Δεξιά στροφή ή κοινωνική πόλωση; (Παρ)ερμηνεύοντας το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών

Του Λέανδρου Φίσερ*

 

Στη δεκαετία που πέρασε, τα εκλογικά ποσοστά του ΑΚΕΛ παρουσιάζουν μια σαφή τάση αργής αλλά συνεχούς μείωσης. Η παράλληλη αύξηση των ποσοστών του νεοφασιστικού ΕΛΑΜ, αλλά και η σχετική ανθεκτικτότητα του Συναγερμού παρά τη φθορά της εξουσίας, συμβάλουν εύκολα στη δημιουργία εντυπώσεων περί μια δεξιάς μετατόπισης της ελληνοκυπριακής κοινωνίας, που αντικατοπτρίζει απλά τον υποτιθέμενο έμφυτο συντηρητισμό της. Οι δημοφιλέστερες εξηγήσεις για την κατάσταση της Αριστεράς αναφέρουν την απογοήτευση από τη διακυβέρνηση του ΑΚΕΛ μεταξύ 2008 και 2013. Παρόλο και που άλλα κόμματα βρέθηκαν στην εξουσία περισσότερες φορές από το ΑΚΕΛ, η εξήγηση που δίνεται αφορά στις μεγαλύτερες προσδοκίες άπο ένα πολιτικό χώρο, του οποίου το αξιακό σύστημα – οικονομική δικαιοσύνη, πλήρης κοινωνικός εκδημοκρατισμός, ειρήνη με τους Τουρκοκύπριους σε ισότιμη βάση – βρίσκεται σε διαμετρικά αντίθετη θέση από αυτό που προωθεί ο ηγεμονικός κυρίαρχος λόγος. Οι χορηγημένες συνταγές υπέρβασης αυτής της κατάστασης εστιάζονται συνήθως στα ίδια σημεία: επανάκτηση μιας «χαμένης επαφής με τον κόσμο», οργανωτικές ανακατατάξεις, καλύτερη επικοινωνιακή πολιτική, καθώς και μια αοριστολογία περί «νέων ατόμων» με «νέες ιδέες» στην πολιτική.

Η παρέμβαση αυτή προβαίνει σε τρια αλληλένδετα μεταξύ τους επιχειρήματα. Πρώτο, η κατάσταση στασιμότητας της Αριστεράς στην Κύπρο δεν διαφέρει από παρόμοιες καταστάσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη. Δεύτερο, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών απεικονίζουν μια κατάσταση κοινωνικής πόλωσης παρά δεξιάς μετατόπισης. Και τρίτο, η Αριστερά στην Κύπρο μπορεί να επανέλθει μόνο μέσω μιας διαδικασίας ριζικού στρατηγικού, παρά οργανωτικού ή ιδεολογικού επαναπροσδιορισμού.

 

Αποχή: η αντίληψη του νεοφιλελευθερισμού για την πολιτική

Στις ανεπτυγμένες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της μεταπολεμικής Ευρώπης, τα πολιτικά κόμματα εξέφραζαν πρωτίστως κοινωνικές αντιθέσεις ανάμεσα στα συμφερόντων του κεφαλαίου και της εργασίας. Το ρόλο της αντιπροσώπευσης της εργασίας σε κάποιες χώρες (Γερμανία, Βρετανία, Σκανδιναβία) είχε αναλάβει η Σοσιαλδημοκρατία. Σε χώρες όπως την Ιταλία και τη Γαλλία (μέχρι τέλη της δεκαετίας του 1970) από την άλλη, το ρόλο αυτό είχαν υιοθετήσει τα κομμουνιστικά κόμματα. Στην Κύπρο, όπου η οργανωμένη εργατική τάξη εμφανίστηκε αργότερα από τη Δυτική Ευρώπη, το ρόλο αντιπροσώπευσης είχε αναλάβει από τη δεκαετία του 1930 το κομμουνιστικό κίνημα. Παράγοντες που συνέβαλαν στην επικράτηση αυτής της ηγεμονίας – ακόμα και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» – ήταν αφενός οι ιδιαίτερες γεωπολιτικές συνθήκες της Κύπρου (πρώην αποικία, μέλος του Κινήματος των Αδεσμεύτων υπό καθεστώς περιορισμένης ανεξαρτησίας), αφετέρου η κυριαρχία του άλυτου Κυπριακού προβλήματος πάνω στην πολιτική ζωή.

