Η εγκατάσταση θα παρουσιάζεται στο NiMAC (Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας, Συνεργασία Ίδρυμα Πιερίδη) μέχρι τις 29 Ιουλίου και από 5 Σεπτεμβρίου μέχρι 25 Νοεμβρίου 2017.

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Η εγκατάσταση Ένας Αρμένιος, ένας Τούρκος και ένας Έλληνας είναι μέρος της έκθεσης Terra Mediterranea – In Action, που οργανώνεται στο πλαίσιο της Πάφος2017, σε επιμέλεια Γιάννη Τουμαζή. Επιμελητές της εγκατάστασης είναι οι Δέσπω Πασιά και Αντώνης Χατζηκυριάκου. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός είναι του Γιώργου Χατζηχρίστου και η ηχητική εγκατάσταση (Υλικά) του Γιάννη Χριστοφίδη.

Η εγκατάσταση αφορά την οικονομία της Οθωμανικής Κύπρου αλλά εξετάζει ένα άκρως επίκαιρο θέμα: το θέμα της οικονομικής εξουσίας. Μέσω τριών κυρίαρχων οικονομικών παραγόντων της εποχής, του Έλληνα και πιο γνωστού μας Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, του Τούρκου Αμπντουλμπακί και του Αρμένη Σαρκίς οι επιμελητές «θέτουν υπό αμφισβήτηση κάποια κυρίαρχα ιστορικά αφηγήματα». Όπως εύστοχα επισημαίνουν: «Η εθνότητα […], όπως και άλλες μορφές ταυτότητας, είναι μέσο άσκησης εξουσίας, οικονομικής ή άλλης».

ΔΕΣΠΩ ΠΑΣΙΑ – ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ

  • Θέτοντας υπό αμφισβήτηση κυρίαρχα ιστορικά αφηγήματα
  • Η δημόσια συζήτηση για την οικονομική εξουσία περιορίζεται σε μια εξιδανικευμένη εικόνα

Πώς προέκυψε η ιδέα γι’ αυτή την εγκατάσταση; 

Δέσπω: Η ιδέα για μια εγκατάσταση που να αφορά την οικονομία της Οθωμανικής Κύπρου ξεκίνησε από τις γενικότερες συζητήσεις μας γύρω από την έρευνα του Αντώνη. Ερχόμενοι από διαφορετικά πεδία –την Ιστορία ο Αντώνης και τη Μουσειολογία και την Εκπαίδευση εγώ– είδαμε την προοπτική της συνεργασίας ως ευκαιρία να αναζητήσουμε άλλες μορφές διάχυσης της ιστορικής έρευνας πέρα από το κείμενο και τον προφορικό λόγο, που κυριαρχούν στον πανεπιστημιακό χώρο. Από την αρχή, επίσης, συμφωνήσαμε ότι δεν θέλαμε ούτε ο μουσειολογικός σχεδιασμός να γίνει ανεξάρτητα από τη θεματολογία, αλλά ούτε και να συμβεί αυτό που γίνεται πολλές φορές, δηλαδή η μουσειολογική προσέγγιση να υπηρετήσει απλώς τη χωρική διάταξη και τις «τεχνικές» λεπτομέρειες. Η ιδέα ήταν να παράξουμε μια όσο το δυνατό πιο στενή συνομιλία ανάμεσα στα δύο.

Έτσι, πρότεινα ότι το περιεχόμενο της ιστορικής έρευνας θα ήταν πιο προσιτό αν χρησιμοποιούσαμε μια πιο «αρχαιολογική», αν θέλετε, προσέγγιση φέρνοντας στο προσκήνιο τα αντικείμενα και τα υλικά, τα οποία πρωταγωνιστούν στα συγκεκριμένα ιστορικά έγγραφα. Θεωρώντας, επίσης, ότι οι πηγές ήταν εξαιρετικά σημαντικές για την περίπτωση, τις χειρίστηκα ώστε να είναι σύντομες, αλλά έντονα παρούσες, διαμορφώνοντας αρχιτεκτονικά το χώρο σε συνομιλία με τα αντικείμενα και η συμβολή του Γιώργου Χατζηχρίστου στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό ήταν καθοριστική.

