Του Γιάννη Κακαρή

Σε τριτοκοσμικές συνθήκες ζει μεγάλη μερίδα συνανθρώπων μας, χωρίς να έχουν ούτε τα βασικά για την επιβίωσή τους.

Αυτές τις μέρες, όπου η υγειονομική κρίση μαστίζει το παγκόσμιο, βγαίνουν στην επιφάνεια όλο και περισσότερες περιπτώσεις, αφού οι υπηρεσίες του κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης καλούνται να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του κορονοϊού. Ωστόσο η έλλειψη συντονισμού των υπηρεσιών, οι ανεπαρκείς δομές φιλοξενίας και η ανυπαρξία κονδυλιών καταδικάζουν τους ανθρώπους που αναζητούν, κατά κύριο λόγο, την ελπίδα επιβίωσης μακριά από εμπόλεμες καταστάσεις στις χώρες τους να ζουν στην ανέχεια και την πλήρη εξαθλίωση.

Την ίδια ώρα, σχεδόν ανύπαρκτα είναι τα προγράμματα ένταξης των προσφύγων στην κυπριακή κοινωνία, αφού παρά τις προσπάθειες που κάνουν οι Τοπικές Αρχές (μεταξύ των οποίων και ο Δήμος Λευκωσίας), δεν υπάρχει ανάλογη στήριξη από το κράτος. Εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες τσουβαλιάζονται σε εγκαταλελειμμένα και ετοιμόρροπα κτίρια στα κέντρα των πόλεων, ενώ την ίδια ώρα οι εργοδότες λαμβάνουν επιχορήγηση. Ακόμα πιο τραγικό είναι το γεγονός ότι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας είναι πλήρως ενήμερες για την κατάσταση αυτή χωρίς να επεμβαίνουν ουσιαστικά.

Μάλιστα στέλνουν ακόμα και τα επιδόματα σε αυτές τις διευθύνσεις. Οι υπηρεσίες του Δήμου Λευκωσίας προχώρησαν σε καταγραφή των περιπτώσεων οι οποίες διαχωρίζονται σε δύο τομείς: τη διαμονή σε εγκαταλελειμμένα και ακατάλληλα για κατοίκηση υποστατικά και την υπερσυγκέντρωση ατόμων σε αδειούχα ή μη αδειούχα υποστατικά.

Κάποια από αυτά χρησιμοποιούνται και ως χώροι λατρείας, κυρίως τα Σαββατοκύριακα. Από την έρευνα εντοπίστηκαν άτομα σε 22 ετοιμόρροπες ή και εγκαταλελειμμένες οικοδομές.

Κάποιες από αυτές είχαν σφραγισθεί ή ακόμη τσιμεντώθηκαν οι είσοδοί τους. Σε αυτές διαμένουν και ευάλωτες ομάδες, όπως ανάπηροι και έγκυες γυναίκες.

Όπως σημειώνει ο Δήμος Λευκωσίας, υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στη διεξαγωγή επιθεωρήσεων, καθώς οι συγκεντρώσεις των αλλοδαπών γίνονται εκτός του καθορισμένου ωραρίου εργασίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ως επί το πλείστον τις βραδινές ώρες ή τις Κυριακές. Ως εκ τούτου, απαιτείται συντονισμός δράσεων από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, την Αστυνομία, τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, την Υπηρεσία Ασύλου και την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για επίλυση του προβλήματος.

Ανύπαρκτες οι δομές φιλοξενίας

Ο δήμος δηλώνει αδυναμία στην απομάκρυνση των ατόμων από αυτούς τους χώρους, αφού δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει χώρους φιλοξενίας.

Γι’ αυτό το λόγο ζήτησε όπως υπάρξει συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών του κράτους, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.

Από την πλευρά της η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη χώρων φιλοξενίας, αφού οι υφιστάμενοι είναι υπερπλήρεις, γι’ αυτό προτείνει όπως γίνει σωστός προγραμματισμός και συντονισμένες προσπάθειες για επαναπατρισμό τους. «Υπάρχει ήδη Υπουργική Επιτροπή αρμόδια για άτομα τα οποία χρήζουν προστασίας», δηλώνουν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, προσθέτοντας ότι υπάρχει και ο Νόμος Περί Προσφύγων, ο οποίος αναφέρεται σε κέντρα φιλοξενίας και ιδιωτικές κατοικίες, ενώ σε περιπτώσεις έλλειψης κέντρων δίνεται ευχέρεια στέγασής τους σε ξενοδοχειακές μονάδες.

