Η 9η Ιουλίου 1821 πέρασε στην ιστορία ως μια θλιβερή ημερομηνία αφού την μέρα αυτή ξεκίνησε η σφαγή των 486 χριστιανών προκρίτων και ιεραρχών, περιλαμβανομένων του αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των μητροπολιτών Κερύνειας, Πάφου και Κιτίου.
Ωστόσο στη συλλογική μνήμη παρέμεινε μόνο το όνομα του Κυπριανού ο οποίος ταυτίστηκε με την 9η Ιουλίου και ανακηρύχθηκε σε εθνομάρτυρα.
Οι περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτόν αφορούν τα περί της 9ης Ιουλίου και όχι τόσο την εκκλησιαστική ή άλλη δράση του καθώς και τον τρόπο ζωής του.
Και κυρίως είναι άγνωστες στο πλατύ κοινό κάποιες μελανές στιγμές της ζωής του, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο ιστορικός Άντρος Παυλίδης κι άλλοι.
Η καταστολή της εξέγερσης του 1804
Ο Κυπριανός ήταν ένας ικανός, μορφωμένος, αποφασιστικός και δυναμικός μοναχός ο οποίος σπούδασε στη Μολδοβλαχία, αποκτώντας και διπλωματικές ικανότητες.

 

Ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός.

Αυτές τις ικανότητες τις επέδειξε όταν το 1804 αντιμετώπισε με επιτυχία στη Λευκωσία, εκ μέρους του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, την εξέγερση των χωρικών, μουσουλμάνων, λινοβάμβακων και χριστιανών, εναντίον της οθωμανικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, λόγω υπερβολικής φορολογίας.
Σύμφωνα με τις επιστολές του Γάλλου Πρόξενου, οι εξεγερμένοι «έρχονται στην Λευκωσία στις 10 Μαρτίου 1804, μετά από πολιορκία μπαίνουν μέσα, ζητούν από τον δραγομάνο τον πασά και τον αρχιεπίσκοπο να τους δείξουν τα φιρμάνια που διατάσσουν την αύξηση των φόρων και να δικαιολογηθούν για την έλλειψη σιταριού».[1]
Ο Χατζηγεωργάκης αρνείται να δώσει εξηγήσεις και οι χωρικοί του καίνε το αρχοντικό! Ο ίδιος καταφέρνει να διαφύγει από μυστική πόρτα και φεύγει στις 29 Μαρτίου για την Πόλη. Εκεί μαζεύει στρατό και τον στέλνει στην Κύπρο για καταστολή της εξέγερσης.[2]
Η εξέγερση θα κατασταλεί σε λίγες μέρες με δεκάδες νεκρούς (κυρίως μουσουλμάνους) ανάμεσα στους εξεγερμένους.[3]
Σημαντικός ήταν ο ρόλος του Κυπριανού στην καταστολή της εξέγερσης αλλά και στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση των εξεγερθέντων που προηγήθηκαν. Ο Κυπριανός χειρίστηκε επίσης και το ζήτημα της πληρωμής του στρατεύματος το οποίο είχε σταλεί στην Κύπρο για καταστολή του κινήματος.

 