Όσο επικρατούσε παγκοσμίως το παράδειγμα του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία μετά το 1945, τα εργατικά κόμματα, είτε λέγονταν σοσιαλδημοκρατικά είτε κομμουνιστικά, είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικο-οικονομικής πολιτικής, στην οποία περιλαμβανόταν και η δημιουργία κοινωνικού κράτους. Τα κόμματα ασκούσαν αυτό το ρόλο είτε άμεσα εντός κυβερνήσεων, είτε έμμεσα, μέσω της επιρροής τους στο εργατικό κίνημα, του οποίου οι διεκδικήσεις είχαν δραστικά βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων.

Η οικονομική κρίση στις αρχές του 1970 είχε αναδείξει τα αδιέξοδα του κρατικού παρεμβατισμού για το ρυθμό της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Οι πολιτικές ελίτ των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη στράφηκαν σε μια οικονομική φιλοσοφία, γνωστή σήμερα και ως νεοφιλελευθερισμός. Συνοπτικά, οι κύριες αρχές του νεοφιλελευθερισμού υποστηρίζουν ότι τα θέματα της οικονομίας πρέπει να τα διαχειρίζονται οι «ειδικοί» (κυρίως «ανεξάρτητες» κεντρικές τράπεζες) και όχι δημοκρατικά εκλελεγμένες κυβερνήσεις υπόλογες στις προσδοκίες των ψηφοφόρων τους. Ο ρόλος του κράτους πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο της διατήρησης ευνοϊκών συνθηκών «ελεύθερου ανταγωνισμού». Η κοσμοθεωρία του νεοφιλελευθερισμού είναι κατά βάση δογματική και αντεπτιστημονική, προτάσσοντας το «αόρατο χέρι της αγοράς» ως πανάκεια για κάθε πρόβλημα. Για αυτή την κοσμοθεωρία, ένα πράγμα όπως «η κοινωνία» δεν υπάρχει, παρά μεμονωμένα άτομα, εκ γενετής προγραμματισμένα να ανταγωνίζονται το ένα το άλλο παρά να συνεργάζονται μεταξύ τους. Για αυτό και ο νεοφιλελευθερισμός απορρίπτει ως θέση αρχής τον κοινωνικό διάλογο και αντιπαλεύει με μένος το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Ο νεοφιλελευθερισμός αντικαθιστά την έννοια του πολίτη με δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα, με την έννοια του πολίτη ως καταναλωτή, ακόμα στην πολιτική. Η απολίτικη «οριζόντια ψηφοφορία» («ψήφισε πρόσωπα με ιδέες αντί κόμματα») δεν αποτελεί για το ΔΗΣΥ εκλογικό τέχνασμα, αλλά έμμεση παραδοχή, ότι τα κόμματα ως εκφραστές ιδεολογιών δεν πρέπει να καθορίζουν, πόσο μάλλον να αμφισβητούν τις επιλογές της οικονομίας. Κυριαρχεί έτσι ένα απόλυτο διαζύγιο μεταξύ της πολιτικής ως μορφή κατανάλωσης γούστων από τη μια, και της πολιτικής ως μορφή συλλογικής διεκδίκησης με υπαρκτή παρά συμβολική επίδραση πάνω στην καθημερινότητα.

Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού δεν προέκυψε σε μια νύχτα, αλλά αποτελεί μέχρι σήμερα μια συνεχιζόμενη διαδικασία. Πρώτα, οι ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού εφάρμοσαν τις πολιτικές τους μέσω της αιματοβαμμένης χούντας του Πινοσέ στη Χιλή, μετά την ανατροπή του σοσιαλιστή της προέδρου Σαλβαδόρ Αγιέντε. Στη συνέχεια, η Μάργκαρετ Θάτσερ στη Βρετανία και ο Ρόναλντ Ρέγκαν στις ΗΠΑ υιοθέτησαν το μόντελο, επιβάλλοντας το έπειτα από σφοδρές ήττες των πιο μαχητικών κομματιών της εργατικής τάξης – στη Βρετανία των μεταλλωρύχων, στις ΗΠΑ των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας.

