Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Ο Χρίστος Κυθρεώτης θα βρίσκεται στην Κύπρο για να πάρει μέρος στην τρίτη εκδήλωση της ομάδας συγγραφέων «Διαβάσεις» στις 17 Μαΐου 2019α 19:00, στην αίθουσα συνεδρίων και διαλέξεων Διαλεκτική (πρώην Πολιτιστικό Κέντρο Αγλαντζιάς). Εντός των ημερών θα εκδοθεί το μυθιστόρημά του Εκεί που ζούμε (εκδ. Πατάκη)· «πρόκειται για ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός τριανταπεντάρη που ετοιμάζεται να φύγει από την Ελλάδα» και «μέσα σε αυτό το εικοσιτετράωρο ο αναγνώστης μαθαίνει σχεδόν τα πάντα για τη ζωή και για τον τρόπο σκέψης του αφηγητή». Ένα μυθιστόρημα στην παράδοση των «μυθιστορημάτων της μιας μέρας», στο σχήμα και τη δομή, όχι όμως στην οπτική γωνία ή το ύφος.

Είναι το δεύτερό του βιβλίο μετά το βραβευμένο με κρατικό βραβείο Μια χαρά, μια συλλογή διηγημάτων με τους χαρακτήρες να έχουν κάτι κοινό: κάποια στιγμή «αμφισβητούν οι ίδιοι τις βασικές παραδοχές της ζωής τους». Μένοντας στην Αθήνα παρατηρεί πως νεότεροι Κύπριοι πεζογράφοι «έχουν κάνει πολύ αισθητή την παρουσία τους και στον ελλαδικό χώρο, κερδίζοντας κριτική αναγνώριση και βραβεία».

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ

  • Το να γράφω μου φαίνεται καλύτερο από το να μη γράφω
  • H γραφή μετατρέπει μια ανύπαρκτη εμπειρία ή ένα βίωμα σε λογοτεχνικό βίωμα

Από πότε άρχισες να γράφεις; Γιατί και για τι γράφεις;

Οι πρώτες μου απόπειρες έγιναν όταν ήμουν φοιτητής, αλλά πιο σοβαρά και εστιασμένα στην πεζογραφία άρχισα να γράφω αρκετά αργότερα, θα έλεγα μετά τα είκοσι πέντε. Όσο για τους λόγους που με ώθησαν και με ωθούν στο γράψιμο, νομίζω πως όλοι καταλήγουν στην εξής ταυτολογία: το να γράφω μου φαίνεται καλύτερο από το να μη γράφω. Από κει κι έπειτα, δεν θα έλεγα ότι διαλέγω πάντα συνειδητά το «για τι» θα γράψω –συχνά προκύπτει μέσα από τον πειραματισμό, από μια διαδικασία κατά την οποία αποβάλλονται σταδιακά όσα πράγματα δεν με ενδιαφέρουν ουσιαστικά, όσα δεν με ενδιαφέρουν δηλαδή σε περισσότερα του ενός επίπεδα.

Διαφορετικοί χαρακτήρες στο πρώτο σου βιβλίο, τη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων Μια Χαρά, κινούνται όλοι μέσα στην Αθήνα, όμως έχουν κάτι άλλο κοινό για σένα;

Έχουν όντως κάτι κοινό: κάποια στιγμή, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, αποφασίζουν να στραφούν εναντίον του εαυτού τους, να αμφισβητήσουν οι ίδιοι τις βασικές παραδοχές της ζωής τους. Ο τρόπος με τον οποίον το επιχειρούν διαφέρει πολύ από διήγημα σε διήγημα, αλλά στόχος μου ήταν αυτό το βασικό σχήμα να διατηρηθεί σε όλη τη συλλογή και να μην υπονομευτεί από την υφολογική ποικιλομορφία. Όταν όλα τα άλλα είναι διαφορετικά, το μοναδικό κοινό σημείο αποκτά μεγαλύτερη ορατότητα.