Ο δραγουμάνος Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος, υπαίτιος της εξέγερσης του 1804.
Για να πληρωθούν τα έξοδα του στρατού, επιβλήθηκε νέα βαριά φορολογία στους ραγιάδες την οποία «ανέλαβε να χειριστεί ο Κυπριανός. Μαζεύτηκαν πολλά χρήματα αλλά τα χρέη δεν εξοφλήθηκαν, αντίθετα αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, και είναι άγνωστο πώς χρησιμοποιήθηκαν, και πού, από τον Κυπριανόν. Πιθανότατα ένα μέρος των χρημάτων αυτών χρησιμοποιήθηκε υπέρ των πολιτικών φίλων του ιδίου του Κυπριανού, προς προώθηση των φιλοδοξιών του, που δυστυχώς εστρέφοντο κατά του υπεργήρου ήδη και ασθενούς σεβασμίου αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου. Μάλιστα εικάζεται ότι μεγάλα ποσά είχαν πληρωθεί στους Τούρκους, προκειμένου να εξαγορασθεί το διάταγμα εξορίας του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, ώστε ο θρόνος του να παραμείνει κενός για τον Κυπριανόν», σημειώνει ο Παυλίδης.
Αναφέρει επίσης ότι «τα γεγονότα εκείνα, ιδίως η σφαγή Οθωμανών, δημιούργησαν μια ένταση στις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου, η οποία συνεχίστηκε μέχρι και το 1821 οπότε συνέβησαν οι εκτεταμένες σφαγές Ελλήνων στο νησί, οι λεηλασίες και άλλες βιαιότητες».
Εδώ, λοιπόν, ίσως να βρίσκεται η ρίζα των σφαγών της 9ηςΙουλίου, αφού κανένα ενδεχόμενο επανάστασης δεν υπήρχε στην Κύπρο.
Η εξορία του αρχ. Χρύσανθου
Ο Κυπριανός χρεώνεται και την εξορία και τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου. Σύμφωνα με τις πηγές, άνθρωποι του Κυπριανού διέβαλλαν τον Χρύσανθο και έπεισαν τις οθωμανικές αρχές να εκδώσουν αυτοκρατορικό διάταγμα για εξορία του ανυπεράσπιστου αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και του ανεψιού του, επισκόπου Κιτίου Χρυσάνθου.

Ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος ο οποίος έπεσε θύμα της ραδιουργίας του Κυπριανού ο οποίος κατάφερε να τον εξορίσει και να πεθάνει στην εξορία τον Οκτώβριο του 1810.
Ο γηραιός και άρρωστος αρχιεπίσκοπος οδηγήθηκε στην εξορία τον Ιούνιο 1810 και πέθανε εξόριστος στην Εύβοια λίγο αργότερα. Όπως σημειώνει ο Λοΐζος Φιλίππου, «η ενέργεια προς εξορίαν του γηραιού αρχιεπισκόπου αποτελεί στίγμα ανεξάλειπτον εις βάρος εκείνων, οι οποίοι επρωτοστάτησαν εις τοιαύτην επαίσχυντον πράξιν».
Η ευθύνη του Κυπριανού στο θέμα της εξορίας του Χρύσανθου αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι σχεδόν ταυτόχρονα με το αυτοκρατορικό διάταγμα εξορίας (1810) έφθασαν στην Κύπρο και τα σχετικά σουλτανικά έγγραφα με τα οποία ο Κυπριανός διορίζετο νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου.
Αμφίβολη η σχέση με τη Φιλική Εταιρία
Το αφήγημα για την 9η Ιουλίου αναφέρει ότι οι σφαγές έγιναν ως αντίδραση των Οθωμανών στην επανάσταση του 1821 και το ενδεχόμενο ξεσπάσματος επανάστασης και στην Κύπρο.
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο Κυπριανός έκανε το παν για να μην υπάρξει επανάσταση στην Κύπρο. Και το πέτυχε.
Διάφοροι ιστορικοί και συγγραφείς επιχειρούν να πείσουν ότι ο Κυπριανός έγινε και μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Αναφέρεται ότι «Ο Κυπριανός μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και δέχθηκε να στηρίξει τα σχέδια της, αλλά διατύπωσε επιφυλάξεις σχετικά με τις πιθανότητες επιτυχίας, που θα είχε μια επαναστατική κίνηση στην Κύπρο, καθώς ο λαός ήταν άοπλος και απειροπόλεμος. Το κυριότερο, η γεωγραφική γειτνίαση της Κύπρου με τις ακτές της Μικράς Ασίας, της Συρίας και της Αιγύπτου καθιστούσε καταδικασμένο εκ των προτέρων οποιοδήποτε επαναστατικό εγχείρημα. Έτσι ο Κυπριανός βοήθησε υλικά την Φιλική Εταιρεία».[4]
Ωστόσο κανένα στοιχείο δεν υπάρχει που να πιστοποιεί τα πιο πάνω και τα οποία παραμένουν στη σφαίρα των εικασιών, «η ημερομηνία μύησής του και από ποιον κατατάχθηκε στη Φιλική Εταιρεία παραμένουν άγνωστα. Σχετική αλληλογραφία δε βρέθηκε, που σημαίνει πως είτε ο ίδιος κατέστρεψε οτιδήποτε σχετικό ή το φύλαξε σε κρύπτη που δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα».[5]
Το μόνο που υπάρχει είναι μια αναφορά ότι «το 1820 έδωσε στο Φιλικό Δημήτριο Ίπατρο, που τον επισκέφθηκε, υπόσχεση για οικονομική βοήθεια». Υπάρχει επίσης αναφορά ότι ο Αλ. Υψηλάντης έστειλε το συνεργάτη του Αντώνιο Πελοπίδα να παραλάβη τη “γενναία εισφορά” του Αρχιεπισκόπου, στέλνοντάς του μαζί με τις ευχαριστίες του, και το συνθηματικό μήνυμα ότι “η έναρξη του σχολείου εγγίζει”, υπονοώντας τον επικείμενο ξεσηκωμό».[6]
Όμως ούτε αυτά είναι εντελώς ξεκαθαρισμένα με βάση ιστορικά ντοκουμέντα.
Εγκύκλιος εναντίον της μασονίας
Η κυπριακή Εκκλησία περηφανεύεται ότι είναι η πρώτη που εξέδωσε εγκύκλιο εναντίον της Μασονίας κι αναφέρεται στην εγκύκλιο του Κυπριανού της 2ας Φεβρουαρίου 1815.
Σ’ αυτήν περιλαμβάνονται σκληροί αφορισμοί κατά των Μασόνων, τους οποίους ονομάζει, μεταξύ άλλων, «σκεύη κατηρτισμένα τού Σατανά, λαοπλάνους, εργάτας του Διαβόλου, σπερμολόγους κακών, κήρυκας πάσης κακίας» και τονίζει ότι οι ενέργειές τους «αντιβαίνουσιν και εις τα θεσπίσματα του βασιλέως (σουλτάνου) εναντιούνται».
Είναι γνωστό ότι οι πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρίας ήταν μασόνοι και στη βάση αυτού εικάζεται ότι στόχος του Κυπριανού με την συγκεκριμένη εγκύκλιο ήταν η Φιλική Εταιρία.
Μαζεύει τα όπλα
Η απροθυμία του Κυπριανού αλλά και η προσπάθεια αποτροπής οποιασδήποτε επανάστασης φαίνεται και από την εγκύκλιο του που βρίσκεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών, ημερομηνίας 22 Απριλίου 1821 και καλούσε τους Χριστιανούς να παραδώσουν τα όπλα που ενδεχομένως κατείχαν.