Τα εργατικά κόμματα αντιστάθηκαν αρχικά. Στη Γαλλία, ο σοσιαλιστής Φρανσουά Μιτεράν εκλέγηκε στην προεδρία το 1981, υποσχόμενος το «σοσιαλισμό σε 100 μέρες», μέσω εθνικοποιήσεων και επέκτασης του εργατικού ελέγχου πάνω στην οικονομία. Οι αγορές όμως αντέδρασαν, προκαλώντας μαζική φυγή κεφαλαίου από τη Γαλλία. Ένα χρόνο αργότερα, ο Μιτεράν επέβαλλε πολιτικές λιτότητας, εφαρμόζοντας και αυτός τις νεοφιλελεύθερες συνταγές. Το γεγονός αυτό λειτούργησε ως απαρχή μιας μακρόχρονης διαδικασίας μαζικού προσηλυτισμού της σοσιαλδημοκρατίας στο νεοφιλελευθερισμό. Κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ, το γερμανικό SPD, το βρετανικό Labour και άλλα, υιοθετούσαν ένα μετά το άλλο τις θέσεις πέρι ιδιωτικοποιήσεων, καθώς και μιας «μεταρρύθμισης» του κοινωνικού κράτους που έμοιαζε περισσότερο σαν ξύλωμα. Το δρόμο αυτό υιοθέτησε στις αρχές του 1990 και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας, το ισχυρότερο στη Δυτική Ευρώπη. Στην καρδία αυτού του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» βρίσκεται η αντίληψη, ότι ο ρόλος της Αριστεράς πρέπει να εστιάζει στο ρόλο του κοινωνικού εκσυγχρονισμού – βελτίωση της θέσης των γυναικών και εθνικών ή σεξουαλικών μειονοτήτων, καταπολέμηση της διαφθοράς, εκκοσμίκευση του κράτους, εκδημοκρατισμός  του δημόσιου λόγου. Στην οικονομία ο ρόλος της Αριστεράς πρέπει να περιορίζεται στον καλύτερο αναδιαμοιρασμό των κερδών ενός χρηματιστικού τομέα, ανυπόλογου πλέον στον οποιοδήποτε δημοκρατικό έλεγχο.  Στην ουσία της αυτό αποτελεί μια αδύνατη συνταγή, αφού η επίτευξη των πρώτων στόχων εξαρτάται μακροπρόθεσμα και από τη δυνατότητα πλήρους δημοκρατικού ελέγχου πάνω στην οικονομία.

 

Από τον «κοινωνικό φιλελευθερισμό» στον αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό της κρίσης

Ο νεοφιλελευθερισμός λειτούργησε θετικά στην ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου για τρεις δεκαετίες, έχοντας εκβιάσει το εργατικό κίνημα με το φάσμα της ανεργίας και της μετατόπισης της παραγωγής σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς. Κυριαρχούσε όμως και με τη βοήθεια μιας πολιτιστικής ηγεμονίας, ακόμα και σε μεγάλα μέρη της ίδιας εργατικής τάξης που την ίδια ώρα καταλήστευε. Αυτή απατηλά συνέδεε την επιχειρηματικότητα και ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης από τη μια, με την επιθυμία περισσότερης ατομικής ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού από την άλλη.  Ένας άλλος παράγοντας οικονομικής ανάκαμψης ήταν η αυξανόμενη σημασία της κερδοσκοπίας στο χρηματιστικό τομέα. Όταν μια φούσκα στην αμερικανική αγορά ακινήτων έσκασε το 2007, αυτό στάθηκε αφορμή για τη μεγαλύτερη συστημική κρίση του καπιταλισμού από το 1929. Όσο ο καπιταλισμός βρισκόταν σε άνθηση, τα νεοφιλελεύθερα πλέον σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μπορούσαν να μετριάσουν απώλειες μέσω πολιτικών εύκολου τραπεζικού δανεισμού και αυξημένης κατανάλωσης για τα εργατικά στρώματα. Τώρα, καθώς τα κράτη «έσωζαν» τις τράπεζες, μετατρέποντας την τραπεζική κρίση σε δημοσιονομική, τα διάφορα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κλήθηκαν να διαχειριστούν τις πολιτικές φτωχοποίησης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Η κρίση αποτέλεσε σταθμό περαιτέρω εδραίωσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, παραδόξως όμως σε μια εποχή, όπου η ιδεολογική του πειθώ – και επομένως οι ελπίδες διαμόρφωσης του μέσω εκλογών – είχε χρεωκοπήσει.

Τα αποτελέσματα για τα εργατικά κόμματα αυτής της εξέλιξης στο εκλογικό επίπεδο ήταν καταστροφικά. Το ΠΑΣΟΚ αποδεκατίστηκε με τα μνημόνια. Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, που είχε ήδη απωλέσει χιλιάδες μέλη μετά τη νεοφιλελεύθερη στροφή της στις αρχές της δεκαετίας του 2000, κυμαίνεται σήμερα σε ποσοστά της τάξης του 15 τοις εκατό στη θέση του τρίτου, και σε κάποιες δημοσκοπήσεις τέταρτου κόμματος. Το γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα – που τις τελευταίες δεκαετίες και δηλωμένα προσπαθούσε να αντικαταστήσει τους ψηφοφόρους του από εργατικά στρώματα με τις «νέες μεσαίες τάξεις» – έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Αντιθέτως, αν και παρουσιάζουν και αυτά φθορά, τα συντηρητικά κόμματα εμφανίζονται πιο ανθεκτικά. Και φυσικά, σε όλες σχεδόν τις χώρες, η ακροδεξιά αυξάνει τα ποσοστά της με ένα μείγμα ρατσισμού και δημαγωγικά-κοινωνικού λόγου. Γιατί συμβαίνει αυτό; Στρέφονται όντως στα δεξιά οι κοινωνίες;

Ως ιδεολογία που προάγει την ατομικοποίηση, ο νεοφιλελευθερισμός εσκεμμένα απωθεί τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα – τη σάρκα των εργατικών κομμάτων – από τη δημοκρατική διαδικασία. Αν «τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, γιατί να πάω να ψηφίσω» είναι μια γνωστή φράση που ανταποκρίνεται πλήρως στην εμπειρία του αυξανόμενου αριθμού κυρίως νέων εργαζομένων σε καινούριους επισφαλείς και απορρυθμισμένους κλάδους. Η αδυναμία της συνδικαλιστικής οργάνωσης σε αυτούς ενδυναμώνει και τα αισθήματα αποξένωσης και απαισιοδοξίας για την όποια πιθανότητα συλλογικής διεκδίκησης, πράγμα που εκφράζεται και στην αποχή. Αντιθέτως, στην οικονομική κρίση, η φθορά των ανωτέρων-μεσαίων στρωμάτων συντελείται με αργότερους ρυθμούς. Είτε είναι συντηρητικών ή φιλελεύθερων προσωπικών πεποιθήσεων, αυτά επηρεάζονται σαφώς λιγότερο από νεοφιλελεύθερες πολιτικές, όπως είναι οι περικοπές στους μισθούς ή στις κοινωνικές παροχές.

Η άνοδος της ακροδεξιάς από την άλλη συσχετίζεται άμεσα με ένα άλλο χαρακτηριστικό του νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτός διαμορφώνεται ενώ η κρίση βαθαίνει. Η διεύρυνση της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών απαίτει και ένα καθεστώς αυξημένης αστυνόμευσης και καταστολής. Το φαινόμενο αυτό προσδιορίζεται και ως αυταρχική-νεοφιλελεύθερη συνθήκη. Αυτοί που εφαρμόζουν τις πολιτικές φτωχοποίησης, σκόπιμα προάγουν και το ρατσισμό έναντι μεταναστών καθώς και άλλων ομάδων που δεν ανταποκρίνονται στα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. Αφού ο νεοφιλελευθερισμός αρνείται την υπάρξη της κοινωνίας και των ταξικών της αντιθέσεων, σκοπός είναι εδώ η μετατόπιση τους στο φυλετικό, εθνοτικό, ή θρησκευτικό επίπεδο. Σε αντίθεση με διαδεδομένες αντιλήψεις, η ακροδεξία δεν αντλεί το εκλογικό της δυναμικό κυρίως από μια πρώην αριστερή εργατική τάξη, η οποία τείνει να εκφράζει την απογοήτευση της μέσω της αποχής. Συσπειρώνει όμως ξεπεσμένα εν μέσω κρίσης μικροαστικά στρώματα, μεμονωμένες μερίδες του κεφαλαίου, όπως και εργαζόμενους σε κλάδους με μειωμένη ως ανύπαρκτη συνδικαλιστική οργάνωση. Προσκρούοντας στην ηγεμονική νεοφιλελεύθερη θεώρηση περί μη ύπαρξης της κοινωνίας καθώς και στον κυρίαρχο ρατσισμό, η οργή για τον οικονομικό ξεπεσμό εκφράζεται με εθνικιστικούς και ρατσιστικούς όρους που στο τέλος στηρίζουν και αναπαράγουν αντί να αμφισβητούν το υφιστάμενο σύστημα.

