Δεν είναι αόρατοι, έχουν ταυτότητα, είναι μητέρες, παιδιά, αδελφές

Της Ελένης Κωνσταντίνου

 

«Νεαρή, αγνώστων στοιχείων, θύμα θανατηφόρου τροχαίου στη Λεμεσό», πέρασαν καμπόσες ώρες από το θανατηφόρο και όμως η γυναίκα αυτή αναφέρεται στις επίσημες ανακοινώσεις ως νεαρή αγνώστων στοιχείων.

Μια νεαρή που είναι η κόρη κάποιων, η μητέρα ίσως, η σύζυγος. Μια νεαρή που άφησε τη χώρα της και ήρθε στην Κύπρο να δουλέψει για ένα καλύτερο μέλλον.

Θα είχε σίγουρα όνειρα για το μέλλον. Ποιος ξέρει, ίσως να ονειρευόταν κάποια στιγμή να επιστρέψει πίσω στη χώρα της με ένα καλό κομπόδεμα για να επανεκκινήσει τη ζωή της. Άλλωστε γιατί να θέλει να μείνει για πάντα εδώ; Δεν είναι η Κύπρος η νήσος των Αγίων, ούτε των θαυμάτων, πιο πολύ φέρνει για νήσος των Αγρίων.

Και αν οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι οικονομικοί μετανάστες στόχο έχουν να μείνουν για πάντα εδώ, «μολύνοντας» τον πολιτισμό μας πλανώνται πλάνην οικτράν. Σχεδόν όλοι έχουν το δικό τους πλάνο, να εργαστούν, να φυλάξουν κάποια χρήματα, επιστρέφοντας πίσω στις χώρες τους για να μπορέσουν είτε να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι ή να έχουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Γυναίκες που αφήνουν πίσω ανήλικα παιδιά και όταν επιστρέφουν αυτά είναι πλέον μεγάλα. Γυναίκες που στερούνται τον πολιτισμό της δικής τους χώρας για να έρθουν στην άλλη άκρη της γης για να τις αποκαλούν «η μαυρού». Αόρατες σε μια κοινωνία που μοιάζει να έχει το ρατσισμό στο πετσί της.

Που δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη γυναίκα με καταγωγή από το Βιετνάμ ή το Νεπάλ ή την Ινδία και που για την πλειοψηφία είναι «η μαυρού». «Η κορού» που προσέχει τους ηλικιωμένους γονείς μας, «η κοπέλα» που καθαρίζει το σπίτι, «η γυναίκα» που νταντεύει τα παιδιά μας, είναι «ο μιτσής» που δουλεύει ντελίβερι και πάει λέγοντας. Είναι οι αόρατοι άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας, όμως οι πλείστοι δεν τους βλέπουν. Δεν υπάρχουν, και ακόμη και σε αυτούς τους τίτλους είναι νεαρή και νεαρός αγνώστων στοιχείων…

Αλήθεια ποιος να θέλει να ζήσει για πάντα σε έναν τόπο που ενώ διαφημίζει τη φιλοξενία του, αυτή έπαψε να υφίσταται εδώ και πάρα πολλά χρόνια; Ποιος να θέλει να ζήσει σε έναν τόπο που του συμπεριφέρονται ως σαν να μην υπάρχει;

Πριν λίγες μέρες κτύπησε το τηλέφωνο βιντεοκλήση, ήταν η Βαν από το Βιετνάμ για να μου πει ότι είναι καλά και πως ήταν μαζί με τα εγγόνια της. Μετά από έξι χρόνια στην Κύπρο αποφάσισε να φύγει. Μια μέρα του Ιούνη κτυπούσε το τηλέφωνο στις 6 το πρωί, ήταν αυτή αναστατωμένη έψαχνε μέσο να την πάει στο αεροδρόμιο Λάρνακας, της υποσχέθηκε μου είπε ο γιος της γιαγιάς που πρόσεχε ότι θα ερχόταν να την πάρει. Το αεροπλάνο για ενδιάμεση στάση την Ιορδανία πριν φτάσει στο Χανόι με επιπλέον 8 ώρες με το λεωφορείο για το χωριό της θα έφευγε στις 10 το πρωί. Ο «μάστρος», όπως μου είπε, δεν κατάλαβε ότι του είπε 6 το πρωί, νόμιζε το απόγευμα και δεν μπορούσε να έρθει. «Είπα του πρωί. Τωρά εν μπορεί. Εσύ μπορείς βοηθήσεις;» Και τη βοήθησα και την πήρα στον προορισμό της πριν το ταξίδι της επιστροφής και την αγκάλιασα και της υποσχέθηκα να μιλάμε για να μαθαίνω τα νέα της. Την ώρα που της έδινα τη βαλίτσα στο χέρι, έβγαλε να μου δώσει 2 ευρώ, για να με ευχαριστήσει. Οι άνθρωποι αυτοί έρχονται για να εργαστούν και όχι για να παραχωρήσουν την ταυτότητά τους, όχι να διαγράψουν το ποιοι είναι.

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.