Δεν κατάλαβε γιατί βρίσκεται στη θέση του κατηγορουμένου

Έλα στο Google News

Αρνούμαι όλες τις κατηγορίες που μου έχουν προσαφθεί και δηλώνω με κάθε ειλικρίνεια προς το Σεβαστό σας Δικαστήριο ότι έχω προσπαθήσει, αλλά ακόμη δεν έχω καταλάβει γιατί εδώ και αρκετό καιρό βρίσκομαι σ’ αυτή την πολύ δεινή θέση, ανέφερε σήμερα ο Θεόδωρος Αριστοδήμου κατά την απολογία του ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας.

Ο κ. Αριστοδήμου είναι κατηγορούμενος στην πρώτη ποινική υπόθεση εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και άλλων τεσσάρων πρώην ανώτατων στελεχών της και συγκεκριμένα του Αντρέα Αρτέμη, Ανδρέα Ηλιάδη, Γιάννη Πεχλιβανίδη και Γιάννη Κυπρή, με κύρια κατηγορία αυτή της χειραγώγησης της αγοράς.

Το Κακουργιοδικείο με ενδιάμεση απόφαση του στις 27 Απριλίου 2016 έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε πέντε από τις έξι κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων, καλώντας τους σε απολογία. Μέχρι στιγμής έχει ολοκληρωθεί μόνο η απολογία του κ. Αρτέμη, ενώ σήμερα άρχισε η απολογία του κ. Αριστοδήμου.

Κατά τη σημερινή ακροαματική διαδικασία, ολοκληρώθηκε η εξέταση του κ. Αριστοδήμου και θα ακολουθήσει η αντεξέτασ’η του από την Εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής Πωλίνα Ευθυβούλου, η οποία ζήτησε από το Δικαστήριο χρόνο προκειμένου να μελετήσει όλα όσα ανέφερε σήμερα ο κατηγορούμενος.

Χωρίς να υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και επαναόρισε την υπόθεση για τις 18, 20 και 24 του τρέχοντος μηνός στις 10.30 το πρωί, ακυρώνοντας ταυτόχρονα την αυριανή δικάσιμο.

Κατά τη σημερινή απολογία του, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι εξελέγη στη θέση του Μη-Εκτελεστικού Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας το 2008 από την οποία παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 2012 για λόγους υγείας.

Ο κ. Αριστοδήμου υποστήριξε ότι μετά τη συνεδρίαση του ΔΣ της Τράπεζας στις 19/6/2012, αμέσως μετά τη Γενική Συνέλευση, όλη η προσοχή του είχε πλέον επικεντρωθεί στην υγεία του και δεν είχε «οποιαδήποτε συμμετοχή, ενημέρωση και επιρροή σε ό,τι αφορά το σοβαρότατο ζήτημα της προσπάθειας κάλυψης του κεφαλαιακού ελλείμματος που είχε θέσει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) ώστε η Τράπεζα να μην χρειαστεί ν’ αποταθεί στο Κράτος για στήριξη».

Ανέφερε ότι κατά το τέλος του 2012 είχε 53,438,776 μετοχές με κόστος απόκτησης σχεδόν €69 εκ., προσθέτοντας ότι καθ’ όλη την περίοδο της θητείας του ως Πρόεδρος, αλλά και μετέπειτα μέχρι το κούρεμα των καταθέσεων, δεν πώλησε ούτε μία μετοχή.
Είπε επίσης ότι ως αποτέλεσμα των αποφάσεων του Μαρτίου του 2013 η αξία των μετοχών του σχεδόν εκμηδενίστηκε ενώ η συνολική ζημιά που υπέστη από το κούρεμα των καταθέσεων ανήλθε σε σχεδόν €77 εκ.

Ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διαφωνεί με την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 11/11/2013 σύμφωνα με την οποία η παράλειψη της Τράπεζας να προβεί σε δημοσιοποίηση στις 15.06.2012 της «εμπιστευτικής πληροφορίας» ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες της για κάλυψη των απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ), είχαν αυξηθεί από €200 εκ. περίπου σε €400 εκ. περίπου οφειλόταν σε δική του «υπαιτιότητα και αμέλεια».
Είπε ότι έχει προσβάλει την εν λόγω απόφαση με την προσφυγή Αρ. 79/2014 που καταχωρήθηκε στις 24/1/2014 και η οποία εκκρεμεί ενώπιον του νέου Διοικητικού Δικαστηρίου.

Σε ό,τι αφορά την προ της 19/6/2012 περίοδο, ο κ. Αριστοδήμου διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι «ως Διοικητικοί Σύμβουλοι καταβάλαμε κάθε προσπάθεια, στο μέτρο βεβαίως που μας ήταν δυνατό, μέσα σε ένα πολύ αντίξοο και συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον να επιτύχουμε τον στόχο της ανακεφαλαιοποίησης που είχε καθοριστεί από την ΕΑΤ τον Δεκέμβριο του 2011, δηλαδή την εξεύρεση του ποσού των €1.560 εκ. το οποίο θα έπρεπε να καλυφθεί μέχρι τις 30/6/2012».

