Αυξάνεται η σεξουαλική κακοποίηση μέσω διαδικτύου

Τα θύματα αντιμετωπίζουν ντροπή, άγχος, εφιάλτες και μειωμένη διάθεση και παρουσιάζουν συμπεριφορές όπως κατάχρηση ουσιών, αυτοτραυματισμό, αυτοκτονικές τάσεις και δυσκολίες στη δουλειά ή στο σχολείο.

Του Κωστή Πιτσιλλούδη

Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω του διαδικτύου είναι ένα φαινόμενο που συνεχώς αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, με πολλούς θύτες να χρησιμοποιούν τον κυβερνοχώρο για να μπορούν να αποπλανήσουν ή να κακοποιήσουν ανυποψίαστους ενήλικες και παιδιά.

Οι υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης μέσω διαδικτύου από την αρχή του τρέχοντος έτους μέχρι και τον Αύγουστο ανήλθαν στις 205, εκ των οποίων οι 105 αφορούσαν υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας, όπως αναφέρει η Υπουργός Εργασίας, Ζέτα Αιμιλιανίδου, μετά την υποβολή σχετικής ερώτησης από τη βουλευτίνα του ΑΚΕΛ, Σκεύη Κουκουμά.

«Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω διαδικτύου συμπεριλαμβάνει μία σειρά προβληματικών συμπεριφορών, οι οποίες μπορούν να μετατραπούν και σε κακοποίηση εκτός διαδικτύου», εξηγεί στη «Χαραυγή» η εγγεγραμμένη συμβουλευτική ψυχολόγος Παυλίνα Αντωνίου.

Η δρ Αντωνίου έφερε ως παράδειγμα τον διαδικτυακό εκφοβισμό (cyberbullying), κατά τη διάρκεια του οποίου παρουσιάζεται μία επαναλαμβανόμενη, επιθετική συμπεριφορά με σκοπό τη συναισθηματική ή ψυχολογική βλάβη του θύματος, τα ανεπιθύμητα μηνύματα, συζητήσεις, φωτογραφίες ή βίντεο σεξουαλικής φύσεως, την έκθεση ανηλίκων σε ακατάλληλο –για την ηλικία τους– υλικό, τη δημιουργία, διανομή και προβολή παιδικής και μη πορνογραφίας, αλλά και τη διαδικτυακή αποπλάνηση (grooming), όπου συνήθως ενήλικοι θύτες προσεγγίζουν διαδικτυακά ανήλικους χρήστες διαδικτύου με σκοπό να συναντηθούν διά ζώσης για να τους αποπλανήσουν ή παρενοχλήσουν σεξουαλικά.

«Πολλές έρευνες έχουν μελετήσει τις επιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης στον άνθρωπο. Η σοβαρότητα αυτών των επιπτώσεων εξαρτάται από τη φύση και τη σοβαρότητα της κακοποίησης, από το πώς θα νοηματοδοτήσει αυτή την εμπειρία το θύμα, από την ύπαρξη προηγούμενων στρεσογόνων ή κακοποιητικών εμπειριών στη ζωή του θύματος, καθώς και από την ποιότητα στήριξης που θα λάβει. Επιπλέον, παράγοντας στη διαδικτυακή σεξουαλική κακοποίηση που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ψυχική υγεία των θυμάτων είναι και η διανομή φωτογραφικού ή βιντεοσκοπημένου υλικού, αλλά και άλλων προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος», παρατηρεί η δρ Αντωνίου.

Επισημαίνει ότι έρευνες όπως των Χάμιλτον-Γιαχρίτσης, Χάνσον, Whittle και Beech δείχνουν πως άτομα τα οποία έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης μέσω διαδικτύου πολλές φορές αντιμετωπίζουν ντροπή, άγχος, εφιάλτες και μειωμένη διάθεση και παρουσιάζουν συμπεριφορές όπως κατάχρηση ουσιών, αυτοτραυματισμό, αυτοκτονικές τάσεις και δυσκολίες στη δουλειά ή στο σχολείο.

Πρόσθεσε δε ότι σε έρευνα του δρος Say ανακαλύφθηκε πως θύματα κακοποίησης μέσω διαδικτύου ήταν τέσσερις φορές (4,21) πιο πιθανόν να αναπτύξουν ψυχοπαθολογία, περίπου τέσσερις φορές (3,77) πιο πιθανόν να αναπτύξουν κατάθλιψη και δύο φορές (2,14) πιο πιθανόν να αναπτύξουν μετα-τραυματικό στρες, από άτομα όπου η ψηφιακή τεχνολογία δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την κακοποίησή τους.

Πώς το διαδίκτυο μπορεί να αποδειχθεί φιλικό προς τα παιδιά

Η δρ Αντωνίου εξηγεί ότι υπάρχουν και θετικά στοιχεία στη χρήση του διαδικτύου για παιδιά και νέους, όπως η ενασχόληση με εκπαιδευτικά παιχνίδια, το διάβασμα ηλεκτρονικών βιβλίων, η επικοινωνία με άτομα από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, η αναζήτηση πληροφοριών και η ψυχαγωγία.