Η κάθοδος του νεοφιλελευθερισμού στην Κύπρο συντελέστηκε σε δυο φάσεις. Η πρώτη ξεκινά με τη διαδικασία «εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο» από το 1990 μέχρι την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Η φάση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως σχετικά ήπια, αφού η οικονομία χαρακτηρίζεται ακόμα από την ύπαρξη έστω υποτυπώδους κοινωνικού κράτους καθώς και από μια σειρά ημικρατικών οργανισμών. Η δεύτερη και πιο θυελλώδης φάση ακολουθεί τα γεγονότα της κρίσης, από τη διάσωση της Λαϊκής Τράπεζας μέχρι το κούρεμα καταθέσεων του 2013. Εν μέσω αυτού που η Αμερικανίδα συγγραφέας Naomi Klein χαρακτηρίζει ως «δόγμα του σοκ» – και το κούρεμα όντως λειτούργησε ως ένα είδος σοκ – η επέλαση των πολιτικών φτωχοποίησης συνάντησε ελάχιστες αντιστάσεις σε σχέση με άλλες χώρες του ευρωπαϊκου Νότου όπως η Πορτογαλία και η Ελλάδα. Μέσω του ελέγχου των ΜΜΕ, η άρχουσα τάξη κατάφερε να πείσει μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ότι η κρίση δεν προήλθε ως απότελεσμα της παγκόσμιας κρίσης των τραπεζών, αλλά ως συνέπεια μιας κοινωνικής πολιτικής που στόχο είχε τη βελτίωση του βιοτικού της επιπέδου.

Με ολοφάνερη τη διαφθορά της κυβέρνησης Αναστασιάδη μετά από 8 χρόνια στην εξουσία, το εκλογικό αποτέλεσμα του ΑΚΕΛ ως κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης φαντάζει όντως απογοητευτικό, όπως και η σχετική αντοχή των κυβερνητικών δυνάμεων. Αυτό όμως αντισταθμίζεται από το γεγονός, ότι – με δεδομένη την πλήρη απαξίωση ολόκληρης της πολιτικής διαδικασίας – η ψήφος της Αριστεράς αν και μειωμένη, είναι πιο συνειδητοποιημένη. Εκφράζεται δηλαδή από μερίδα στρωμάτων, που αν και στην πλειοψηφία τους μη-προνομιούχα, εξακολουθούν εντούτοις να πιστεύουν στη συλλογική διεκδίκηση παρά στην εξατομικευμένη παραίτηση. Σε αυτό συμβάλει και το γεγονός, ότι παρά την αναπόφευκτη ενσωμάτωση του στο πολιτικό σύστημα, το ΑΚΕΛ διατηρεί ένα σημαντικό προβάδισμα έναντι της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: Εκφράζει στον ιδεολογικό του πυρήνα μια υπαρξιακή προσήλωση στην τελική υπέρβαση του καπιταλισμού (έστω και αόριστα) που δρα συσπειρωτικά για τους ψηφοφόρους του. Στην αντίπερα όχθη, η άνοδος του ΕΛΑΜ αν και ανησυχητική, δεν αποτελεί έκπληξη, μιας και το «οικονομικό θαύμα» της αρπαχτής των πύργων συνοδεύτηκε και από μια συνειδητή πολιτική αποπροσανατολισμού και κινδυνολογίας για το μεταναστευτικό από τους υπουργούς εσωτερικών Χάσικο, Πετρίδη Νουρή.