Ωστόσο σημειώνουν πως παρά το γεγονός ότι είναι γνώστες του προβλήματος, δεν υπάρχει κονδύλι ούτε προϋπολογισμός για κάλυψη εξόδων μετακίνησής τους.

Εκμετάλλευση από εργοδότες

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αλυσίδα διαδραματίζουν και εργοδότες, οι οποίοι μπροστά στο κέρδος δεν υπολογίζουν τίποτε. Σύμφωνα με το δήμο, παρατηρείται επίσης το φαινόμενο επιχειρηματίες να εισπράττουν χρήματα από το κράτος για να φιλοξενήσουν πρόσφυγες/ μετανάστες και αυτοί τους τσουβαλιάζουν σε οικοδομές ακατάλληλες. Έτσι προτείνει ότι θα έπρεπε οι κρατικές υπηρεσίες να ζητούν από τους επιχειρηματίες να προσκομίζουν βεβαίωση από το δήμο για την καταλληλότητα του κτιρίου ή την έγκριση στην αλλαγή της χρήσης της οικοδομής, πριν την έγκριση οποιασδήποτε πληρωμής.

Πρόστιμα σε άστεγους

Παρά τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και την έλλειψη εναλλακτικών επιλογών, γεγονός που είναι εις γνώσιν και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, η αστυνομία έχει καταγγείλει και επιβάλει χρηματικά πρόστιμα σε αυτούς τους ανθρώπους λόγω της μη συμμόρφωσης με τα διατάγματα της κυβέρνησης για αντιμετώπιση του κορονοϊού.

Σύμφωνα με την οργάνωση «Cyprus Refugee Council», αιτητές ασύλου και υπήκοοι τρίτων χωρών έχουν επικοινωνήσει μαζί τους ενημερώνοντας ότι τους έχουν επιβληθεί πρόστιμα για διακίνηση ή και παράνομη συγκέντρωση. Σημειώνεται ότι στο συγκεκριμένο χώρο διαμένουν εδώ και αρκετά χρόνια αιτητές ασύλου που δεν έχουν άλλο τόπο διαμονής. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν πόρους για να καλύψουν πρώτες ανάγκες και τους παρέχεται τροφή από φιλανθρωπικές οργανώσεις, ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να καλύψουν τα πρόστιμα.

Επίσης, οι ΥΚΕ γνωρίζουν για τη χρήση του χώρου ως κατοικίας, καλύπτουν το ενοίκιο των διαμερισμάτων και αποστέλλουν τα επιδόματά τους στη διεύθυνση αυτή. Το γεγονός αυτό είναι εις γνώσιν και άλλων αρμόδιων Αρχών. Πρόστιμα έχουν λάβει και άστεγοι που διακινούνται στη Λευκωσία χωρίς μόνιμο χώρο διαμονής, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να τα καλύψουν.

Παράνομη η ενοικίαση υποστατικών σε άτομα που δεν έχουν άδεια παραμονής

Εν τω μεταξύ, ο Δήμος Λευκωσίας ζήτησε νομική γνωμάτευση σχετικά με το κατά πόσο επιτρέπεται ή όχι η ενοικίαση υποστατικών σε άτομα που δεν κατέχουν άδεια διαμονής στη χώρα. Σύμφωνα με τη γνωμάτευση του νομικού σύμβουλου του δήμου, ο Νόμος περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ορίζει ότι όποιος ενοικιάζει κατοικία ή άλλο υποστατικό σε άτομο που δεν διαμένει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία και είναι εις γνώσιν του, τότε είναι ένοχος ποινικού αδικήματος.

Σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι 18 μηνών ή σε πρόστιμο μέχρι 4 χιλιάδες ευρώ ή συνδυασμό των ποινών. Οι ιδιοκτήτες ή υπεύθυνοι των υποστατικών πριν την παραχώρησή τους πρέπει να έχουν προβεί σε όλες τις ενέργειες για να διαπιστώσουν κατά πόσο ο εν λόγω αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στο έδαφος της Δημοκρατίας.

Επομένως, θεωρείται παράνομη η ενοικίαση υποστατικών σε πρόσωπα που βρίσκονται χωρίς άδειες παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία.