Από τη ρητορική στην πράξη


Της Ελένης Μαύρου

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο περίπου οι προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και την κυπριακή ΑΟΖ υποχρέωσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση να σκληρύνει τη ρητορική της απέναντι στην Τουρκία. Πώς όμως αυτή η ρητορική εκφράζεται στην πράξη;

Είναι φανερό ότι παρά την (επικοινωνιακή) προσπάθεια των κυβερνώντων -και ιδιαίτερα του ΥΠΕΞ Ν. Χριστοδουλίδη να «πακετοποιηθούν» τα προβλήματα με την Τουρκία, η ΕΕ αντιμετωπίζει τις τουρκικές προκλήσεις σε βάρος της Ελλάδας διαφορετικά από εκείνες που αφορούν την Κύπρο.


Δεν είναι τυχαία η έντονη κινητικότητα ενόψει της Συνόδου Κορυφής στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου για να βρεθεί μια συμβιβαστική φόρμουλα που θα επιτρέψει την έναρξη διαλόγου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αυτόν το σκοπό εξυπηρετεί και η πρόσφατη δήλωση Μπορέλ ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι «η τελευταία κίνηση της Τουρκίας για διακοπή της σεισμικής εξερεύνησης στην υφαλοκρηπίδα της Ελλάδας είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ας ελπίσουμε ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω βήματα προς το διάλογο».

Παραμένει λοιπόν, στο παρόν στάδιο, αιωρούμενο το θέμα των κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας για τις συνεχιζόμενες προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ και τα Βαρώσια το οποίο, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, παραπέμπεται από Σύνοδο σε Σύνοδο για περισσότερο από ένα χρόνο.

Είναι πιθανό ο Ζοζέπ Μπορέλ στην προσεχή Σύνοδο Κορυφής να προτείνει ένα διευρυμένο πλαίσιο κυρώσεων για την Τουρκία (οι μέχρι στιγμής κυρώσεις αφορούν απλώς… δύο στελέχη της κρατικής ΤΡΑΟ). Η ΕΕ όμως δεν φαίνεται διατεθειμένη να επιβάλει κυρώσεις που θα «πονέσουν» την Τουρκία. Άστε που οι κυρώσεις μπορεί να αποτελούν ένα χρήσιμο εργαλείο για προώθηση της αποκλιμάκωσης της έντασης και της έναρξης διαλόγου, δεν μπορούν όμως να αντιμετωπίζονται ως αυτοσκοπός.

Το στοιχείο που επαναλαμβάνεται σε όλες τις παρεμβάσεις του διεθνούς παράγοντα που είδαμε τον τελευταίο καιρό είναι η ανάγκη επανέναρξης των διαπραγματεύσεων από το σημείο που είχαν μείνει στη διάσκεψη του Κραν Μοντανά το 2017 με στόχο την επίτευξη μιας «βιώσιμης συνολικής διευθέτησης του κυπριακού προβλήματος στη βάση της δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, ως έχει τεθεί στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ…» Αναμένεται άλλωστε, μετά και την ψηφοφορία στα κατεχόμενα, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ να αναλάβει πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση.

Στο πλαίσιο αυτό είναι λοιπόν σημαντικό να δούμε πώς ανταποκρίνεται η δική μας πλευρά. Μπροστά στην κλιμακούμενη τουρκική επιθετικότητα, τους κινδύνους για το Βαρώσι, τη συνεχιζόμενη κατοχή και διαίρεση της πατρίδας μας, η πλευρά μας -ιδιαίτερα ο πρόεδρος και η κυβέρνηση- πρέπει να στέλνει σαφές και πειστικό μήνυμα ότι η πλευρά μας είναι έτοιμη για συνέχιση των διαπραγματεύσεων από το σημείο που διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά, στη βάση του πλαισίου Γκουτέρες και, ασφαλώς, διαφυλάσσοντας τις συγκλίσεις που έχουν επιτευχθεί, χωρίς ουρές και προϋποθέσεις.

Τα επικοινωνιακά παιγνίδια και οι λεονταρισμοί δεν προσφέρουν τίποτα επί της ουσίας. Αν οι εξελίξεις θα είναι θετικές θα εξαρτηθεί βέβαια και από τις προθέσεις του Ερντογάν, αλλά και από το ποιες δυνάμεις θα επικρατήσουν στα κατεχόμενα και πόσο θα καταφέρει να πείσει για τη δέσμευσή της για διάλογο και επίτευξη λύσης η ελληνοκυπριακή πλευρά.

Οι ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy. Ακολουθήστε μας και στο Google News