Του Τάσου Αναστάση

Ούτε δέκα μέρες δεν άντεξε η εκεχειρία στη Συρία.

Τα μεγάλα κεφάλια άρχισαν και πάλι να σφυροκοπούν το ένα το άλλο βάζοντας μπροστάρη ο καθένας τους μαχητές του. Βόμβες, όλμοι, σίδηρο, μπαρούτι, πετάνε πάνω από τα κεφάλια των αμάχων που βρίσκονται στη μέση εδώ και οκτώ χρόνια.


Έξι εκατομμύρια πρόσφυγες υπολογίζεται ότι έφυγαν από τη Συρία μέχρι σήμερα, από την έναρξη του εμφύλιου πολέμου. Έξι εκατομμύρια παιδιά, γυναίκες και άντρες.

Έξι εκατομμύρια κόσμου μοιράστηκαν σε όλο το πλανήτη με την Ευρώπη να σηκώνει στους ώμους της τη μερίδα του λέοντος.

Οι βόμβες όμως δεν αφήνουν το λαό της Συρίας να ονειρεύεται ένα ειρηνικό μέλλον. Οι βάρκες γεμίζουν πάλι με γυναικόπαιδα. Μπαίνουν βράδυ στο νερό με άγνωστο τον τελικό προορισμό.

Και αυτοί είναι που θα γλιτώσουν. Αυτοί που θα καταφέρουν να ξεφύγουν από τη φρίκη του πολέμου. Είναι η μεσαία τάξη. Που είχαν καλή δουλειά, γρήγορο αυτοκίνητο και διαδίκτυο. Που κάθε Κυριακή έκαναν τραπέζι και καλούσαν τους γείτονες τους να φάνε μαζί. Είναι οικογένειες με παιδιά που πήγαιναν φροντιστήριο ξένων γλωσσών που μάθαιναν χορό και σπούδαζαν.

Είναι αυτοί που κατάφεραν να φύγουν από την κόλαση.

Αυτοί που δεν κατάφεραν να φύγουν, αυτοί που δεν θα δούμε ποτέ, είναι αυτοί που θα συνεχίσουν να ζουν την κόλαση της Μεσογείου. Είναι αυτοί που κάθε βράδυ θα κλείνουν τα μάτια με την ελπίδα να τα ξανά ανοίξουν.

«Η Κύπρος ασφυκτιά, δεν αντέχει άλλους μετανάστες», και άλλες απάνθρωπες ατάκες, πρωταγωνιστούν στους τίτλους των ειδήσεων κάθε φορά που μια γεμάτη βάρκα. Κάθε τίτλο και μια μαχαιριά στην ανθρωπιά μας.

Αυτοί που δεν θα δούμε ποτέ, είναι αυτοί που δεν θα καταφέρουν να μπουν βράδυ στις βάρκες για να γλιτώσουν. Είναι αυτοί που μένουν ξάγρυπνοι για να γλιτώσουν από τις βόμβες. Είναι αυτοί που δεν θα βαρύνουν τους ώμους μας.