Γιατί διαλέξατε τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (Οθωμανοκρατία);

Αντώνης: Στην επαφή μου με το κοινό διακρίνω μια ιδιαίτερη περιέργεια για την oθωμανική περίοδο της κυπριακής Ιστορίας, η οποία δυστυχώς παραμένει άγνωστη παρά την πρόσφατη σχετική άνθηση της οθωμανολογικής ιστοριογραφίας της Κύπρου. Ταυτόχρονα, η μη ένταξη αυτής της νέας γνώσης στη δημόσια σφαίρα σημαίνει ότι διατηρούνται κυρίαρχες αντιλήψεις, οι οποίες θέτουν όρια σε αυτή την περιέργεια. Η αντίφαση αυτή γεννά ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο κοινό δημιουργώντας μία δίψα για νέες πληροφορίες, και σε αυτό ακριβώς απευθύνομαι.

Τι ακριβώς εξετάζετε με αυτή την εγκατάσταση;

Δέσπω: Σε πρώτο επίπεδο την οικονομία στην Οθωμανική Κύπρο, τα δίκτυα που τη συντηρούν . Σε δεύτερο επίπεδο αναζητούμε τρόπους με τους οποίους μπορούμε να δημιουργήσουμε ερεθίσματα για ιστορική σκέψη μέσω των αισθήσεων, παρά αποκλειστικά εννοιολογικά ή νοητικά μέσα από το γραπτό λόγο ενός κειμένου που ενδεχομένως δεν είναι πάντα προσιτός στο κοινό. Σε τρίτο επίπεδο θέτουμε υπό αμφισβήτηση κάποια κυρίαρχα ιστορικά αφηγήματα.

Στο επιμελητικό σας κείμενο αναφέρετε ότι «η οικονομική εξουσία σπάνια αποτελεί θέμα δημόσιας συζήτησης». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πολύ περισσότερο σπάνια αποτελεί θέμα δημόσιας κριτικής.

Αντώνης: Τα γεγονότα τωντελευταίων χρόνων στην Κύπρο –από το σκάνδαλο των αξιογράφων μέχρι το κούρεμα, και από τις πολιτικές λιτότητας μέχρι την αναδιανομή της φορολογικής αναλογίας προς όφελος του συσσωρευμένου πλούτου– κάνουν το θέμα της οικονομικής εξουσίας ιδιαίτερα επίκαιρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σε άλλες εποχές δεν ήταν. Στο πλαίσιο αυτό η οικονομική εξουσία έχει ιδιαίτερη σημασία, και η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε μια εξιδανικευμένη εικόνα, π.χ. επιτυχημένων επιχειρηματιών που είναι δημιουργοί θέσεων εργασίας και προς τους οποίους πρέπει να είμαστε ευγνώμονες.

Μέσα από τα ιστορικά παραδείγματα της έρευνάς μου, προσπαθώ να αναδείξω το υπόβαθρο του κύρους και της αίγλης κάποιων σπουδαίων αντρών της Ιστορίας και τους τρόπους λειτουργίας της οικονομικής εξουσίας, χωρίς εξωραϊσμούς. Αυτό γίνεται είτε εστιάζοντας στους τρεις μεσάζοντες με τους οποίους ασχολείται η εγκατάσταση, είτε κοιτώντας τη βάση της κυπριακής οικονομίας μέσα από την εξέταση του φορολογικού καταστίχου της Κύπρου και τη χωρική του ανάλυση μέσα από χάρτες – στοιχεία που επίσης εκθέτονται στην εγκατάσταση.

