Ανησυχία για τις συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων στην Κύπρο εκφράζει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες

Την ανησυχία της για τις συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο στην Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίες επιδεινώνονται εδώ και καιρό, εξέφρασε επανειλημμένα η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες (UNHCR) στην Κύπρο. Ο Ύπατος Αρμοστής Damtew Dessalegne μιλά στην “Κυριακάτικη Χαραυγή” και αποκαλύπτει ότι στη χώρα μας υπάρχουν άστεγοι πρόσφυγες, άνδρες, γυναίκες και οικογένειες με μικρά παιδιά. Εξηγεί πως οι επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης είναι απότοκο κυρίως της περιοριστικής πολιτικής για την απασχόληση των αιτητών ασύλου, ενώ παράλληλα η κοινωνική αρωγή που παρέχεται δεν αρκεί για ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο. Ο κ. Dessalegne ξεσπαθώνει επίσης κατά των χωρών που κλείνουν τις πόρτες τους στους πρόσφυγες, λέγοντας πως αποτελεί τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι οι χώρες που τώρα στρέφονται κατά των προσφύγων ήταν κάποτε εκείνες των οποίων οι υπήκοοι ήταν πρόσφυγες στην Ευρώπη.

Συνέντευξη στον Σπύρο Σωτηρίου

• Το 2017, υποβλήθηκαν 4.499 νέες αιτήσεις ασύλου

• Το επίπεδο βοήθειας που παρέχεται ισοδυναμεί με λιγότερο από το ήμισυ του ΕΕΕ που λαμβάνουν οι Κύπριοι

Στις 20 Ιουνίου τιμάται η Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων. Δεν είναι τραγικό το 2018 να έχουμε πάνω από 65,6 εκατομμύρια πρόσφυγες;

Απόλυτα. Ο πόλεμος, η βία και οι διώξεις προκαλούν τεράστιο πόνο στους ανθρώπους. Κάθε μέρα, χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά παίρνουν μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις στη ζωή τους -μη έχοντας άλλη επιλογή-, ν’ αφήσουν πίσω τους κάθε τι αγαπητό και οικείο και να ξεκινήσουν ένα αβέβαιο και συχνά τρομακτικό ταξίδι. Πολλοί από αυτούς έχουν δει τα σπίτια τους να καταστρέφονται, συγγενείς τους να δολοφονούνται ή να βιάζονται, τις κοινότητές τους να βομβαρδίζονται. Πίσω από κάθε έναν υπάρχει μια τραγική ατομική ιστορία, απώλειας και πόνου.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει μια ιστορία θάρρους και αυτό γιορτάζουμε κάθε χρόνο στην Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων. Στις 20 Ιουνίου, τιμούμε τη δύναμη, το θάρρος και την επιμονή των εκατομμυρίων προσφύγων. Αποτελεί επίσης μια σημαντική στιγμή για να δείξουμε την υποστήριξή μας προς τους πρόσφυγες. Ας αναρωτηθούμε τι μπορεί ο καθένας μας να κάνει για να ξεπεράσει την αδιαφορία και το φόβο και να αγκαλιάσει την ιδέα της ένταξης των προσφύγων στην τοπική κοινωνία, ώστε ν’ αλλάξει το αφήγημα που αποσκοπεί στον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση των προσφύγων.

Υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στην Κύπρο;

Σύμφωνα με τα στατιστικά της κυπριακής κυβέρνησης, το 2017, υποβλήθηκαν 4.499 νέες αιτήσεις ασύλου. Αυτό δείχνει ότι η Κύπρος δέχεται όλο και περισσότερους αιτούντες άσυλο τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στη Συρία: 1.887 το 2014, 2.108 το 2015, 2.871 το 2016 και 4.499 το 2017. Αλλά πιστεύουμε ότι είναι ένας διαχειρίσιμος αριθμός. Άλλες χώρες με λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες λαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες αιτούντες άσυλο.

