Δεν αποτελεί έκπληξη για την ΠΕΟ η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που αφορά στη νομιμότητα των αποκοπών που έγιναν το 2013 στους εργαζομένους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και γενικά η τροπή και η κατάληξη του θέματος, όπως αναφέρει η ΣΗΔΗΚΕΚ – ΠΕΟ σε σημερινή ανακοίνωση.

«Όχι τυχαία, από θέση αρχής τα ζητήματα εργασιακών σχέσεων επιδιώκει να αντιμετωπίζονται μέσα από τη διαδικασία των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμφωνιών», αναφέρει η ΣΗΔΗΚΕΚ – ΠΕΟ, προσθέτοντας ότι «το έκδηλα αλλοπρόσαλλο των δικαστικών αποφάσεων γύρω από το θέμα της νομιμότητας αποκοπών σε μισθούς και συντάξεις, για ακόμα μια φορά δικαιώνει αυτή τη θέση αρχής του Συνδικαλιστικού Κινήματος».

Στη βάση αυτής της θεώρησης, σύμφωνα με την ΣΗΔΗΚΕΚ – ΠΕΟ, από την πρώτη στιγμή όχι μόνο δεν εστίασε στην όποια δικαστική διαδικασία, αλλά αξιοποιώντας την ισχύ της συλλογικής εκπροσώπησης αγωνίστηκε για ρύθμιση στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων.

«Με επιμονή και αποφασιστικότητα, πετύχαμε συμφωνία για σταδιακή επιστροφή των αποκοπών στους εργαζόμενους η οποία άρχισε από τα μέσα του 2018, με προτεραιότητα αποκατάστασης στους πιο χαμηλούς μισθούς, η οποία θα ολοκληρωθεί το Δεκέμβρη του 2022 με την πλήρη αποκατάσταση για όλους», αναφέρει και προσθέτει πως με την ίδια αποφασιστικότητα και υπευθυνότητα συνεχίζει να διεκδικεί τη σταδιακή αποκατάσταση όλων των ωφελημάτων-δικαιωμάτων που είχαν χαθεί το 2013″, προσθέτει.

«Αυτές τις συμφωνίες που επιτεύχθηκαν κατόπιν διαβούλευσης, κάτω από τη λογική της ρύθμισης των εργασιακών ζητημάτων με συλλογική διαπραγμάτευση, το Δημόσιο ως εργοδότης έχει ευθύνη να τις εφαρμόσει πλήρως και χωρίς υπαναχωρήσεις», αναφέρει το Κίνημα.

Τέλος, η ΠΕΟ αναφέρει ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί να χρησιμοποιηθεί η πανδημία «και οι οικονομικές της συνέπειες, ως ευκαιρία για  νέα επίθεση στους μισθούς και στα δικαιώματα των εργαζομένων οι οποίοι ακόμα πληρώνουν τις συνέπειες που μονόπλευρα και άδικα φορτώθηκαν κυρίως στις πλάτες τους το 2013» και προσθέτει πως «αυτό που χρειάζεται περισσότερο, ιδιαίτερα σήμερα, είναι η διατήρηση και ενίσχυση της αγοραστικής ικανότητας των εργαζομένων και γενικότερα η πάση θυσία αποφυγή ενός νέου φαύλου κύκλου ύφεσης και υπανάπτυξης».