Ο Χατζηγιωργάκης προκάλεσε λιμό και εξέγερση εξάγοντας όλο το σιτάρι της Κύπρου στην Ισπανία την εποχή των Nαπολεόντειων Πολέμων, όπου υπήρχε έλλειψη και τα περιθώρια κέρδους ήταν τεράστια· ο Αμπντουλμπακί συσσώρευσε μια προσωπική περιουσία που ήταν πάνω από τα μισά ετήσια έσοδα του οθωμανικού κράτους· ο Σαρκίς συνεργαζόταν με τον Λόρδο Έλγιν, ενώ είχε στις αποθήκες του τα τρία τέταρτα της συνολικής ποσότητας σιταριού που απαίτησε το οθωμανικό κράτος ως έκτακτη φορολογία από όλη την Κύπρο

Ποια η προσέγγισή σας σε αυτή την έκθεση; Πώς επιλέξατε το εικαστικό και ηχητικό τοπίο της εγκατάστασης;

Δέσπω: Όπως είπα και στην αρχή, η εγκατάσταση φέρνει στο προσκήνιο την υλική διάσταση της έρευνας. Βασικά προϊόντα που αποτελούσαν το υπόβαθρο της οικονομίας της Κύπρου κατά την oθωμανική περίοδο –σιτάρι, κριθάρι, βαμβάκι– αποτελούν και τη βάση πάνω στην οποία διαμορφώθηκε ο χώρος της εγκατάστασης – πάτωμα και οροφή. Ταυτόχρονα, αναζήτησα σε συλλογές μουσείων και ιδρυμάτων τα προϊόντα αυτά και το μετάξι, που επίσης ήταν σημαντικό προϊόν, είτε ακατέργαστα είτε μεταποιημένα, καθώς και αντικείμενα που παραπέμπουν στις εμπορικές σχέσεις της Κύπρου κατά την εποχή. Αυτά παρουσιάζονται στις προθήκες: αντικείμενα από τη Συρία, τη Βενετία, το Μαρόκο και τη Γαλλία συνυπάρχουν με αντικείμενα κατασκευασμένα στην Κύπρο.

Τα αντικείμενα δεν παρουσιάζονται ως μοναδικά δείγματα του είδους τους, αν και αρκετά από αυτά είναι μοναδικά ή δεν έχουν εκτεθεί ξανά. Για το λόγο αυτό και δεν υπάρχει αρίθμηση ή επεξήγηση επιτόπου, αλλά σε ένα μικρό έντυπο που μπορεί το κοινό να προμηθευτεί στα Αγγλικά και στα Ελληνικά μέσα στο χώρο. Αντίθετα, με βάση πάντα την ιστορική έρευνα, η διευθέτηση στις προθήκες παρουσιάζει ένα δείγμα συσσώρευσης πλούτου, όπως είναι δυνατό να συνέβαινε και κατά την οθωμανική περίοδο στην Κύπρο: με άλλα λόγια, τι σήμαινε σε καθημερινούς όρους ο πλούτος εκείνη την περίοδο στην Κύπρο ή πώς οι τρεις Κύπριοι μεσάζοντες πιθανό να μετέφραζαν σε υπάρχοντα την περιουσία τους. Στην ίδια λογική καλέσαμε τον Γιάννη Χριστοφίδη να δημιουργήσει ένα ηχοτοπίο για την εγκατάσταση χρησιμοποιώντας και πάλι τα προϊόντα και υλικά που αποτελούσαν τη βάση της οικονομίας στην Οθωμανική Κύπρο. Το έργο του Υλικά επικεντρώνεται στις σχέσεις που αναπτύσσουμε με τα υλικά μέσω της αφής, όπως αυτές επεκτείνονται και εμπεριέχονται στη σχέση μας με τον χρόνο, τις εποχές, τον καιρό και το τοπίο, στην προκείμενη περίπτωση το μεσογειακό τοπίο.