Στην Κοφίνου ζουν 300 περίπου άτομα. Οι υπόλοιποι πού βρίσκονται;

Το Κέντρο Κοφίνου φιλοξενεί σήμερα λιγότερα από 300 άτομα. Επίσης, 130 ασυνόδευτα παιδιά που αναζητούν άσυλο διαμένουν σε ειδικές στέγες σε Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσό. Οι υπόλοιποι, η μεγάλη πλειοψηφία των αιτούντων άσυλο, ζουν εκτός κέντρων υποδοχής.

Γνωρίζετε ως UNHCR τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν αυτοί οι άνθρωποι στη χώρα μας; Σύμφωνα με έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας που παρουσιάσατε πρόσφατα, η αξιοπρεπής στέγαση είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες αιτούντες άσυλο.

Οι συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο στην Κυπριακή Δημοκρατία επιδεινώνονται εδώ και καιρό, γεγονός για το οποίο έχουμε επανειλημμένα εκφράσει τις ανησυχίες μας. Οι επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης είναι απότοκο κυρίως της περιοριστικής πολιτικής για την απασχόληση των αιτητών ασύλου, η οποία δεν ευνοεί την εξεύρεση εργασίας κι επομένως την ανεξαρτησία τους. Η πολιτική αυτή παραμένει αμετάβλητη παρά την παρατεταμένη περίοδο εξέτασης αιτήσεων ασύλου.

Επιπλέον, η κοινωνική αρωγή που παρέχεται σε άνεργους αιτητές ασύλου δεν αρκεί για ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, ιδίως λόγω των αυξανόμενων τιμών των ενοικίων. Το επίπεδο βοήθειας (320 ευρώ συνολικά, 150 για σίτιση, 100 για ενοίκιο και 70 για λογαριασμούς κοινής ωφελείας) που παρέχεται ισοδυναμεί με λιγότερο από το ήμισυ του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος που λαμβάνουν οι Κύπριοι και οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες σε παρόμοια κατάσταση. Το ποσό των 100 ευρώ για ενοίκιο, το οποίο καταβάλλεται απευθείας στον ιδιοκτήτη, προκαλεί τεράστιες δυσκολίες στην εξεύρεση αξιοπρεπούς στέγασης, γι’ αυτό και η αύξηση αστέγων. Το γραφείο μας είναι σε θέση να γνωρίζει υποθέσεις που αφορούν άστεγους άνδρες, γυναίκες και οικογένειες με μικρά παιδιά. Αν δεν είναι ήδη άστεγοι, στεγάζονται προσωρινά με συγγενείς, φίλους ή αγνώστους σε πολύ μικρά και συχνά υπερπλήρη στούντιο ή μικρά διαμερίσματα που δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιοπρεπής στέγαση. Μερικοί, οι οποίοι αναγκάζονται να κοιμούνται στο πάτωμα και χωρίς πρόσβαση σε ντους ή τουαλέτες, είναι ιδιαίτερα ευάλωτα άτομα, με αναπηρίες και άλλα προβλήματα υγείας.

Μπορεί να γίνει κάτι σε σχέση με την εξεύρεση εργασίας για αυτούς τους ανθρώπους;

Ναι, και πρέπει να γίνουν περισσότερα στον τομέα αυτό ώστε ν’ αυξηθούν οι ευκαιρίες απασχόλησης κι επομένως οι πιθανότητές τους να βρουν δουλειά και να συντηρήσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Οι αιτητές μπορούν να εργαστούν έξι μήνες μετά την υποβολή της αίτησης ασύλου και μόνο σε ορισμένες ανειδίκευτες εργασίες, κυρίως γεωργία και κτηνοτροφία, ανεξάρτητα από τα ακαδημαϊκά προσόντα ή την επαγγελματική τους πείρα. Αυτός ο τύπος απασχόλησης είναι συνήθως στην κατώτερη μισθολογική κλίμακα και προϋποθέτει διαρκή διαχωρισμό του αιτητή από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, όπως συμβαίνει συνήθως σε απομακρυσμένες περιοχές. Κατά συνέπεια, πολλοί αιτούντες άσυλο, περιλαμβανομένων των ατόμων με προσόντα, είναι άνεργοι εδώ και πολλά χρόνια, γεγονός που οδηγεί σε απογοήτευση, αποθάρρυνση και σε μειωμένη ικανότητα ενσωμάτωσης μακροπρόθεσμα. Οι πρόσφυγες και αιτητές ασύλου δεν επιθυμούν να ζουν εις βάρος ενός συστήματος κοινωνικής πρόνοιας. Θέλουν να κερδίζουν οι ίδιοι το ψωμί τους.