Η Αθήνα είναι πρωταγωνίστρια στο βιβλίο αυτό, αλλά και στο καινούργιο από ό,τι διάβασα στην περίληψη. Έτσι είναι; Πόσο ο τόπος καθορίζει τους ήρωές σου, αλλά και σένα;

Σπάνια μπορείς να έχεις μια έστω γενική εικόνα για κάποιον άνθρωπο αν δεν ξέρεις πού μένει ή πού μεγάλωσε, όπως επίσης και σε ποια εποχή ζει. Είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτά τα πράγματα ασκούν καθοριστική επίδραση τόσο στο ποιοι είμαστε όσο και στο πώς γράφεται ή διαβάζεται ένα βιβλίο.

Η Κύπρος, από την άλλη, η «ιδιαίτερή σου πατρίδα», δεν απουσιάζει από το πρώτο σου βιβλίο. Παρουσιάζεται μέσω της μορφής της γιαγιάς και μιας ιδιαίτερης στιγμής, της στιγμής της «εκταφής των λειψάνων της».

Σε αυτό το διήγημα πολύ σημαντικό ρόλο παίζει η διαχείριση της μνήμης, η εγγραφή της στο σώμα, αλλά και η αντίστασή της στους μηχανισμούς της απώθησης ή σε βολικές αφηγήσεις. Πέρα από τους προσωπικούς λόγους, η επιλογή ενός Ελληνοκύπριου αφηγητή μού φάνηκε ιδανική κυρίως γιατί στην πορεία ταίριαξε με τον συγκεκριμένο θεματικό καμβά.

Πέρα από την ευτυχή συγκυρία της ταυτόχρονης εμφάνισης μιας φουρνιάς πολύ αξιόλογων νέων Κύπριων συγγραφέων, ενδεχομένως υπάρχουν και άλλοι λόγοι για αυτή την εξέλιξη. Ίσως είναι θετική εν προκειμένω η επίδραση του διαδικτύου και των social media, που δημιουργούν έναν κοινό βιβλιοφιλικό χώρο, στον οποίο οι Κύπριοι συγγραφείς μπορούν ευκολότερα να μετέχουν επί ίσοις όροις

Γενικότερα έχει γεωγραφία η γραφή και πόσο διαφέρει από την κλασική γεωγραφία;

Θα έλεγα ότι η γεωγραφία της γραφής έχει υποχρεωτικά βιωματικό χαρακτήρα, όπως και οτιδήποτε άλλο στη λογοτεχνία. Με τον όρο βίωμα δεν αναφέρομαι σε κάτι αυτοβιογραφικό, αλλά στην ιδιότητα της γραφής να παίρνει μια ανύπαρκτη εμπειρία και να τη μετατρέπει σε υπαρκτή, σε βιωμένη. Θα έλεγα μάλιστα ότι το ίδιο ακριβώς έργο έχει να επιτελέσει ο συγγραφέας και όταν η εμπειρία δεν είναι επινοημένη, και πάλι δηλαδή πρέπει να τη μετατρέψει από πραγματικό βίωμα σε λογοτεχνικό βίωμα.

Το καινούργιο σου βιβλίο Εκεί που ζούμε (εκδ. Πατάκη), που αναμένεται να κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες, τι αφορά;

Με δυο λόγια πρόκειται για ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός τριανταπεντάρη που ετοιμάζεται να φύγει από την Ελλάδα για να δουλέψει στο εξωτερικό, χωρίς πραγματικά να το ονειρεύεται ή να είναι έστω διατεθειμένος να το σχεδιάσει λεπτομερώς. Μέσα σε αυτό το εικοσιτετράωρο, ο αναγνώστης μαθαίνει σχεδόν τα πάντα για τη ζωή και για τον τρόπο σκέψης του αφηγητή, γιατί, κακά τα ψέματα, μια μέρα συνήθως αρκεί, αν είσαι διατεθειμένος να την παρατηρήσεις από πολύ κοντά.

