Χρυστάλλα Κυριάκου: Η μάνα που έχασε τρία παιδιά τον μαυροφορεμένο Αύγουστο

Έλα στο Google News
  • Η ωµότητα του πολέµου σε όλο της το µεγαλείο. Έχασε σχεδόν ολόκληρη την οικογένειά της…
  • «Με την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής, φύγαµε από την Αµµόχωστο και καταφύγαµε στην Ορµήδεια, όπου κοιµηθήκαµε κάτω από λίγα δέντρα, σε ένα περβόλι…»
  • «Οι Τούρκοι στρατιώτες που ήρθαν ήταν εξαγριωµένοι λόγω των γεγονότων που συνέβησαν στη Μαράθα, στον Σανταλάρη και στην Αλόα»
  • «Προσπάθησα να πάρω τα παιδιά µου πίσω, αλλά ένας στρατιώτης µε κτύπησε µε το όπλο του στον ώµο και έπεσα κάτω»
  • Γλαύκος Κληρίδης: «∆εν είσαι η µόνη, έχει πολλές περιπτώσεις σαν και τη δική σου…»
  • ∆εν κατέστη εφικτό να γίνουν ανασκαφές στην περιοχή καθώς εκεί εδρεύει στρατόπεδο του τουρκικού στρατού

 

Του Κωστή Πιτσιλλούδη

Το προδοτικό πραξικόπηµα και η εισβολή των τουρκικών στρατευµάτων που ολοκλήρωσε την τραγωδία στην Κύπρο άφησαν ανεξίτηλα σηµάδια στο κορµί της πατρίδας µας, δηµιουργώντας χιλιάδες νεκρούς, τραυµατίες και αγνοουµένους, προσφυγοποιώντας 165.000 Ελληνοκύπριους και 45.000 Τουρκοκύπριους.

Η ιστορία, όµως, της κας Χρυστάλλας Νέκκη Κυριάκου, γέννηµα του 1952 και µε καταγωγή την κατεχόµενη Κάτω ∆ερύνεια, ξεπερνά κάθε ανθρώπινη λογική, καθώς σχεδόν ολόκληρη η οικογένειά της, µαζί µε τα τρία ανήλικα παιδιά της έπεσε θύµα της θηριωδίας και της βαρβαρότητας του τουρκικού στρατού.

Με την έναρξη της πρώτης φάσης της εισβολής είχε µείνει σπίτι της µε τα τρία της παιδιά, τον πεντάχρονο τότε Ανδρέα και τα δύο δίδυµα κοριτσάκια της, την Κίκα και τη Μαρία, που είχαν γεννηθεί το 1971, αλλά και µε τον δωδεκάχρονο αδελφό της, Αλκιβιάδη Πιερίδη, καθώς ο άντρας της, Χρίστος Κυριάκου, µε τον οποίο είχαν παντρευτεί το 1969, έφυγε µε την επιστράτευση στην Κερύνεια και εντάχθηκε στην 33η µοίρα καταδροµών.

Στις 14 του Αυγούστου, ξεκινά η δεύτερη φάση της εισβολής. Οι Τούρκοι βομβαρδίζουν από τα χαράματα την Αμμόχωστο. Όπως εξιστορεί η κα Χρυστάλλα σε συνέντευξη που παραχώρησε στη «Χαραυγή», πληροφορήθηκαν ότι οι Τούρκοι προέλαυναν προς την Αµµόχωστο.

«Ήρθε ο πεθερός µου από το Βαρώσι Κυριάκος Γιωργαλλής µαζί µε την πεθερά µου Ανδριανή Κυριάκου, τον κουνιάδο µου Γιώργο και την κουνιάδα µου Σωτήρα, µαζί µε τα τρία παιδιά τους, ένα ανδρόγυνο (ο Σάββας και η Ανδρονίκη) µε τις δύο ενήλικες κόρες τους (Άννα και Παρασκευούλα), αλλά και µία γειτόνισσά µου τη Μαρίκα που ήταν γύρω στα 50 τότε και πήγαµε στην Ορµήδεια, υπό το φόβο του τουρκικού στρατού. Εκεί θυµάµαι είχαµε κοιµηθεί κάτω από λίγα δέντρα, που βρίσκονταν σε ένα περιβόλι», ανέφερε.

Πρόσθεσε ότι όταν άκουσε ο πεθερός της από το (ελεγχόμενο από τους πραξικοπηματίες), ραδιόφωνο του ΡΙΚ τη γνωστή πλέον έκκληση προς την Πυροσβεστική και την Αστυνοµία να παρουσιαστούν στην Τεχνική Σχολή Αµµοχώστου, πρότεινε να επιστρέψουν πίσω (όπως έκαναν και πολλοί άλλοι Βαρωσιώτες) και να πάρουν κάποια πράγµατα, όπως ρούχα και άλλα αντικείµενα.

«Ξεκινήσαµε όλοι µας που ήµασταν µαζί στην Ορµήδεια να πάµε πίσω. Μόλις εισήλθαµε στην Κάτω Δερύνεια, στις 15 του Αυγούστου, γύρω στις 8:30-9:00 το πρωί, εµφανίστηκαν 3-4 ένοπλοι στρατιώτες και µας σταµάτησαν, µεταξύ αυτών και Τ/κ. Έπιασαν τον κουνιάδο µου και τον µετέφεραν αλλού. Από τότε δεν τον έχουµε ξαναδεί και δεν έχουµε λάβει οποιαδήποτε πληροφορία.