Πριν μερικούς μήνες είδαν το φως της δημοσιότητας φωτογραφίες που έδειχναν την τραγική κατάσταση που βιώνουν οι πρόσφυγες στο Κέντρο Υποδοχής στην Κοφίνου, με το κράτος να δεσμεύεται για βελτίωση των συνθηκών. Υπήρξε βελτίωση της κατάστασης;

Αναγνωρίζουμε και εκτιμούμε τις βελτιώσεις που έγιναν τους τελευταίους μήνες στην Κοφίνου. Κατόπιν πρόσφατων επισκέψεων που πραγματοποιήσαμε μετά το διορισμό της νέας (ενδιάμεσης) διοίκησης, άρχισαν ν’ αντιμετωπίζονται βασικά προβλήματα υποδομής. Για παράδειγμα, δεν παρατηρήσαμε υπερχείλιση των λάκκων κατά τη στιγμή της επίσκεψης, κι άρχισαν να λαμβάνονται μέτρα για τη ριζική επίλυση του αποχετευτικού προβλήματος. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα για να διασφαλιστεί η αξιοπρεπής διαβίωση των διαμενόντων στην Κοφίνου. Μας ανησυχεί για παράδειγμα το γεγονός ότι ιδιαίτερα ευάλωτα άτομα, π.χ. με κινητικές, ιατρικές ή ψυχολογικές ανάγκες, διαμένουν στο Κέντρο χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες υπηρεσίες για την άμεση αντιμετώπιση των αναγκών.

Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσαν να μείνουν οι αιτητές ασύλου στην Κοφίνου για 3-4 μήνες αλλά κάτω από αξιοπρεπείς συνθήκες. Το Κέντρο φιλοξενεί αιτούντες άσυλο από διάφορες εθνικότητες και υπάρχουν προκλήσεις για την κάλυψη των ποικίλων αναγκών των διαμενόντων, ιδιαίτερα σε σχέση με τη σίτιση καθώς και με δραστηριότητες -κοινωνικής και εκπαιδευτικής φύσεως- που βοηθούν να ξεπεραστεί η αγωνία, η πλήξη και η αδράνεια που επικρατεί στο Κέντρο. Η παραμονή πάνω από έξι μήνες σ’ ένα απομονωμένο κέντρο δεν βοηθά, διότι ο στόχος θα πρέπει να είναι η αλληλεπίδραση με την τοπική κοινωνία, η ενσωμάτωση.

Η εισηγήτρια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον Κανονισμό του Δουβλίνου είχε υποδείξει πρόσφατα την ανάγκη να υπάρξει ένα “οργανωμένο σύστημα” στο ζήτημα της κατανομής προσφύγων και της χορήγησης ασύλου, καθώς, όπως είπε, αυτό που έχουμε σήμερα είναι χάος. Ζήτησε ταυτόχρονα να δέχονται όλες οι χώρες πρόσφυγες. Συμμερίζεστε αυτές τις απόψεις;

Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ συζητούν πράγματι προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του Κανονισμού του Δουβλίνου. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, οι περισσότεροι αιτούντες άσυλο πρέπει να υποβάλουν αίτηση στο πρώτο κράτος-μέλος όπου έφθασαν. Αυτό έχει προκαλέσει δυσανάλογες πιέσεις σε χώρες της πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Ωστόσο αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έχουν αντισταθεί στις προσπάθειες κατανομής αιτούντων άσυλο μεταξύ των κρατών μελών χρησιμοποιώντας ένα σύστημα ποσοστώσεων.