Η σύλληψη του Κυπριανού κι άλλων ιεραρχών και προκρίτων. (Πίνακας Γ. Μαυρογένη).
Αξίζει ακόμα να αναφέρουμε ότι οι πολίτες παράδωσαν και τα μαχαίρια τους ακόμα και οι κρεοπώλες.
Με μια δεύτερη εγκύκλιος του (βρίσκεται καταχωρημένη στον Κώδικα Α’ της Αρχιεπισκοπής, κυκλοφόρησε στις 16 Μαΐου 1821), ο Κυπριανός καλούσε το ποίμνιό του να παραμείνει αδρανές και να συμπεριφέρεται ραγιάτικα (=δουλικά), ακόμη και στον τρόπο ντυσίματος(δεδομένου ότι πολύχρωμα φορέματα χρησιμοποιούσαν μόνο οι αφέντες).
Με βάση τα όσα παρατέθηκαν τίθεται το ερώτημα κατά πόσον οι λόγοι εκτέλεσης του Κυπριανού και των υπολοίπων σχετίζονταν με την επανάσταση του 1821 ή με την καταστολή της εξέγερσης του 1804.
Πολυτελής ζωή
Αρνητικές είναι και οι εντυπώσεις που αποκόμισαν ξένοι περιηγητές που συναντήθηκαν με τον Κυπριανό.
Ο Άγγλος John Mcdonald Kinneir, που επισκέφθηκε την Κύπρο τον Ιανουάριο 1814 χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα για τον αρχιεπίσκοπο. Όπως αναφέρει, ο Κυπριανός ζούσε με πολυτέλεια στην Αρχιεπισκοπή, στην οποία τον φιλοξένησε και γεύθηκε θαυμάσιο κρασί “και άρτον ζυμωμένον με γάλα που προσεφέρθη στο δείπνο και ήταν ο ωραιότερος που εγεύθη στή ζωή του”.
Εξάλλου ο Άγγλος William Turner, που γνώρισε την Κύπρο το 1815, χαρακτηρίζει τον Κυπριανό – ως πλεονέκτη τύραννο,.
Ο Κυπριανός είχε τόσην ισχύ ώστε ουσιαστικά δικτατόρευε στην Κύπρο, ενώ, κατά τον Kinneir, ασχολείτο μονοπωλιακά και με το εμπόριο σιτηρών, εκμεταλλευόμενος σκληρότατα το φτωχό λαό του.
Κατά τον Henry Light που είχε επισκεφθεί τότε την Κύπρο το εισόδημα του αρχιεπισκόπου το 1814 ήταν (σε αναλογία με τα σύγχρονα δεδομένα) 40.000 δολάρια.
Και αυτά την ώρα που ο λαός αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης!
Η 9ηΙουλίου του Β. Μιχαηλίδη
Σε ότι αφορά τα γεγονότα της 9ης Ιουλίου 1821 πρέπει να σημειώσουμε ότι η κύρια πηγή είναι το πολύ γνωστό ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη, το οποίο γράφτηκε την περίοδο 1884-1895 (δηλ. 63 έως 74 χρόνια μετά) και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1911. Το ποίημα έχει μεγάλη λογοτεχνική αξία αλλά όσον αφορά το περιεχόμενο του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αποτύπωση της ιστορίας.

Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης.
Ο Β. Μιχαηλίδης περιέλαβε πολλά φανταστικά στοιχεία, σμίγοντάς τα με κάποιες ιστορικές γνώσεις που υπήρχαν για το θέμα εκείνη την περίοδο.
Ωστόσο αυτό το ποίημα ξεχωρίζει για κάτι το οποίο δεν προβάλλεται όταν διδάσκεται ή παρουσιάζεται. Ξεχωρίζει διότι ακόμα κι εκείνες τις εποχές ο Μιχαηλίδης, μέσα σε εκείνες τις δύσκολες συνθήκες του μίσους και του θανατικού, προβάλλει με έντονο τρόπο τη συνεργασία χριστιανών και μουσουλμάνων, περιγράφοντας τις έντονες προσπάθειες του Κιόρογλου να γλιτώσει τον Κυπριανό από το θάνατο.
Παραθέσαμε συνοπτικά και σε αδρές γραμμές την άλλη οπτική που αφορά τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Και μέχρι στιγμής δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να ακυρώνει τα όσα έχουμε αναφέρει.
Πηγές
Άντρου Παυλίδη, «Ιστορία της Νήσου Κύπρου», Λευκωσία 1993.
Λοΐζος Φιλίππου, «Η Εκκλησία της Κύπρου επί τουρκοκρατίας», Λευκωσία 1975.
Κάτιας Χατζηδημητρίου, «Ιστορία της Κύπρου», Λευκωσία 1987.
Κώστα Γραικού «Κυπριακή Ιστορία», γ’ έκδοση, Λευκωσία 1991.
Χάκκετ Ι., «Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου».
Hill G. “A history of Cyprus”.
«Χρονικό» εφ. Πολίτης, τεύχη 006, 020, 61, 089, 171.
Σημειώσεις
[1] Ά. Παυλίδη, «Ιστορία της Νήσου Κύπρου» τ. 4ος.
[2] Ο Α. Παυλίδης αναφέρει ότι στα γεγονότα αυτά αναφέρονται κώδικες της Αρχιεπισκοπής, όπως π.χ. ο κώδικας XXVI κι άλλοι.
[3] Αναφορά στην εξέγερση κάνουν επίσης ο Κώστας Κύρρης (Ανατομία του Οθωμανικού Καθεστώτος και Κώστας Γραικός (Κυπριακή Ιστορία).
[4] «Ο Εθνο-Ιερομάρτυς Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός», http://www.agiasofia.org.cy/17.html.
[6] Βλ. στο ίδιο.