Η εξέλιξη των φιδιών κεντρίζει εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον των επιστημόνων, γιατί γνώριζαν πως αυτά τα πολύπλοκα σπονδυλωτά ζώα είχαν κάποτε μέλη. Με την πάροδο του χρόνου, προσαρμόστηκαν να ζουν χωρίς αυτά, γεγονός που τα κατέταξε στην κατηγορία των ερπετών.

Ωστόσο, υπήρχε ένα σημαντικό κενό γνώσης ως προς τον τρόπο που τα φίδια εξελίχθηκαν και απώλεσαν οριστικά τα άκρα τους.

Συγκεκριμένα, μια περιορισμένη καταγραφή απολιθωμάτων δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τον τρόπο, με τον οποίο έγινε η μετάβαση αυτή κατά τη διάρκεια της άνω Μέσης Ιουρασικής Περιόδου, ήτοι πριν από 163 – 174 εκατ. χρόνια.

Με την πάροδο των ετών, υπήρξαν θεωρίες που υποστήριζαν ότι αυτά τα μέλη ήταν απλώς μια μεταβατική φάση προτού τα φίδια προσαρμοστούν γρήγορα στην τωρινή μορφή τους.

Μια νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε την Τετάρτη στην επιθεώρηση Science Advances, έρχεται να υποστηρίξει κάτι εντελώς διαφορετικό: Βάσει της ανακάλυψης νέων και καλοδιατηρημένων απολιθωμάτων που ανήκαν σε φίδια, κυρίως κρανίων, οι επιστήμονες υποστηρίζουν πλέον πως τα ζώα αυτά είχαν πόδια για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το είδος Najash rionegrine ήταν ένας τύπος πρώιμου φιδιού με πίσω πόδια. Οι ερευνητές έφεραν στο φως οκτώ κρανία, εκ των οποίων το ένα ήταν απολύτως ανέπαφο, καθώς επίσης και άλλα απολιθώματα, στην Παλαιοντολογική Περιοχή Λα Μπουιτρέρα, που βρίσκεται στη βόρεια Παταγονία.

Ο συγκεκριμένος τύπος φιδιού κατείχε πρωτόγονα χαρακτηριστικά που έμοιαζαν περισσότερο με εκείνα που είχαν οι σαύρες, όπως για παράδειγμα ένα ζυγωματικό οστό καθώς και άλλα χαρακτηριστικά που προσιδίαζαν στα φίδια, όπως η έλλειψη μιας κοκάλινης καμπύλης που συνδέεται από το κρανίο μέχρι το ζυγωματικό οστό.

Επίσης, διέθετε κάτι ανάμεσα στα φίδια και τη σαύρα, που έμοιαζε με τμήμα κροταφογναθικής άρθρωσης.

Αυτό το ζυγωματικό οστό υπήρχε σε αυτά τα πρώιμα φίδια πριν από περίπου 100 εκατ. χρόνια, αλλά πλέον δεν εμφανίζεται στα φίδια που υπάρχουν σήμερα στη φύση.

«Τα ευρήματά μας υποστηρίζουν την ιδέα ότι οι πρόγονοι των σημερινών φιδιών ήταν μεγαλόσωμοι και είχαν μεγάλο στόμα, αντί για μικρές ερπετοειδείς μορφές, όπως πιστευόταν μέχρι πρότινος», δήλωσε ο Φερνάντο Γκαρμπερόλιο, επικεφαλής της έρευνα στο Ίδρυμα Αζάρα στο Πανεμιστήμιο Μαϊμόνιδες του Μπουένος Άιρες, στην Αργεντινή.

«Η μελέτη αποκαλύπτει επίσης ότι τα πρώιμα φίδια διατηρούσαν τα πίσω άκρα τους για μια παρατεταμένη περίοδο πριν από την εμφάνιση των ερπετοειδών φιδιών, τα οποία, ως επί το πλείστον, δεν διαθέτουν κανένα άκρο», πρόσθεσε ο ίδιος.

Εξάλλου, το υπό μελέτη φίδι εμφάνιζε έλλειψη σε μια σειρά από οστεώδεις γραμμές, το οποίο, επί μακρόν, θεωρείτο ως ένα κατεξοχήν χαρακτηριστικό των φιδιών.

Για 70 εκατ. χρόνια, τα φίδια Najash επιζούσαν, διαθέτοντας πίσω πόδια, με έναν επιτυχημένο και σταθερό τρόπο. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει πως τα πίσω πόδια ήταν χρήσιμα στα φίδια και δεν συνιστούσαν απλώς μια μεταβατική φάση στην εξέλιξη τους σε ερπετά.

Επιπλέον εργαστηριακοί μικροσκοπικοί και τομογραφικοί έλεγχοι επέτρεψαν στους επιστήμονες να παρατηρήσουν το φίδι Najash σε τρισδιάστατη απεικόνιση και να κατανοήσουν καλύτερα τα πρώιμα στάδια της εξέλιξης που μετέτρεψαν τα φίδια στο είδος που γνωρίζουμε σήμερα.

Υπό το πρίσμα αυτό, οι ερευνητές κατόρθωσαν να δουν τις αρτηρίες και τη διαστρωμάτωση των νευρώνων μέσα στο σκελετό του υπό μελέτη φιδιού.

«Αυτή η έρευνα φέρνει επανάσταση στον τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ζυγωματικό οστό στα φίδια και στις μη οφιοειδείς σαύρες», σημείωσε ο καθηγητής Μάικλ Κάλντγουελ, συνεργάτης και συνεπιμελητής της επιστημονικής έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Αλμπέρτα.

«Αφού κάναμε για 160 χρόνια λάθος, αυτή η έρευνα διορθώνει αυτό το πολύ σημαντικό στοιχείο το οποίο δεν βασίζεται σε εικασίες αλλά σε εμπειρικά αποδεικτικά στοιχεία», πρόσθεσε.

Συνοψίζοντας, η συγκεκριμένη μελέτη παρείχε μια εκ βαθέων άποψη του σωματότυπου των φιδιών. Εξαιτίας της έλλειψης εμπρόσθιων ποδιών, οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτά είχαν εξαφανιστεί πολύ νωρίτερα από τα πίσω πόδια.

«Η έρευνα είναι κρίσιμη ως προς την κατανόηση της εξέλιξης των κρανίων στα τωρινά ερπετοειδή φίδια και τα αρχαία φίδια», συνέχισε ο δρ. Κάλντγουελ.