Το άσυλο και η προστασία των προσφύγων απαιτούν διεθνή αλληλεγγύη και κοινή ευθύνη, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και παγκοσμίως. Όσον αφορά την Ευρώπη, η Ύπατη Αρμοστεία έχει καταθέσει σχετικές εισηγήσεις ώστε να δημιουργηθούν πρόσθετοι μηχανισμοί για την κατανομή των ευθυνών, όπως π.χ. η επανεγκατάσταση των αιτούντων άσυλο μέσα στην ΕΕ, καθώς και η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες, και η δημιουργία εναλλακτικών νόμιμων και ασφαλών οδών, όπως η δημιουργία ανθρωπιστικών διαδρόμων και προγραμμάτων υποτροφιών προκειμένου να επιτευχθεί δικαιότερη κατανομή ευθυνών, χωρίς να χρειάζονται οι πρόσφυγες να καταφεύγουν σε εμπόρους και διακινητές ανθρώπων για ν’ αναζητήσουν ασφάλεια. Επιπλέον, πρέπει να γίνουν περισσότερα στον τομέα της αύξησης των ευκαιριών ένταξης για τους πρόσφυγες.

Ως UNHCR έχετε συνολική εικόνα για την κατάσταση των προσφύγων σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες; Σε ποιες γίνεται η καλύτερη διαχείριση και ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων στις τοπικές κοινωνίες;

Σίγουρα ορισμένες χώρες κάνουν περισσότερα από άλλες σε ό,τι αφορά την υποδοχή και την ένταξη των προσφύγων. Έχουν ανοίξει τις πόρτες, τις καρδιές και τα μυαλά τους, μερικοί ακόμα και τα σπίτια τους και τις επιχειρήσεις τους, για να καλωσορίσουν και να ενσωματώσουν χιλιάδες πρόσφυγες που έφτασαν στο κατώφλι τους το 2015. Άλλες χώρες τις έκλεισαν και συνεχίζουν να τις κρατούν κλειστές.

Αποτελεί τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι οι χώρες που τώρα στρέφονται κατά των προσφύγων ήταν κάποτε εκείνες των οποίων οι υπήκοοι ήταν πρόσφυγες στην Ευρώπη και είχαν επωφεληθεί από το ίδιο διεθνές σύστημα προστασίας προσφύγων το οποίο σήμερα αμφισβητούν.

Η άνοδος της λαϊκιστικής και αντιμεταναστευτικής ρητορικής και η έντονη πολιτικοποίηση του προσφυγικού ζητήματος σε πολλές περιοχές της Ευρώπης οδήγησαν στην υιοθέτηση περιοριστικών νόμων και πολιτικών που επηρέασαν αρνητικά τη ζωή των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο και τις δυνατότητές τους να δημιουργήσουν καινούργιο σπίτι. Για παράδειγμα, οι προοπτικές ένταξής τους παρεμποδίζονται σοβαρά εάν π.χ. η οικογενειακή επανένωση είναι δύσκολη ή αδύνατη για τους πρόσφυγες που έχουν χωριστεί από τους αγαπημένους τους λόγω πολέμου ή δίωξης.

Η ένταξη συνεπάγεται μια «αμφίδρομη» διαδικασία μεταξύ των προσφύγων και των κοινοτήτων υποδοχής τους. Τα κράτη πρέπει να εξασφαλίσουν την απόλαυση των δικαιωμάτων, να προωθήσουν ένα φιλόξενο περιβάλλον και να αντιμετωπίσουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές συμπεριφορές. Ταυτόχρονα, οι πρόσφυγες πρέπει να συμμετέχουν σε προγράμματα ένταξης και να συμμορφώνονται με τους νόμους του κράτους υποδοχής τους.