Του

Ιερόθεου Παπαδόπουλου*

 

Έντονη ήταν η συζήτηση που ξεκίνησε μετά την πρόσφατη δημοσίευση της έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τα συστήματα χορήγησης ιθαγένειας και άδειας διαμονής σε επενδυτές στα κράτη μέλη της ΕΕ. Η έκθεση εξετάζει και καταγράφει τις υφιστάμενες πρακτικές και εντοπίζει τους κινδύνους που συνεπάγονται τα συστήματα αυτά για την ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά. Μεταξύ άλλων, η έκθεση διαπιστώνει ότι συχνά χορηγείται ιθαγένεια στους αιτούντες χωρίς αυτοί να έχουν φυσική διαμονή στα συγκεκριμένα κράτη μέλη και χωρίς καμία πραγματική σχέση με αυτά. Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι η έλλειψη διαφάνειας στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα συστήματα αυτά και η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών επιτείνει ακόμη περισσότερο τους κινδύνους αυτούς.


Τα προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές αναφέρονται συχνά ως «ιθαγένειες προς πώληση» ή «χρυσά διαβατήρια». Επιτρέπουν σε αλλοδαπούς την απόκτηση της ιθαγένειας μιας χώρας, εφόσον πληρούνται ορισμένα κριτήρια, με αντάλλαγμα χρήματα. Η Βουλγαρία, η Κύπρος και η Μάλτα εφαρμόζουν τέτοιου είδους προγράμματα, στο πλαίσιο των οποίων οι επενδυτές οφείλουν να επενδύσουν ποσά από 800.000 έως 2 εκ. ευρώ. Οι τρεις αυτές χώρες εφαρμόζουν σήμερα συστήματα τα οποία χορηγούν σε επενδυτές την ιθαγένεια υπό όρους λιγότερο αυστηρούς από τα συνήθη καθεστώτα πολιτογράφησης. Στα τρία αυτά κράτη μέλη, λέει η έκθεση, δεν υπάρχει υποχρέωση φυσικής διαμονής για το άτομο, ούτε απαίτηση για άλλη πραγματική σχέση με τη χώρα πριν από την απόκτηση της ιθαγένειας. Η Βουλγαρία, εν τω μεταξύ, έχει γνωστοποιήσει ότι προτίθεται να τερματίσει το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα.

Επιπλέον, 20 κράτη μέλη συνολικά εφαρμόζουν συστήματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές: η Βουλγαρία, η Μάλτα και η Κύπρος και επίσης η Τσεχία, η Εσθονία, η Ιρλανδία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Γαλλία, η Κροατία, η Ιταλία, η Λετονία, η Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, οι Κάτω Χώρες, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβακία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η παραχώρηση ιθαγένειας σε επενδυτές στην ΕΕ είναι εθνική αρμοδιότητα. Ωστόσο τα προγράμματα αυτά παρουσιάζουν κοινό ενδιαφέρον για την ΕΕ, δεδομένου ότι κάθε πρόσωπο που αποκτά την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους αποκτά ταυτόχρονα και την ιθαγένεια της Ένωσης. Όπως είπε και η Βιέρα Γιούροβα, επίτροπος Δικαιοσύνης, Καταναλωτών και Ισότητας των Φύλων, «τα κράτη μέλη που πουλούν διαβατήρια δίνουν κάτι που μπορούν να δώσουν, την ιθαγένεια του κράτους τους, και κάτι που δεν μπορούν, την ευρωπαϊκή ιθαγένεια». Γιατί η απόφαση ενός κράτους μέλους να χορηγήσει ιθαγένεια παρέχει αυτομάτως δικαιώματα που ισχύουν και στα άλλα κράτη μέλη, ιδίως το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και της πρόσβασης στην εσωτερική αγορά της ΕΕ, καθώς και το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις ευρωπαϊκές και στις τοπικές εκλογές. Μια έγκυρη άδεια διαμονής, από την άλλη πλευρά, παρέχει σε υπήκοο τρίτης χώρας το δικαίωμα να διαμένει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, αλλά και να ταξιδεύει ελεύθερα στο χώρο Σένγκεν. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και το δίκαιο της ΕΕ ρυθμίζει τις προϋποθέσεις εισόδου για ορισμένες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών, η χορήγηση αδειών διαμονής σε επενδυτές δεν ρυθμίζεται επί του παρόντος σε επίπεδο ΕΕ και εξακολουθεί να αποτελεί εθνική αρμοδιότητα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρακολουθεί τα ευρύτερα ζητήματα συμμόρφωσης με το δίκαιο της ΕΕ τα οποία τίθενται από τα συστήματα χορήγησης ιθαγένειας και άδειας διαμονής σε επενδυτές και θα λάβει τα ανάλογα αναγκαία μέτρα.

Συγκεκριμένα, θα συγκροτηθεί ομάδα εμπειρογνωμόνων από τα κράτη μέλη, η οποία θα εργαστεί για την αντιμετώπιση των ειδικών κινδύνων που ενέχουν τα προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων θα θεσπίσει διαδικασίες για την ανταλλαγή πληροφοριών και στατιστικών στοιχείων σχετικά με τα συστήματα αυτά, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τους αιτούντες των οποίων οι αιτήσεις για χορήγηση ιθαγένειας έχουν απορριφθεί σε ένα κράτος μέλος για λόγους που συνιστούν κίνδυνο για την ασφάλεια. Παράλληλα, η Επιτροπή θα εξετάσει τη διαφάνεια των προγραμμάτων χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές και των διαδικασιών πολιτογράφησης που εναπόκεινται στη διάκριση των κρατών μελών και επιτρέπουν την απόκτηση ιθαγένειας βάσει επενδύσεων. Όσον αφορά τις τρίτες χώρες που θεσπίζουν παρόμοια συστήματα, τα οποία ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια της ΕΕ, η Επιτροπή θα παρακολουθεί τα συστήματα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές στις υποψήφιες χώρες και στις εν δυνάμει υποψήφιες χώρες στο πλαίσιο της διαδικασίας προσχώρησης στην ΕΕ. Θα παρακολουθεί επίσης τον αντίκτυπο τέτοιου είδους συστημάτων στις χώρες οι οποίες απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης για την ΕΕ στο πλαίσιο του μηχανισμού αναστολής των θεωρήσεων.

*Επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο