Του Χρήστου Χαραλάμπους

• Το πρώτο επεισόδιο επίδειξης δύναμης της ΕΟΚΑ Β’ στη Λεμεσό «ήταν με μια ομάδα επίλεκτων της εγκληματικής οργάνωσης με επικεφαλής τον Σύρο. Είχαν επιτεθεί σε περιπολικό στο οποίο βρισκόταν ο τότε υπεύθυνος του ΟΠΕ, Παντελής Λεωνίδου, τον οποίο κακοποίησαν βάναυσα και του απέσπασαν το πιστόλι»

Μπορεί να έχουν περάσει 45 χρόνια από τη χειρότερη μέρα της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου, ωστόσο οι μνήμες παραμένουν έντονες και αναλλοίωτες, τουλάχιστον για κάποιους ανθρώπου που βίωσαν στο πετσί τους τα εγκληματικά κατορθώματα της ΕΟΚΑ Β’ με αποκορύφωμα το προδοτικό πραξικόπημα.

Στη Λεμεσό, ειδικότερα, προπύργια της αντίστασης υπήρξαν αναμφίβολα οι αστυνομικοί σταθμοί, οι οποίοι ήταν και οι πρώτοι στόχοι της παρανομίας μέσα από τους οποίους δόθηκαν σκληρές μάχες με τους πραξικοπηματίες, με αρκετές απώλειες.

Άνθρωποι που τότε υπηρετούσαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ήταν ταγμένοι στην υπεράσπιση της δημοκρατίας, μισό σχεδόν αιώνα μετά, αφήνουν το κουβάρι της μνήμης να ξετυλιχθεί και μας καταθέτουν τις συγκλονιστικές μαρτυρίες τους από τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνες τις μέρες. Όλοι όσοι συνομιλήσαμε μαζί τους ένιωσαν την ανάγκη να αναφερθούν και στην προ του πραξικοπήματος εποχή, στο 1972, όταν η ΕΟΚΑ Β’ βρισκόταν στο απόγειό της, οπότε η Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού αναγκάστηκε να δημιουργήσει ειδικές ομάδες περιπολιών και ελέγχου των κινήσεων της ΕΟΚΑ Β’, κυρίως στην ύπαιθρο.

Εκείνη την περίοδο αλλά και λίγο αργότερα ξεκίνησε και η τοποθέτηση βομβών σε χώρους που ανήκαν σε μακαριακά στοιχεία, οπότε υπήρχε και η ανάλογη ανταπόδοση. Τα παλληκάρια όμως της ΕΟΚΑ Β’ δεν έμειναν στις βόμβες, αλλά προχώρησαν και σε δολοφονίες Μακαριακών… Στέλιος Μαύρος, Έλληνας, Ανδρέας Αρμεύτης…

Μετά και από αυτά τα θλιβερά γεγονότα εντάθηκε και η δράση της Αστυνομίας, η οποία είχε καταφέρει κυρίως λίγες μέρες πριν το πραξικόπημα να κάνει συλλήψεις αρκετών ηγετικών στελεχών της ΕΟΚΑ Β’. «Το ότι θα γινόταν πραξικόπημα το νιώθαμε… Δεν ξέραμε συγκεκριμένα πράγματα, αλλά ήταν διάχυτη η αίσθηση ότι… δεν είναι σήμερα… είναι αύριο… θα γίνει πραξικόπημα…» όπως χαρακτηριστικά μας ανέφερε ο Ανδρέας Καρυόλαιμος, που τότε υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λεμεσού. Και οι φόβοι δεν άργησαν να επαληθευτούν.

Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος, εκείνη τη Δευτέρα το πρωί της 15ης Ιουλίου, οι συγκρούσεις μεταξύ πραξικοπηματιών και υπερασπιστών της νομιμότητας και της Δημοκρατίας ξεκίνησαν από την 4η Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση που βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Σε εκείνη τη μάχη σκοτώθηκαν κάποιοι στρατιώτες, έγινε όμως κατορθωτό να συλληφθούν ο Διοικητής και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί, παρόλο που η Αστυνομική Διεύθυνση δεχόταν πυρά και από άλλα κοντινά κτίρια στα οποία είχαν ταμπουρωθεί ομάδες πραξικοπηματιών.