 

Τρία πιθανά σενάρια

Το εκλογικό αποτέλεσμα παρόλα αυτά δεν μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητικό. Δεν πρέπει να γίνει όμως αφορμή μιας καταστροφολογίας που ενδεχομένως να οδηγήσει σε λανθασμένα μονοπάτια. Μια τέτοια ερμηνεία αποτελεί η σχεδόν μοιρολατρική αντίληψη μιας δεξιόστροφης κυπριακής κοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο είχαν ερμηνεύσει τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τις συνεχιζόμενες τους εκλογικές ήττες από την αρχή της επέλασης του νεοφιλελευθερισμού μέχρι την άνοδο τους στην εξουσία στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Προτάσσοντας την ανάγκη για «νέες ιδέες» και «νέα άτομα», μετακινήθηκαν προς τις «δημιουργικές τάξεις», θεωρώντας δεδομένη τη στήριξη τους από μια εργατική τάξη που σιγά-σιγά τα εγκατέλειπε για χάρη της αποχής. Αν η διάγνωση είναι αυτή μιας δεξιάς στροφής, τότε η συνταγή είναι αναγκαστικά και μια προγραμματική μετατόπιση στον κοινωνικό φιλελευθερισμό. Με άλλο λόγια, το ΑΚΕΛ να γίνει αποκλειστικά «κόμμα του Κυπριακού», ή/και της «καταπολέμησης της διαφθοράς», και να αποδεχθεί έτσι αμαχητί τη νεοφιλελεύθερη συνθήκη. Μια τέτοια στροφή εμπεριέχει αμέτρητους κινδύνους. Οι εκλογικές απώλειες από τα παραδοσιακά του εργατικά στρώματα θα είναι σαφώς μεγαλύτερες από την όποια προσχώρηση στις τάξεις του ενός αδέσποτου πλέον κοινωνικά-φιλελεύθερου χώρου, που εκφραζόταν παραδοσιακά στον ΔΗΣΥ ενώ σήμερα φαίνεται να τείνει εν μέρη στους Οικολόγους. Είναι μια οδός την οποία ακολούθησαν εργατικά κόμματα στο παρελθόν, όπως το ΚΚ Ιταλίας, οι Γάλλοι σοσιαλιστές και οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες. Στα πλαίσια μιας παρατεταμένης καπιταλιστικής κρίσης, αυτό έχει οδηγήσει στην εκλογική πανωλεθρία των κομμάτων αυτών. Ο βαθύτερος κίνδυνος στον ορίζοντα μιας τέτοιας μετάλλαξης είναι – με δεδομένη την αύξηση των κοινωνικών αντιθέσεων και του ρατσισμού που προωθείται συνειδητά απο τα πάνω – τα λαϊκά στρώματα, όχι απλά να απέχουν από την πολιτική, αλλά να γίνουν και έρμαιο ενός νεοφασισμού που δημαγωγικά ήδη προτάσσει την οικονομική ισότητα έναντι των κοινωνικών  δικαιωμάτων. Ένα δεύτερο σενάριο είναι η περιχαράκωση σε ένα μειωμένο αλλά σταθερό και «ιδεολογικά αγνό» ποσοστό, στρατηγική που ακολουθεί το ΚΚΕ εδώ και χρόνια στην Ελλάδα. Κάτι τέτοιο όμως στην πράξη θα ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας διεύρυνσης του μηνύματος της Αριστεράς στα ολοένα και περισσότερο εξατομικευμένα εργατικά στρώματα.

Το τρίτο σενάριο βασίζεται σε μια εντελώς διαφορετική διάγνωση από τα προηγούμενα. Δεν ερμηνεύει το εκλογικό αποτέλεσμα ως φαινόμενο δεξιάς κοινωνικής μετατόπισης, αλλά – με βάση τα δεδομένα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες – ως το αποτέλεσμα κοινωνικής πόλωσης. Μέσα στα πλαίσια της μερκελικής ηγεμονίας για παράδειγμα, εμφανίστηκαν στη Γερμανία την τελευταία δεκαετία μαζικά κινήματα σε αλληλεγγύη με τους πρόσφυγες, κατά του νεοφασισμού και για το περιβάλλον, τα οποία αν και δεν αντιπροσωπεύονται με εκλογικούς όρους, εντούτοις εκφράζουν μια αισθητή διαδικασία κοινωνικής πόλωσης. Το γεγονός ότι τα κινήματα αυτά, όπως και σε άλλες χώρες, συνειδητοποιούν τις πολύπλευρες διασυνδέσεις του ρατσισμού, του φασισμού και της περιβαλλοντικής καταστροφής από τη μια, με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα από την άλλη, δείνχει ότι η Αριστέρα οφείλει, αντί να αντιπαραβάλει τα ζητήματα που αναδεικνύουν τα κινήματα αυτά στη δική της ταξική προσέγγιση, να τα διασυνδέσει σε ένα πρόγραμμα κοινωνικής αντι-ηγεμονίας.

Στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί αρκετά κινήματα των οποίων η απήχηση δεν εκφράστηκε στις περασμένες εκλογές. Μια κοινωνία που κατέβασε σχεδόν δέκα χιλιάδες διαδηλωτές/τριες στη διαδήλωση του «Ως Δαμέ» δεν είναι μια εξορισμού συντηρητική κοινωνία. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει και μια σειρά από ριζοσπαστικά κινήματα, όπως για την προστασία του Ακάμα, ενάντια στα ψηλά ενοίκια στη Λεμεσό, κινητοποιήσεις υπέρ των προσφύγων στο Πουρνάρα, καθώς και μια σειρά αποκεντρωμένων περιβαλλοντικών δράσεων. Ακόμα και τα δικοινοτικά συλλαλητήρια και η Πορεία Ειρήνης που διοργάνωσαν το ΑΚΕΛ τα τελευταία χρόνια, κατέβασαν χιλιάδες κόσμο στους δρόμους, αναδεικνύοντας μια επιπλέον ποιοτική διαφορά με τα νεοφιλελεύθερα πλέον εργατικά κόμματα της Ευρώπης.

Μια νέα στρατηγική αντιλήψη για την Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια να χάνεται στην αναζήτηση μιας αφηρημένης νεωτερικότητας, που ως επίκεντρο έχει συνήθως τη μορφή παρά την ουσία. Τέτοιες κατά βάση ηττοπαθείς προσεγγίσεις εμφανίζονται ως αντίδραση στον κυρίαρχο λόγο, που θέλει να παρουσιάζει τις ιδέες της Αριστεράς ως απολίθωμα του παρελθόντος. Στην πραγματικότητα όμως είναι η δική τους νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που έχει χρεωκοπήσει και η οποία πλέον κατονομάζεται ως υπαίτια μιας οικονομικής, περιβαλλοντικής, και τώρα υγειονομικής καταστροφής που απειλεί τον πλανήτη. Η Αριστερά οφείλει να κοιτάξει πέραν του δικού της στενού κομματικού χώρου προς τις ριζικές κοινωνικές αναδομήσεις που έχουν λάβει χώρα την περασμένη δεκαετία. Πρέπει να αναζητήσει τρόπους οργανικής παρά απλά αντιπροσωπευτικής διασύνδεσης με τα διάφορα κοινωνικά κινήματα, ενώ το οργανωμένο εργατικό κίνημα θα πρέπει να εντείνει τις προσπάθεις συνδικαλιστικής οργάνωσης νέων στρωμάτων επισφαλών και κυρίως νέων εργαζομένων. Και τέλος, η αντίληψη για το Κυπριακό πρέπει να ξεφύγει από μια μηχανιστική αντίληψη που θεωρεί ένα μελλοντικό διακανονισμό ως τη βασική προϋπόθεση ριζοσπαστικής πολιτικής. Πρέπει αντιθέτως να ακολουθηθεί μια διαλεκτική προσέγγιση που να συνδέει τον καθημερινό αγώνα για την ειρήνη και την επανένωση και ενάντια στον εθνικισμό, με τον αγώνα ενάντια στις αυξανόμενες συστημικές αντιφάσεις.

Όλα αυτά προϋποθέτουν τη ρήξη με ένα καθωσπρεπισμό του «τι θα πουν οι άλλοι για μας» και τη συνηθισμένη προσπάθεια διοχέτευσης της λαϊκής δυσαρέσκειας σε καθαρά θεσμικά πλαίσια. Ένας τέτοιος στρατηγικός επαναπροσδιορισμός δεν αποτελεί εύκολο εγχείρημα. Η παταγώδης υπαναχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στα μνημόνια, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο λοιδωρήθηκε ο αριστερός ηγέτης των Εργατικών στη Βρετανία Jeremy Corbyn από τα ΜΜΕ και τη δεξιά πτέρυγα του κόμματος του, σωστά υποδεικνύουν τις πολλαπλές αντιστάσεις που θα έχει να αντιμετωπίσει μια συστηματική ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία. Από υπαρξιακής άποψης όμως, αυτός ο αβέβαιος δρόμος είναι και ο μόνος που μπορεί να εγγυηθεί τη συνεχιζόμενη ύπαρξη της Αριστεράς στην Κύπρο.

 

* Κοινωνικός Ανθρωπολόγος/Κοινωνικός Επιστήμονας

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.