Τους υπόλοιπους µας έβγαλαν από το αυτοκίνητο και µας έβαλαν να πάµε µε τα πόδια µέχρι το περιβόλι της Πέρτζενας (Κάτω ∆ερύνεια), όπου εκεί υπήρχαν περίπου 200 Ε/κ, από διάφορα µέρη», εξήγησε.

Το απόγευµα της ίδιας ηµέρας, πρόσθεσε, τους µετέφεραν στο σπίτι τους στην Κάτω ∆ερύνεια και τους προειδοποίησαν να µην επιχειρήσουν να φύγουν.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου που έµεναν εντός του σπιτιού, τόνισε, ερχόταν περιπολία µε στρατιώτες 2-3 φορές την ηµέρα, για να ελέγξει εάν ήταν όλοι παρόντες, χωρίς να προκαλούν ιδιαίτερα.

Στις 19 Αυγούστου, ανήµερα των γενεθλίων των δίδυµων κορών της κυρίας Χρυστάλλας, Τούρκοι στρατιώτες τούς έβγαλαν έξω από το σπίτι και τους χώρισαν σε δύο οµάδες: την ίδια µαζί µε την Άννα και Παρασκευούλα που ήταν γύρω στα 18-20 ετών τότε, τους είπαν να παραµείνουν σπίτι, ενώ τους υπόλοιπους µαζί µε τα ανήλικα παιδάκια, τους πήραν µαζί τους.

«Οι Τούρκοι στρατιώτες που ήρθαν ήταν 5-6 και ήταν εξαγριωµένοι λόγω των γεγονότων που συνέβησαν στη Μαράθα, στον Σανταλάρη και στην Αλόα. Το αντιληφθήκαµε αυτό γιατί ο πεθερός µου ήταν από τα Γέναγρα (Αµµόχωστος) και µπορούσε να κατανοήσει κάποια Τουρκικά που του έλεγαν.

Προσπάθησα να πάρω τα παιδιά µου πίσω, αλλά ένας στρατιώτης µε κτύπησε µε το όπλο του στον ώµο και έπεσα κάτω. Η πεθερά µου τότε µου είπε να αφήσω τα παιδιά σε αυτήν και θα τα προσέχει. Οι στρατιώτες µάς είπαν ότι θα επέστρεφαν και για εµάς τις τρεις που µείναµε πίσω», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια και ενόσω οι Τούρκοι στρατιώτες ήταν προσηλωµένοι, κατάφεραν να διαφύγουν οι τρεις τους, τρέχοντας µε κατεύθυνση προς τη ∆ερύνεια. «Όταν πήγαµε στη ∆ερύνεια, η Άννα και η Παρασκευούλα έµειναν εκεί και εγώ προχώρησα στον άλλο αδελφό µου που είχε παντρευτεί στη Σωτήρα, για να ζητήσω βοήθεια από τα Ηνωµένα Έθνη», ανέφερε.

Η ίδια γνωστοποίησε πως είχε µάθει τι έγινε µε τα άτοµα που έπιασαν οι Τούρκοι στρατιώτες, από τον αδελφό της που είχε καταφέρει να ξεφύγει και να φτάσει στη ∆ερύνεια.

«Ο αδελφός µου µας πληροφόρησε ότι τους µετέφεραν σε ένα περιβόλι στην Κάτω ∆ερύνεια, κοντά στα σύνορα µε τον Άγιο Μέµνιο, όπου υπήρχαν και άλλοι Ε/κ εκεί. Η κουνιάδα µου, Σωτήρα, είχε πανικοβληθεί και άρχισε να φωνάζει καθώς είχε τα τρία παιδιά µαζί της: τoν 8χρονο Χρίστο, τη 10χρονη Κούλα και τον 12χρονο Τάσο. Τότε ένας στρατιώτης την πυροβόλησε στον ώµο. Εκείνη τη στιγµή, ο αδελφός µου έτρεξε προς τη ∆ερύνεια για να γλιτώσει και παρ’ όλους τους πυροβολισµούς που του έριξαν, κατάφερε και έφθασε σώος το βράδυ στο χωριό διότι γνώριζε αρκετά καλά την περιοχή», εξιστόρησε.

Πρόσθεσε πως ο αδελφός της δεν είδε µε τα µάτια του τι συνέβη σε αυτούς που άφησε πίσω στο περιβόλι.

«Με τη λήξη του πολέµου, είχα πάει στη Βουλή, όπου µετά από αρκετά αιτήµατά µου, ο Γλαύκος Κληρίδης, ο οποίος εκτελούσε χρέη Προέδρου της ∆ηµοκρατίας τότε, µε υποδέχθηκε για να του αναφέρω το γεγονός. Όταν του διηγήθηκα την ιστορία, µου απάντησε ότι “δεν είσαι η µόνη, έχει πολλές περιπτώσεις σαν και τη δική σου”», υπογράµµισε.

Τόνισε ότι παρ’ όλες τις προσπάθειές της εδώ και 47 χρόνια, δεν κατέστη εφικτό να γίνουν ανασκαφές στην περιοχή, καθώς εκεί εδρεύει στρατόπεδο του τουρκικού στρατού.

Σηµείωσε ότι ο αδελφός της, Άλκης, µαζί µε τη ∆ιερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουµένους (∆ΕΑ) είχαν µεταβεί το 2011 στην Κάτω ∆ερύνεια για να υποδείξει προς τη ∆ΕΑ πού ακριβώς τους είχε µεταφέρει ο τουρκικός στρατός.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.