ΔΕΕ: Διάκριση λόγω αναπηρίας η πρακτική εργοδοτών σχετικά με χρονοδιάγραμμα υποβολής πιστοποιητικών

“Η πρακτική εργοδότη, η οποία συνίσταται στην καταβολή επιδόματος αποκλειστικώς στους εργαζομένους με αναπηρία που έχουν υποβάλει πιστοποιητικό αναπηρίας κατόπιν της ημερομηνίας την οποία επέλεξε ο ίδιος, μπορεί να συνιστά άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω αναπηρίας”, έκρινε σήμερα το Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ), εξετάζοντας υπόθεση που του έθεσε το Sąd Okręgowy w Krakowie (πρωτοδικείο περιφέρειας Κρακοβίας, Πολωνία).

Συγκεκριμένα, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του ΔΕΕ, κρίνει ότι  οι περιπτώσεις δυσμενούς διακρίσεως λόγω αναπηρίας, κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας, είναι, κατά κανόνα, εκείνες στις οποίες τα άτομα με αναπηρία υφίστανται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση ή υφίστανται μειονεκτική μεταχείριση σε σχέση με τα άτομα χωρίς αναπηρία, αλλά η παρεχόμενη βάσει της σχετικής οδηγίας προστασία θα μειωνόταν αν γινόταν δεκτό ότι περίπτωση κατά την οποία υφίσταται τέτοια διάκριση εντός ομάδας προσώπων αποτελούμενης αποκλειστικώς από άτομα με αναπηρία δεν εμπίπτει, εξ ορισμού, στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των διακρίσεων την οποία προβλέπει η εν λόγω οδηγία.

Επομένως, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως η οποία κατοχυρώνεται με την οδηγία 2000/78 αποσκοπεί στην προστασία του εργαζομένου με αναπηρία έναντι κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω αναπηρίας όχι μόνον σε σχέση με τους εργαζομένους χωρίς αναπηρία, αλλά και σε σχέση με τους λοιπούς εργαζομένους με αναπηρία.

Κατά το ΔΕΕ πρακτική όπως η επίμαχη, “μολονότι εκ πρώτης όψεως ουδέτερη, μπορεί να συνιστά έμμεση διάκριση λόγω αναπηρίας όταν έχει ως αποτέλεσμα τη μειονεκτική μεταχείριση εργαζομένων με αναπηρία λόγω της φύσεως της αναπηρίας τους, ενώ δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς από θεμιτό σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού δεν είναι πρόσφορα και αναγκαία, στοιχεία των οποίων η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο”.

Στο σκεπτικό της απόφασης, το ΔΕΕ επισημαίνει κατά πρώτον επί του ζητήματος αυτού ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος υφίσταται εκ μέρους του εργοδότη του μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από εκείνην που υφίσταται σε ανάλογη κατάσταση κάποιος άλλος από τους εργαζόμενους του ίδιου εργοδότη και κατά την οποία αποδεικνύεται, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ότι η δυσμενής αυτή μεταχείριση οφείλεται στην αναπηρία του πρώτου εργαζομένου, καθόσον στηρίζεται σε κριτήριο άρρηκτα συνδεδεμένο με την αναπηρία αυτή, η συγκεκριμένη μεταχείριση είναι αντιβαίνει στην απαγόρευση των άμεσων διακρίσεων κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78.

Το ΔΕΕ κρίνει ότι δεδομένου ότι η επίμαχη πρακτική έχει ως αποτέλεσμα διαφορετική μεταχείριση δύο κατηγοριών εργαζομένων με αναπηρία οι οποίοι βρίσκονται σε ανάλογη κατάσταση, απόκειται, επομένως, στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν η χρονική προϋπόθεση που επέβαλε ο εργοδότης για τη χορήγηση του επίμαχου επιδόματος, συγκεκριμένα δε στην υποβολή του πιστοποιητικού αναπηρίας κατόπιν της ημερομηνίας που αυτός επέλεξε, συνιστά κριτήριο άρρηκτα συνδεδεμένο με την αναπηρία των εργαζομένων στους οποίους δεν χορηγήθηκε το επίδομα αυτό.

Επιπλέον, το ΔΕΕ κρίνει ότι εν προκειμένω ο εργοδότης στην κύρια δίκη δεν φαίνεται να παρέσχε στους εργαζομένους με αναπηρία που του είχαν ήδη προσκομίσει το πιστοποιητικό πριν από την καθορισθείσα ημερομηνία τη δυνατότητα να υποβάλουν εκ νέου το πιστοποιητικό τους ή να υποβάλουν νέο, οπότε η πρακτική αυτή θα μπορούσε να περιαγάγει σε οριστική αδυναμία εκπληρώσεως της εν λόγω χρονικής προϋποθέσεως μια σαφώς προσδιοριζόμενη ομάδα εργαζομένων αποτελούμενη από το σύνολο των εργαζομένων με αναπηρία, των οποίων η συγκεκριμένη ιδιότητα ήταν οπωσδήποτε γνωστή στον εργοδότη κατά την καθιέρωση της πρακτικής αυτής.

Ακολούθως, το ΔΕΕ επισημαίνει ότι εάν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει, αντιθέτως, ότι η επίμαχη διαφορετική μεταχείριση οφείλεται σε μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη πρακτική, θα πρέπει, προκειμένου να κρίνει αν η πρακτική αυτή συνιστά έμμεση διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2000/78, να διακριβώσει αν η υπό εξέταση διαφορετική μεταχείριση έχει ως αποτέλεσμα να περιέλθουν σε μειονεκτική θέση ειδικώς άτομα με ορισμένες αναπηρίες σε σχέση με άτομα με άλλες αναπηρίες και, ειδικότερα, να περιαγάγει σε μειονεκτική θέση ορισμένους εργαζομένους με αναπηρία λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της αναπηρίας τους, ιδίως δε λόγω του εμφανούς χαρακτήρα του ή λόγω του ότι η αναπηρία αυτή απαιτούσε εύλογες προσαρμογές.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.