Του Θεοχάρη Μασούρα*

Αναµφίβολα η Τουρκία είχε, έχει και θα έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο στο Κυπριακό. 44 χρόνια µετά την τουρκική εισβολή και 54 µετά τη δηµιουργία της Πράσινης Γραµµής, τον εγκλεισµό των Τουρκοκυπρίων στους θύλακες, τη διετή διακοπή των συνοµιλιών µετά το Κραν Μοντανά και την απειλή τουρκοποίησης των κατεχοµένων, περιλαµβανοµένης και της περίκλειστης πόλης της Αµµοχώστου, υπάρχει άµεση ανάγκη αυτοκριτικής για το πώς φτάσαµε στο αδιέξοδο αυτό. ∆εν χρειάζεται όµως άλλη συζήτηση για το ποια κοινότητα πίκρανε περισσότερο την άλλη, αλλά ιχνηλάτηση νέας τακτικής για επανένωση της µοιρασµένης πατρίδας.

Οι πραγµατικότητες και τα ιστορικά γεγονότα από το 1964 ως την εισβολή βοούν εις βάρος των Ελληνοκυπρίων και τα γεγονότα από το 1974 και εντεύθεν βοούν εις βάρος των Τουρκοκυπρίων. Για να οδηγηθούµε σε λύση επιβάλλεται ώστε το ελληνοκυπριακό κράτος να προσανατολίσει το σχολείο και τους µαθητές στις αρχές της συµβίωσης, της αδελφοσύνης µε τους Τουρκοκύπριους και το φεντεραλισµό, την οµοσπονδιακή δηλαδή οργάνωση του κράτους.
Το σχολείο πρέπει να προσανατολιστεί σε τρεις πυλώνες:


Τι διδάσκουµε, πώς το διδάσκουµε και ποιοι το διδάσκουν (περιεχόµενο βιβλίων, επιµόρφωση και αναµόρφωση των εκπαιδευτικών). Η εκπαιδευτική µεταρρύθµιση, υπό τον καθηγητή Ανδρέα Καζαµία και την οµάδα των «επτά σοφών», σηµασιολογούσε το τρίπτυχο: Τι, πώς, ποιοι; Ο τόπος, λοιπόν, χρειάζεται ένα σύγχρονο σχολείο που να ζωογονεί την κρίση όπως αυτό που οικοδοµούσε ο τέως Υπουργός Παιδείας Ανδρέας ∆ηµητρίου, που αν δεν διακοπτόταν η εκπαιδευτική του πολιτική, δεν θα µιλούσαµε σήµερα για µαθητές και καθηγητές πληµµυρισµένους µε εθνικισµό, επιλεκτική χρήση του ιστορικού παρελθόντος και για άλυτο Κυπριακό.

Ο πολυµαθέστατος νους της αρχαιότητας, Αριστοτέλης, δίδασκε τον ορθολογισµό, µια αρετή που οι νεοέλληνες σύµφωνα µε το βίο και την πολιτεία τους δεν εκτιµούν ιδιαίτερα. Σε οµιλία του για καταδίκη του ψευδοκράτους στην πλατεία Ορφέα, ο Άντρος Κυπριανού έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου προς όσους πήραν διαζύγιο µε τον ορθολογισµό: «Τζιείνοι ποτζιεί τζιαι εµείς ποδά, λένε όσοι φανερά ή συγκαλυµµένα προωθούν τη διχοτόµηση.

∆εν µας λένε όµως ότι µια τέτοια εξέλιξη θα φέρει τόσους έποικους στην Κύπρο, ώστε µοιραία κάποια στιγµή θα αναζητήσουν ζωτικό χώρο στις ελεύθερες περιοχές. Είναι αφέλεια να θεωρούµε ότι δίχως λύση θα συνεχίσουµε απλώς τη ζωή µας, όπως σήµερα. Θα ζούµε πάνω σε µια κινούµενη άµµο, που δεν θα ξέρουµε πότε θα µας καταπιεί».

Η λύση του Κυπριακού πάνω απ’ όλα χρειάζεται ηγέτη µε διαλεκτική γνώση και πολιτική βούληση, ώστε να ερµηνεύει σωστά τα διαπλεκόµενα συµφέροντα και τον καταλυτικό ρόλο της Τουρκίας. Η πολιτική βούληση είναι το Α και το Ω για λύση του Κυπριακού και απαλλάσσει τον ηγέτη από το φόβο αποδοχής της πολιτικής ισότητας που διεκδικεί η Τουρκία, γιατί η πολιτική ισότητα όπως έχει γίνει αποδεκτή από τον ΟΗΕ, ουδεµία σχέση έχει µε την αριθµητική ισότητα.

Η θρασύτητα και αλαζονεία της Τουρκίας στον τρόπο που ατενίζει το Κυπριακό δεν διαφέρει ποσώς από τη διαχρονική και ληστρική στάση του ισχυρού. Από την Αθηναϊκή Ηγεµονία ως την Αµερικανική Παντοκρατορία (Νέα Τάξη), το «δίκαιο» το επέβαλλε, κατά το δοκούν, ο ισχυρός. Ποτέ δεν ίσχυσε το όντως δίκαιο και η όντως ηθική.

Είτε το θέλει είτε όχι ο Ρωµιός, η Τουρκία θα είναι παντοτινός γείτονάς του, λόγω γεωγραφικής της θέσης. Είχε, λοιπόν, απόλυτο δίκαιο ο πρώην διευθυντής του ΡΙΚ και Υπουργός Παιδείας Ανδρέας Χριστοφίδης, όταν έλεγε ότι το Κυπριακό παραµένει άλυτο γιατί οι Έλληνες ηγέτες δεν κατανόησαν το ρόλο της γεωγραφίας και εξακολουθούν να παραµυθιάζονται µε την ιστορία ότι η Κύπρος είναι ελληνική!
*Φιλόλογος, πρώην διευθυντής σε σχολεία Μ.Ε.