Στιγμές και πρόσωπα του κυπριακού θεάτρου

Αποτύπωσε με ιδιαίτερη ειλικρίνεια, αλλά και ευρηματικότητα,  μια προσωπική ιστορία, που άγγιζε τις γραμμές του ιστορικού και του συλλογικού

Την πρώτη Απριλίου 2016 ανέβηκε στο θέατρο Σπούτνικ, στη Λευκωσία, το έργο του Γιώργου Τριλλίδη «Νίτσα» σε σκηνοθεσία Πάρι Ερωτοκρίτου. Ήταν μια συμπαραγωγή της Fresh Target Theatre και της Στάγδην Βραδέως, στην οποία είχα συμβάλει ως βοηθός σκηνοθέτις.

Το έργο βασιζόταν σε αληθινά γεγονότα, που αφορούσαν στη ζωή της Νίτσας Χατζηγεωργίου, αγωνίστριας της ΕΟΚΑ, η οποία είχε βρεθεί νεκρή στο σπίτι της-κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες-το 1968 σε ηλικία 37 χρονών.

Η Νίτσα Χατζηγεωργίου υπήρξε μια γυναίκα με ένα βαθύ ένστικτο αυτονομίας  που μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης της εποχής στην οποία βρέθηκε να ζει, και λόγω ακριβώς του φύλου της και των επιλογών της, έγινε θύμα απίστευτης κριτικής και εκφοβισμού, ο οποίος εξελίχθηκε σε κοινωνικό αποκλεισμό και διασυρμό, ειδικά προς το τέλος της ζωής της και ενώ η ίδια υπέφερε από σοβαρές ψυχικές διαταραχές. (είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αυτή η πτυχή της ψυχικής νόσου και ο συσχετισμός  της με το θέμα του φύλου, κατά πρώτον, αλλά παράλληλα και η σχέση της με τις  επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες).

Το γεγονός ότι ένα κυπριακό θεατρικό έργο επέλεξε να εστιάσει στη ζωή μιας Κύπριας γυναίκας, ενός υπαρκτού προσώπου, που έζησε σε μια κρίσιμη εποχή της νεότερης κυπριακής ιστορίας και του οποίου η ζωή και η δράση υπήρξε ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενη, αποτελεί από μόνο του, μια σημαντική κατάθεση.

Επιπλέον η σκηνοθετική προσέγγιση, μέσω της οποίας επιχειρήθηκε να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα της γυναίκας αυτής, κράτησε μακριά το έργο από στερεοτυπικές αναφορές και κατηγοριοποιήσεις του τύπου: η γυναίκα ηρωίδα, η γυναίκα θύμα, η «επικίνδυνη» γυναίκα, η φαμ φατάλ, η ηθική-ανήθικη γυναίκα, η ψυχικά ασταθής κτλ . Αντίθετα υπήρξε μια προσπάθεια να διερευνηθεί και να φωτιστεί το εσωτερικό τοπίο ενός ανθρώπου, που βρέθηκε, λόγω συγκεκριμένων συγκυριών  στο περιθώριο με άξονες αναφοράς το κοινωνικό φύλο, τα όρια της ελευθερίας και της έκφρασης της, τα όρια της ανθρώπινης λογικής και το ταξίδι στο παράλογο.

Παρότι το έργο είναι γραμμένο υπό τη μορφή μονολόγου, είχαν επιλεγεί  δύο ηθοποιοί που υποδύονταν τον ρόλο της Νίτσας: η Νίκη Δραγούμη και η Παναγιώτα Παπαγεωργίου. Στόχος ήταν  να αποτυπώσουν τις δύο κύριες χρονικές περιόδους της ζωής της (η Νίτσα κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και η Νίτσα μια δεκαετία μετά τον αγώνα) καθώς επίσης να εκφράσουν συμβολικά το διπολικό της ψυχοσύνθεσης της. Αυτή η διπολικότητα και η αλλαγή στη ψυχοσύνθεση του χαρακτήρα είχε αποδοθεί με μεγάλη ακρίβεια, τόσο σε σχέση με τη δουλειά που είχε γίνει αναφορικά με τις προθέσεις και τις δράσεις του χαρακτήρα, αλλά και κινησιολογικά μέσω της  μεθοδικής δουλειάς που είχε γίνει από τον κινησιολόγο Παναγιώτη Τοφή.

Η διαταραγμένη της προσωπικότητα αναπαρίστατο και δομείτο αισθητηριακά μέσω ηχητικών παρεμβάσεων από ένα γυναικείο φωνητικό σύνολο, υπό την καθοδήγηση της Βασιλικής Αναστασίου, το οποίο είχε αναλάβει να αποκαλύψει το τι συνέβαινε μέσα στο κεφάλι και στο μυαλό του χαρακτήρα. Το σκηνικό του Γιώργου Γιάννου με την φαινομενική λιτότητα και τη λευκή του μονοχρωμία, αλλά παράλληλα την πολύ-λειτουργικότητα του είχε ακριβώς τον ίδιο στόχο: να παρουσιάσει και να δώσει χώρο στις δαιδαλώδεις διαδρομές του μυαλού του χαρακτήρα, ακόμη και στην κάθοδο του στα πιο σκοτεινά του ταξίδια, κάτι που ενισχυόταν και με τον φωτιστικό σχεδιασμό του Alexander Jotovic. Η λευκή μονοχρωμία του χώρου έσπαγε με την ενδυματολογική παρέμβαση της Ρέας Ολυμπίου μέσω της οποίας αναδεικνύονταν οι δυο διαφορετικές εποχές στη ζωή του χαρακτήρα και η πορεία του στην  παρακμή και την παράνοια. Τέλος ο σχεδιασμός ενός  ηχοτοπίου, το οποίο είχε επιμεληθεί ο σχεδιαστής ήχου Γιάννης Χριστοφίδης, διεύρυνε ακόμη περισσότερο το σχίσμα ανάμεσα στo πραγματικό και το φαντασιακό, το υπαρκτό και το πλασματικό, το έλλογο και το άλογο.

Σκεπτόμενη την παράσταση, εκ των υστέρων, διαπιστώνω πως είχε καταφέρει πολύ σημαντικό: αποτύπωσε με ιδιαίτερη ειλικρίνεια, αλλά και ευρηματικότητα,  μια προσωπική ιστορία, που άγγιζε ανερυθρίαστα τις γραμμές του ιστορικού και του συλλογικού -για αυτό έτυχε ευρείας αποδοχής από το κυπριακό κοινό- ενώ παράλληλα  δεν δίστασε να επαναθέσει στο τραπέζι τον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, το ακανθώδες θέμα του φύλου και της θεσμικής προκατάληψης.

Μαρία Ιόλη Καρολίδου

Φωτογραφία: Παναγιώτα Παπαγεωργίου, Νίκη Δραγούμη