αυτό για να προκαλέσει πρόβλημα στον Μακάριο, αλλά έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα, αφού ο πρόεδρος αποφάσισε να μην δώσει τελικά τα όπλα στην Ε.Φ. για να μην καταλήξουν στα χέρια της ΕΟΚΑ Β’.

Η απάντηση του Μακαρίου στη χούντα

Ο Μακάριος απέρριψε τη διακοίνωση της χούντας και τότε συνεχίστηκαν οι διεργασίες για τη διενέργεια του πρώτου πραξικοπήματος.

Αποσπάσματα της επιστολής που έστειλε ο Μακάριος στη χούντα δημοσιεύθηκαν στις 21 Μαρτίου στη γερμανική εφημερίδα “Σoυvτ Ντόϊτσε Τσαϊτoύγκ”.

Από την επιστολή επιβεβαιώνεται ότι η χούντα είχε γνώση για την εισαγωγή των όπλων. Έγραφε ο συγκεκριμένα ο Μακάριος: «Η Ελληνική Κυβέρvησις δεν τελεί εν πλήρει αγνοία της πρoσπαθείας προς εξεύρεσιv και αγoράv οπλισμού».

Ο Μακάριος αρνήθηκε επίσης τις κατηγορίες της χούντας ότι τα όπλα αυτά θα δίνονταν «εις ανεύθυνα πρόσωπα ή η δημιουργία ιδιωτικού στρατού ή αστυνομίας εκ πραιτοριανών, δεν voμίζω ότι έπρεπε να υπάρξη τoιαύτη ταπεινωτική δι’ εμέ σκέψις και υπόvoια…».

Ανέφερε παράλληλα ότι η απόφαση για εισαγωγή των όπλων λήφθηκε ένα χρόνο προηγουμένως για ενίσχυση της αστυνομίας στην αντιμετώπιση της επέκτασης των τ/κυπριακών θυλάκων, αφού η Ε.Φ. αρνείτο να επιληφθεί του θέματος.

Ως αποτέλεσμα της αντίδρασης της χούντας, ο Μακάριος ανακοίνωνε ότι τα όπλα θα παραδίδονταν στην Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ.

Όχι σε διορισμένη κυβέρνηση

Ο Μακάριος απαντούσε και στην απαίτηση της χούντας όπως δημιουργηθεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας, όπως είχε εισηγηθεί και ο πρέσβης Παναγιωτάκος. Ο πρόεδρος επισήμανε στην επιστολή του ότι δεν υπήρξε επίσημη πρόταση από την ελληνική κυβέρνηση για κάτι τέτοιο αλλά την ίδια ώρα υποδείκνυε πως ο σχηματισμός κυβέρνησης με βάση το σύνταγμα ήταν προνόμιο του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Σημείωνε ακόμη ότι «Ο κ. Παπαδόπουλος πρέπει να γvωρίζη ότι μια κυβέρvησις, η οποία θα διορίζεται από τας Αθήvας ή θα εξαρτάται από αυτάς, μόvov επιζήμια διά την περαιτέρω εξέλεξιv της Κύπρου δύναται να είναι».

 

Απέρριπτε ακόμη και μια άλλη αξίωση της για εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών από «ανεπιθύμητα πρόσωπα» επικαλoύμεvoς τις «voμικές δυσκολίες».[5]

Με άλλα λόγια η χούντα επιδίωκε να έχε άμεση ανάμιξη στα εσωτερικά ενός ανεξάρτητου κράτους και να καθορίζει ακόμα και τη λειτουργία της κυβέρνησης και της δημόσιας υπηρεσίας.

Η χούντα επεμβαίνει στα εσωτερικά της Κύπρου

Ο Μακάριος αναφερόταν στην επιστολή του και σε ανεπίτρεπτες συμπεριφορές της ΕΛΔΥΚ, όπως η υποστήριξη της προς παράνομες ομάδες που ήθελαν την ανατροπή του, υπονοώντας την ΕΟΚΑ Β’.

Αναφερόταν επίσης και στη συνεργασία του Παναγιωτάκου με τους τρεις μητροπολίτες που ζητούσαν την παραίτηση του από το προεδρικό αξίωμα.

Η απάντηση Παπαδόπουλου

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (1)Απαντώντας ο Παπαδόπουλος έλεγε στον Μακάριο πως δεν γίνονται αποδεκτά τα όσα αναφέρει.

Πρόσθετε ότι για το θέμα του οπλισμού ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί όσα τα Η.Ε. θεωρούσαν ως αποδεκτά.

Επέμενε ωστόσο στο θέμα του ανασχηματισμού της κυβέρνησης και τόνιζε ότι αυτή θα αποκαταστήσει τις σχέσεις Αθηνών Λευκωσίας.

Επέμενε επίσης ότι η Αθήνα είναι το εθνικό κέντρο και έχει τον πρώτο λόγο στα της Κύπρου. [6]

 

[1] Ν. Κακαουνάκη «2650 μερόνυχτα συνωμοσίας», σελ. 138.

[2] Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ» στις 11 Ιουλίου 1975.

[3][3]Βλ. http://www.papademetris.net, SXEDIO.M33 και Ν. Κακαουνάκη «2650 μερόνυχτα συνωμοσίας». Στα γεγονότα αυτά αναφέρονται πλήθος συγγραφέων και αρθρογράφων.

[4] Ν. Κακαουνάκη «2650 μερόνυχτα συνωμοσίας», σελ. 141.

[5]http://www.papademetris.net, SXEDIO.M34.

[6] . Στο ίδιο.

Οι ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy. Ακολουθήστε μας και στο Google News