Αυτή η προσπάθεια, είπε, «έγινε με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον των μετόχων και το πράξαμε ενημερώνοντας την εποπτική αρχή, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, αλλά και το επενδυτικό κοινό, όταν βεβαίως αυτό επιβαλλόταν».
Σε σχέση με το θέμα της αναγκαιότητας έκδοσης ανακοινώσεων από την Τράπεζα, ο κ. Αριστοδήμου είπε ότι «ούτε το Διοικητικό Συμβούλιο ούτε ο Πρόεδρος αποφάσιζε ή μπορούσε ν΄ αποφασίσει από μόνος του. Δεν είναι έτσι που λειτουργούσε ένας μεγάλος οργανισμός, όπως η Τράπεζα», ανέφερε.

Ο κ. Αριστοδήμου διέψευσε ότι κατά τη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου στις 14/6/2012 ο κ. Χατζημιτσής τους είπε ότι υπήρχε προς συζήτηση ζήτημα έκδοσης προειδοποίησης κερδοφορίας. «Τέτοιο πράγμα δεν συνέβη. Ούτε και οποιοσδήποτε άλλος παρευρισκόμενος στην εν λόγω συνεδρίαση έθεσε ένα τέτοιο ζήτημα», είπε.

Σε σχέση με την αναφορά του στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση της 19/6/2012 ότι “το Συγκρότημα αναμένει ότι …θα είναι σε θέση να καλύψει τους ελάχιστους απαιτούμενους δείκτες κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων και βασικών ιδίων κεφαλαίων σε εύλογο χρονικό διάστημα», ο κ. Αριστοδήμου υποστήριξε ότι η φράση «σε εύλογο χρονικό διάστημα» παρέπεμπε στις 31/12/2012, που ήταν η καταληκτική ημερομηνία που είχε θέσει η εποπτική αρχή για κάλυψη των εποπτικών κεφαλαίων και όχι στις 30/6/2012 που ήταν η καταληκτική ημερομηνία που είχε θέσει η ΕΑΤ για το ποσό των €1.560εκ.

Ισχυρίστηκε ακόμη ότι «λόγω όλων των αβεβαιοτήτων και εκκρεμοτήτων που μας παρουσιάστηκαν στις 14/6/2012 από τον κ. Χατζημιτσή, το ζήτημα έκδοσης κάποιας ανακοίνωσης, μέχρι και την Γενική Συνέλευση, δεν μας απασχόλησε».

Αρνήθηκε, επίσης, κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι κατά τη διάρκεια των ερωτοαπαντήσεων στη Γενική Συνέλευση «έδωσα οποιαδήποτε απάντηση ή άφησα με οποιοδήποτε τρόπο να νοηθεί ότι το έλλειμμα στην προσπάθεια κάλυψης των κεφαλαιακών απαιτήσεων της ΕΑΤ ανερχόταν σε ή σε περίπου € 200 εκ. ή σε οποιοδήποτε άλλο ποσό».

Ανέφερε ακόμη ότι «οι αναφορές και οι χαρακτηρισμοί κάποιων μαρτύρων κατηγορίας και τα σχόλια τους για την ομιλία μου και τις απαντήσεις που έδωσα ήταν λανθασμένες και το λιγότερο που θα έλεγα ατυχείς».

«Ανακρίβειες και εμπάθεια υπήρχαν και στις μαρτυρίες του κ. Λόρδου όπως και του κ. Πεκρή, τις οποίες δεν θα ήθελα να σχολιάσω, αλλά θα περιοριστώ στο ν΄ αναφέρω ότι ο ισχυρισμός ότι έδωσα απαντήσεις με συγκεκριμένους αριθμούς αναφορικά με το κενό στα απαιτούμενα κεφάλαια που είχε προσδιορίσει η ΕΑΤ δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα», είπε.
Ανέφερε ότι «στην κρίσιμη περίοδο 14/6/2012-19/6/2012 που με αφορά, ούτε κάποιο σημαντικό γεγονός συνέβηκε ούτε και περιήλθε στην αντίληψη μου κάποια συγκεκριμένη εμπιστευτική πληροφορία, που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας ανακοίνωσης».

Υποστήριξε ότι το ποσό των «περίπου €400 εκ.» δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να δοθεί στο επενδυτικό κοινό ως ανακοίνωση. « Ήταν απλώς ένα από τα πολλά και διαφορετικά ενδεχόμενα που είχαμε μπροστά μας, με τις ίδιες, όμως, πιθανότητες πραγμάτωσης του, όπως άλλα ποσά που βρίσκονταν εντός ενός πολύ μεγάλου εύρους, δηλαδή από + €10 εκ μέχρι -€509 εκ.».
Ακόμη και σήμερα, πρόσθεσε, «με το εκ των υστέρων όφελος της πιο ολοκληρωμένης πληροφόρησης που έλαβα μέσα από την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, πραγματικά πιστεύω ότι θα ήταν εντελώς λανθασμένο και παραπλανητικό, αν στις 15/6/2012 ή στις 19/6/2012 ανακοινώναμε ότι το κενό στα κεφάλαια της ΕΑΤ ‘είχε αυξηθεί σε περίπου €400 εκ.’ και η Τράπεζα προέβαινε εντός ολίγων ημερών σε μια άλλη διορθωτική ανακοίνωση με το έλλειμμα αυξημένο κατά 25% ή αποτιμημένο σε €500 εκ., όπως έγινε στις 27/6/2012».

Το ίδιο θα ίσχυε, κατέληξε, « αν π.χ. ως αποτέλεσμα μιας επιτυχούς έκβασης της προσπάθειας πώλησης των ασφαλιστικών εταιρειών, το έλλειμμα μειωνόταν κατά €250-€300 εκ. από ‘€400 εκ. περίπου’ που θα είχαμε ανακοινώσει».

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.