 

«Ο οδηγός “CyberSafety”, ένα έργο που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας ως σκοπό την ασφαλή και υπεύθυνη χρήση του διαδικτύου, προτείνει τρόπους με τους οποίους τα παιδιά και οι νέοι μπορούν να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες του διαδικτύου, όχι όμως εις βάρος της ευεξίας τους. Αρχικά, είναι καθοριστικής σημασίας οι γονείς να συμμετέχουν στη διαδικτυακή ζωή του παιδιού και ειδικά όταν το παιδί είναι στην προσχολική και σχολική ηλικία. Η ενασχόληση με το διαδίκτυο να γίνεται, δηλαδή, στην παρουσία κάποιου ενήλικα, ο οποίος θα μπορεί να καθοδηγεί το παιδί κατάλληλα και να θέτει όρια και κανόνες όσον αφορά την ασφαλή χρήση του διαδικτύου. Κάποια μέτρα, για παράδειγμα, είναι ο καθορισμός ενός συγκεκριμένου χρόνου που ξοδεύουν τα παιδιά διαδικτυακά (να μην υπερβαίνει τη μια ώρα για παιδιά προσχολικής ηλικίας και τις δύο ώρες για παιδιά σχολικής ηλικίας) και ο έλεγχος στους ιστότοπους τους οποίους επισκέπτονται. Επιπρόσθετα, οι γονείς μπορούν να εφαρμόσουν φίλτρα ασφαλείας και λογισμικά γονικού ελέγχου για να περιορίσουν την πρόσβαση των παιδιών σε ακατάλληλους για την ηλικία τους ιστότοπους».

H συμβουλευτική ψυχολόγος αναφέρει ότι για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας είναι σημαντικό οι γονείς να είναι υποστηρικτικοί, έτσι ώστε το παιδί ή ο έφηβος να νιώθει ασφάλεια να μιλήσει σε αυτούς εάν τους ανησυχεί κάτι σε σχέση με το διαδίκτυο και για να μπορούν και οι ίδιοι με τη σειρά τους να τους καθοδηγήσουν απαραίτητα.

«Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν συμβουλές για θέματα ιδιωτικότητας, έτσι ώστε οι νέοι και τα παιδιά να γνωρίζουν πως δεν πρέπει να μοιράζονται προσωπικές πληροφορίες ή περιεχόμενο ή οτιδήποτε τους φέρνει σε δύσκολη θέση, παραδείγματος χάριν φωτογραφίες ή σεξουαλικά μηνύματα. Είναι θεμιτό επίσης οι γονείς, για σκοπούς ασφάλειας, να συνοδεύουν τα παιδιά τους σε συναντήσεις με διαδικτυακούς τους φίλους όταν επιθυμούν να συναντηθούν στην πραγματική ζωή. Συστήνεται επίσης όπως υπάρχει γονικός έλεγχος στην εγκατάσταση παιχνιδιών ή εφαρμογών με σκοπό να είναι ηλικιακά κατάλληλα για το παιδί ή τον έφηβο. Ας μην ξεχνάμε πως οι γονείς συχνά αποτελούν πρότυπο για τα παιδιά τους και είναι σημαντικό να είναι υγιές παράδειγμα για αυτά μέσα από την κατάλληλη διαδικτυακή συμπεριφορά».

H δρ Αντωνίου, προτρέπει τους γονείς να επισκεφθούν τις ιστοσελίδες: https://www.cybersafety.cy/helpline, https://www.cybersafety.cy/hotline και https://www.internetsafety.pi.ac.cy/, οι οποίες παρέχουν στηρικτικά και ενημερωτικά δίκτυα.

 

Πώς ορίζει ο ΠΟΥ την παιδική σεξουαλική κακοποίηση

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγεία, η παιδική σεξουαλική κακοποίηση ορίζεται ως η περιπλοκή παιδιών σε σεξουαλικές δραστηριότητες που δεν μπορούν να κατανοήσουν και για τις οποίες είναι ανίκανα να δώσουν τη συγκατάθεσή τους ή όταν το παιδί δεν είναι αναπτυξιακά έτοιμο για να μπορεί να δώσει συγκατάθεση, με αποτέλεσμα να υπάρχει πραγματική ή πιθανή ζημιά στην υγεία, επιβίωση, ανάπτυξη και αξιοπρέπεια του παιδιού μέσα στο πλαίσιο μιας σχέσης ευθύνης, εμπιστοσύνης και εξουσίας.

Δεν είναι μόνο κυπριακό φαινόμενο

Σύμφωνα με την Interpol, μεταξύ 2016-18, καταγράφηκαν περισσότερo από 1 εκατομμύριο αρχεία πολυμέσων υλικού σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών σε 53 χώρες, συμπεριλαμβανομένων όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σχεδόν το 53% των αρχείων αυτών να απεικονίζουν παιδιά που δεν έχουν αναγνωριστεί ακόμη.

Όσον αφορά το φύλο των θυμάτων, το 64,8% των αρχείων απεικόνιζαν ανήλικες, το 31,1% ανήλικους, ενώ το 4,1% απεικόνιζαν και τα δύο φύλα.

Η Interpol επισημαίνει ότι οι αριθμοί για το έτος 2020 θα είναι ιδιαίτερα αυξημένοι, καθώς κατά τη διάρκεια της καραντίνας που επιβλήθηκε στα πλείστα κράτη-μέλη, τα κρούσματα διαδικτυακής σεξουαλικής κακοποίησης εις βάρος παιδιών αυξήθηκαν

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.