Επιλέγετε να μελετήσετε το θέμα σας μέσω τριών ιστορικών προσώπων, με πιο γνωστό μας τον Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο. Τι είναι αυτό που τους συνδέει; 

Αντώνης: Είναι και οι τρεις Κύπριοι, κυρίαρχοι οικονομικοί παράγοντες με σημαντικές εμπορικές και χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες. Ο Χατζηγιωργάκης προκάλεσε λιμό και εξέγερση εξάγοντας όλο το σιτάρι της Κύπρου στην Ισπανία την εποχή των Nαπολεόντειων Πολέμων, όπου υπήρχε έλλειψη και τα περιθώρια κέρδους ήταν τεράστια· ο Αμπντουλμπακί συσσώρευσε μια προσωπική περιουσία που ήταν πάνω από τα μισά ετήσια έσοδα του οθωμανικού κράτους· ο Σαρκίς συνεργαζόταν με τον Λόρδο Έλγιν, ενώ είχε στις αποθήκες του τα τρία τέταρτα της συνολικής ποσότητας σιταριού που απαίτησε το οθωμανικό κράτος ως έκτακτη φορολογία από όλη την Κύπρο. Πέρα από εντυπωσιακά, τα παραδείγματα αυτά είναι ενδεικτικά και του βαθμού ελέγχου που μπορεί να ασκηθεί πάνω στην κυπριακή οικονομία.

Ένας μέρος της έκθεσης αναφέρεται στον «Κύκλο της δικαιοσύνης». Τι ακριβώς ήταν και ποιος ο λόγος της αναφοράς σε αυτόν;

Αντώνης: Ο «Κύκλος της Δικαιοσύνης» είναι μια έννοια της οθωμανικής πολιτικής φιλοσοφίας με αραβικές και ιρανικές καταβολές, η οποία περιληπτικά θεωρεί ότι η ευταξία του κόσμου και η νομιμοποίηση του ηγεμόνα βασίζονται στη συναίνεση του λαού να πληρώνει φόρους, κάτι το οποίο είναι δυνατό μόνο με την απονομή και διασφάλιση της δικαιοσύνης. Η έννοια αυτή ήταν ένας από τους θεωρητικούς πυλώνες πάνω στους οποίους στηριζόταν το οθωμανικό δίκαιο με κοσμικές επιρροές, οι οποίες έρχονταν σε διάλογο με τον ιερό νόμο του Ισλάμ, τη σαρία, και άρα δίνει μια πιο σύνθετη εικόνα για τη λειτουργία και τις αντιλήψεις περί δικαιοσύνης. Παράλληλα, δείχνει γλαφυρά τη σχέση μεταξύ δικαιοσύνης, νομιμοποίησης και βιωσιμότητας της οικονομίας.

Ποιοι μπορεί να είναι οι συνειρμοί με το σήμερα;

Δέσπω: Δεν θα θέλαμε να υποβάλουμε μια συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Γι’ αυτό το λόγο προ(σ)καλούμε το κοινό να επεξεργαστεί στο δεύτερο όροφο, όπου υπάρχουν γραμμένες στους τοίχους τρεις ερωτήσεις. Στον ίδιο όροφο, σε ένα μικρό σκοτεινό δωμάτιο, προσφέρουμε ακόμα κάποιες ιδέες ως τροφή για σκέψη.

Η οικονομική εξουσία τελικά δεν έχει εθνότητα;

Δέσπω/Αντώνης: Η εθνότητα, και η συνδεδεμένη έννοια του έθνους, όπως και άλλες μορφές ταυτότητας, είναι μέσο άσκησης εξουσίας, οικονομικής ή άλλης. Η ιστορική έρευνα και οι πηγές της υποσκάπτουν τα «εθνικά ορθά» αφηγήματα, αφηγήματα τα οποία με τη σειρά τους δημιουργήθηκαν για νομιμοποιήσουν άλλες μορφές οικονομικής εξουσίας. Η επιλογή του τίτλου εμπεριέχει αυτή την κριτική, προκαλώντας το κοινό να αναρωτηθεί αν ο καθένας από τους τρεις αυτούς ιστορικούς δρώντες συμπεριφέρεται ως Αρμένιος, Τούρκος ή Έλληνας και τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.