Υπάρχουν κάποιες ιδιαίτερες επιρροές για αυτό το βιβλίο; Γενικότερα από πού νιώθεις να έχει επηρεαστεί το γράψιμό σου, αν ανιχνεύεις τέτοιες επιρροές;

Σε επίπεδο κεντρικής ιδέας είναι προφανής η επιρροή της παράδοσης των μεγάλων «μυθιστορημάτων της μιας μέρας», από τον Τζόυς και τον Μπελ, μέχρι τον Μακ Γιούαν και αρκετούς άλλους. Ωστόσο, αυτό αφορά κυρίως το σχήμα και τη δομή του μυθιστορήματος, όχι την οπτική γωνία ή το ύφος. Ως προς αυτά, νομίζω πως οι βασικές μου επιρροές παραμένουν οι ίδιες εδώ και αρκετά χρόνια, χωρίς να είμαι σίγουρος ότι είναι ανιχνεύσιμες –ίσως είναι απλώς επιρροές που εύχομαι να έχω δεχθεί.

Παρακολουθείς νομίζω την ελληνική λογοτεχνία, αλλά και τους Κύπριους συγγραφείς, ως μέλος κατά καιρούς σε διάφορες επιτροπές ή γράφοντας βιβλιοκριτικές. Υπάρχουν κάποιες τάσεις στην ελληνική λογοτεχνία;

Κατά καιρούς, παρατηρούνται κοινές τάσεις, αν και σίγουρα πρέπει να περιμένει κανείς να αποκρυσταλλωθούν. Έχει επισημανθεί, για παράδειγμα, πως τα τελευταία χρόνια αρκετοί Έλληνες πεζογράφοι έχουν στραφεί είτε στην αυτοβιογραφία είτε στη μείξη αυτοβιογραφικών και μυθοπλαστικών υλικών –και μάλιστα η τάση αυτή διαπερνά οριζόντια περισσότερες από μια γενιές. Στο μέλλον πάντως το μεγάλο ομογενοποιητικό φίλτρο μέσα από το οποίο θα διαβαστεί η τρέχουσα πεζογραφία θα είναι η κρίση. Ακόμα και τα βιβλία που δεν αναφέρονται ευθέως ή έστω εμμέσως σε αυτήν, νομίζω πως θα καταχωρίζονται κάτω από αυτή την ετικέτα, της «πεζογραφίας της κρίσης».

Θεωρείς πως οι Κύπριοι συγγραφείς έχουν πια περισσότερη πρόσβαση και ορατότητα στην Ελλάδα;

Όσον αφορά την κυπριακή λογοτεχνία, η γνώση μου είναι δυστυχώς επιδερμική και περιορίζεται κατά βάση στους νεότερους πεζογράφους, οι οποίοι πράγματι τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει πολύ αισθητή την παρουσία τους και στον ελλαδικό χώρο, κερδίζοντας κριτική αναγνώριση και βραβεία. Πέρα από την ευτυχή συγκυρία της ταυτόχρονης εμφάνισης μιας φουρνιάς πολύ αξιόλογων νέων Κύπριων συγγραφέων, ενδεχομένως υπάρχουν και άλλοι λόγοι για αυτή την εξέλιξη. Ίσως είναι θετική εν προκειμένω η επίδραση του διαδικτύου και των social media, που δημιουργούν έναν κοινό βιβλιοφιλικό χώρο, στον οποίο οι Κύπριοι συγγραφείς μπορούν ευκολότερα να μετέχουν επί ίσοις όροις.

Διάβασες κάποιο βιβλίο τελευταία που θα ήθελες να αναφερθείς σε αυτό;

Από τα πολλά θα αναφέρω εδώ δύο. Το «Δε λες κουβέντα» του Μάκη Μαλαφέκα, ένα απολαυστικό νουάρ μυθιστόρημα, που συλλαμβάνει, έστω και διά της υπερβολής που διέπει τις συμβάσεις του είδους, κάτι από την ατμόσφαιρα των τελευταίων χρόνων σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της Αθήνας. Ο «Ταχυδρόμος» του Γιώργου Παπαδάκη, από την άλλη, ανασυστήνει με λιτά μέσα τα ήθη της μεταπολεμικής Κρήτης, υπερβαίνοντας όμως την απλή ηθογραφία, εξαιτίας της ψυχογραφικής του δύναμης.