Μέχρι το απόγευμα της ημέρας του πραξικοπήματος δεν είχε γίνει ακόμα γνωστό ότι τελικά ο Μακάριος ήταν ζωντανός, ώσπου μέσα από έναν ασύρματο ο Αρχιεπίσκοπος ζήτησε και μίλησε με τον Ηλία Κυριακίδη που τότε υπηρετούσε στον ΟΠΕ. «Μου είχε ζητήσει ο Μακάριος να επικοινωνήσουμε με τον εκπρόσωπο της Κύπρου στα Ηνωμένα Έθνη, Ζήνωνα Ρωσσίδη, για να ζητήσει σύγκλιση του Συμβουλίου Ασφαλείας», μας λέει ο Ηλίας Κυριακίδης, επισημαίνοντας ότι δεδομένου ότι οι τηλεφωνικές επικοινωνίες ήταν κομμένες, «ανέλαβε δράση ο Αντρέας Αρτυματάς, που ήταν τότε Υπεύθυνος στον Αϊ-Γιάννη, και μέσω ενός πλοίου που βρισκόταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι επικοινώνησε με την πρεσβεία της Κύπρου στην Αίγυπτο και από εκεί εκτελέστηκε η εντολή Μακαρίου».

 

Ο ΟΠΕ αιχμή του δόρατος κατά της ΕΟΚΑ Β’

 

Ξετυλίγοντας τις δικές του μνήμες, ο Ηλίας Κυριακίδης επισημαίνει ότι «με τη άφιξη του Γρίβα στην Κύπρο και τη δημιουργία της ΕΟΚΑ Β’ κάποια μέλη της Αστυνομίας στη Λεμεσό οργανώθηκαν στις τάξεις της ΕΟΚΑ Β’ οπότε και η κυβέρνηση αποφάσισε να ενισχύσει την Αστυνομία στη Λεμεσό με δημοκρατικούς και έμπιστους αστυνομικούς».

Από λοχίας στον Αστυνομικό Σταθμό Κελλακίου, ο Κυριακίδης πήρε μαζί με άλλους συναδέλφους του μετάθεση στον ΟΠΕ, που ήταν η αιχμή του δόρατος κατά της παρανομίας.

Το πρώτο επεισόδιο επίδειξης δύναμης της ΕΟΚΑ Β’ στη Λεμεσό, αναφέρει ο Ηλίας Κυριακίδης, «ήταν με μια ομάδα επίλεκτων της εγκληματικής οργάνωσης με επικεφαλής τον Σύρο. Είχαν επιτεθεί σε περιπολικό στο οποίο βρισκόταν ο τότε Υπεύθυνος του ΟΠΕ Παντελής Λεωνίδου, τον οποίο κακοποίησαν βάναυσα και του απέσπασαν το πιστόλι».

Μετά από αυτό δόθηκαν οδηγίες και ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο ο ΟΠΕ με έμψυχο υλικό αλλά και εξοπλισμό, οπότε και εντάθηκαν οι έρευνες για τον εντοπισμό παράνομου οπλισμού και τη σύλληψη ΕΟΚΑβητατζήδων, οι οποίες και απέδιδαν.

«Το πρωί της 15ης Ιουλίου ήμουν περιπολία με τον Αρέστη όταν με πήρε στον ασύρματο ο Κωστάκης ο Οδιάτης και μας πληροφόρησε ότι έγινε πραξικόπημα, γι’ αυτό και οι αστυνομικοί που ήταν σε άδειες κλήθηκαν από τον Πολύδωρο, που ήταν Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής, στο καθήκον και επάνδρωσαν όλους τους σταθμούς».

Σε επαφή που είχε ο Κυριακίδης με τον Μίκη Τεμπριώτη στην Πάφο «μού ανέφερε ότι ετοίμαζαν μια μεγάλη ομάδα για να κατεβεί και να ενισχύσει τη Λεμεσό». Στο μεταξύ, «κάναμε έφοδο στην 4η Ανωτέρα και πιάσαμε τον Διοικητή και όλους τους αξιωματικούς…» Κατά τη μεταφορά τους στην Αστυνομία από εκπυρσοκρότηση όπλου (κι αυτό το τονίζει ο Ηλίας Κυριακίδης) τραυματίστηκε ο ταγματάρχης Ζερβός, τον οποίο ο αναπληρωτής λοχίας του ΟΠΕ, Χριστόδουλος Συμεωνίδης, μετέφερε στο νοσοκομείο.

Την επόμενη μέρα, όμως, όταν οι πραξικοπηματίες κατάφεραν να πιάσουν το Σταθμό του Αϊ-Γιάννη, ο Συμεωνίδης ήταν εκεί και «ενώ είχε παραδοθεί μαζί με άλλους αστυνομικούς, τον δολοφόνησε εν ψυχρώ κάποιος ΕΟΚΑβητατζής».

 

Η ανατίναξη της Κεντρικής Αστυνομίας

Το ότι η Αστυνομία στη Λεμεσό βρισκόταν στις προτεραιότητες της εγκληματικής δράσης εκείνων που προετοίμαζαν το πραξικόπημα διαφάνηκε ένα χρόνο προηγουμένως, όταν έγινε η ανατίναξη του κτιρίου της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού.

«Στις 9 το πρωί ήμουν σε περιπολία με τον Στέλιο Καράγια στο κέντρο της πόλης και καθώς βρισκόμασταν στην περιοχή της Αγίας Νάπας ακούσαμε ισχυρή έκρηξη και θεωρήσαμε ότι ήταν στη Μητρόπολη…» αναφέρει ο Ανδρέας Καρυόλαιμος. Η έκρηξη όμως δεν είχε στόχο τη Μητρόπολη αλλά την Αστυνομία. «Όταν φτάσαμε εκεί επικρατούσε πανζουρλισμός… Είχε γκρεμιστεί το μισό κτίριο στη δυτική πλευρά και ολόκληρα κομμάτια από μπετόν και σίδερα είχαν σκορπίσει παντού προκαλώντας και τραυματισμούς αστυνομικών».

Για εκείνη τη βομβιστική επίθεση είχαν γίνει κάποιες συλλήψεις, οι οποίες όμως δεν απέδωσαν αφού δεν έγινε κατορθωτό να στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε.

Η επικρατούσα εκτίμηση είναι ότι η βόμβα ήταν έργο στρατιωτικών που έδρευαν στον τελευταίο όροφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης και θεωρείται βέβαιο ότι είχε πυροδοτηθεί σε χώρο όπου υπήρχαν πυρομαχικά, γι’ αυτό και η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή και είχε προκαλέσει τόση μεγάλη ζημιά. «Εβάλαμεν τον αλουπό έσσω μας τζιαι έφαν τις όρνιθες…» επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Ανδρέας Καρυόλαιμος.

Οι μάχες στο αστυνομικό σταθμό του Αϊ-Γιάννη

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης μέρας του πραξικοπήματος, στόχος πυρών από διάφορες πλευρές είχε γίνει και ο αστυνομικός σταθμός της περιοχή του Αϊ-Γιάννη. Ο Γιώργος Χρυσάνθου, λοχίας του ΟΠΕ τότε, μας καταθέτει τη δική του μαρτυρία.

«Από την Κεντρική όπου βρισκόμασταν, στήσαμε μια ομάδα στην οποία εντάχθηκαν αργότερα και άτομα που στο μεταξύ είχαν έρθει από την Πάφο και φτάνοντας εκεί αρχίσαμε να ανταποδίδουμε τα πυρά…»

Το βράδυ της 15ης Ιουλίου αντιστασιακοί κινήθηκαν προς το γυμνάσιο της περιοχής, όπου είχε οχυρωθεί μια ομάδα ΕΟΚΑβητατζήδων. Εκεί έγινε μάχη στην οποία τραυματίστηκαν κάποιοι Παφίτες. Τα χαράματα τη επόμενης μέρας έγινε μια δυναμική επίθεση και οι πραξικοπηματίες εγκατέλειψαν το σχολείο.

Στο μεταξύ οι πραξικοπηματίες είχαν καταφέρει να καταλάβουν τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, στον τρίτο όροφο του οποίου στεγαζόταν εκείνη την εποχή το Στρατολογικό Γραφείο και άλλες υπηρεσίες της Εθνικής Φρουράς. Με την κατάληψη της Κεντρικής, όπως όπως θυμάται ο κ. Χρυσάνθου, «ο Διοικητής της Ανωτέρας μάς απείλησε ότι θα κτυπούσε ανελέητα τον σταθμό του Αϊ-Γιάννη αν δεν παραδινόμασταν, όπως και έγινε και μας συνέλαβαν όλους για να υποστούμε άγριους ξυλοδαρμούς και κάθε είδους εξευτελιστική και βίαιη συμπεριφορά».