Οι σκέψεις για την δημιουργία ενός ένοπλου κινήματος στην Κύπρο για τη διεκδίκηση της Ένωσης με την Ελλάδα ξεκίνησαν ουσιαστικά μετά τη συλλογή υπογραφών για την ένωση που έγινε τον Ιανουάριο του 1950.

Έτσι, κατά τους πρώτους μήνες του 1951 οι αδελφοί Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης (εξόριστοι και οι δύο στην Αθήνα), είχαν ήδη συζητήσει ξεχωριστά στην ελληνική πρωτεύουσα με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον κύπριο απόστρατο συνταγματάρχη του ελληνικού στρατού Γεώργιο Γρίβα την ιδέα της οργάνωσης ένοπλου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος.

Τα αδέλφια Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης από το Δίκωμο, εξόριστοι στην Αθήνα. Φέρονται ως οι πρωτεργάτες της σύλληψης της διεξαγωγής ένοπλου αγώνα.

Αποτελεί ιστορικό γεγονός ότι η ιδέα για καταφυγή στη μορφή της ένοπλης βίας δεν ήταν ιδέα ενός ανθρώπου αλλά την ιδέα αυτή την επεξεργάζονταν διάφοροι παράγοντες σε Κύπρο και Ελλάδα την εποχή εκείνη. [1]

Οι σκέψεις του Γρίβα

Εκ των εμπνευστών, όπως ήδη αναφέραμε ήταν οι αδελφοί Λοϊζίδη αλλά σκέψεις έκαναν και ο Μακάριος και ο Γρίβας.

Σύμφωνα με τον Γρίβα, ο ίδιος ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε αυτό το ενδεχόμενο. Γράφει στα Απομνημονεύματα[2] ότι προβληματιζόταν για ένοπλη δράση από τον Μάιο του 1948[3] και ότι διαβίβασε τους προβληματισμούς του στον εκδότη Αχιλλέα Κύρου, ο οποίος διαφώνησε προτάσσοντας ότι πρέπει να αφεθεί χρόνος να λειτουργήσει η διπλωματία για τη διεξαγωγή φιλικών διαπραγματεύσεων με τη Βρετανία.

Οι αδελφοί Λοϊζίδη κατέστησαν κοινωνούς τους δύο οι οποίοι φαίνεται να συμφώνησαν κι έτσι συστάθηκε μια επαναστατική επιτροπή.

Προσθέτει ότι τα Χριστούγεννα του 1950 επισκέφθηκε τον αρχηγό του ΓΕΣ Γ. Κοσμά όπου του μίλησε για τις σκέψεις τους κι αυτός έδειξε κατανόηση.

 

Στις 27 Ιανουαρίου 1951 ο στρατηγός Κοσμάς του ανακοίνωσε ότι ασπάζεται τις απόψεις του Γρίβα και ότι θα έδινε αμέριστη συμπαράσταση. Ο Γρίβας του ζήτησε να διαβιβάσει τις απόψεις στου στον πρωθυπουργό Στρατάρχη Παπάγο.[4]

 

Ο Γρίβας αναφέρει επίσης ότι πρόταση για ανάληψη της στρατιωτικής ηγεσίας έγινε και από τον πρώην Υπουργό Στρατιωτικών Γεώργιο Στράτο και τους αδελφούς Λοϊζίδη και ότι ο ίδιος συμφώνησε τον Μάιο του 1951 να μετάσχει στην Επιτροπή η οποία συστάθηκε, υπό τον όρο ότι θα μετέβαινε στην Κύπρο για να κάνει επιτόπια μελέτη της κατάστασης που επικρατούσε.[5]

 

Ο Γ. Στράτος εισηγείται τον Γρίβα για αρχηγό

Νωρίτερα ο Γεώργιος Στράτος εισηγήθηκε στους αδελφούς Λοϊζίδη τον Γρίβα ως στρατιωτικό αρχηγό της οργάνωσης.

 

Σύμφωνα με τον Ανδρέα Αζίνα, ο Σωκράτης Λοϊζίδης του είχε πει, όταν του εκμυστηρεύθηκε ότι ετοιμαζόταν ένοπλο κίνημα και ότι ήθελαν τη συμβολή του, ότι «Ο κ. Στράτος υπέδειξε τον Γρίβα ως έμπειρο σε μυστικές οργανώσεις που χρειαζόταν ψηλός βαθμός συνωμοτικής δικτύωσης, προσεκτικής προετοιμασίας. Πράγματι τον αναζητήσαμε και κλείσαμε ραντεβού μαζί του στο ζαχαροπλαστείο του Τσίτα, απέναντι από τη βιβλιοθήκη εις την Πανεπιστημίου».[6]

Έγινε συνάντηση με τον Γρίβα και του λέχθηκε ότι ο αρχιεπίσκοπος ήταν σύμφωνος και θα παρείχε και υλική υποστήριξη.

 

Ο Γρίβας αποδεχόμενος την αρχηγεία, είπε ότι θα κατέβαινε στην Κύπρο για να κάνει μια επισκόπηση της κατάστασης τον Ιούλιο (1951).

 

Ο Μακάριος ευνοούσε Μενέλαο Παντελίδη

Ο Ανδρέας Αζίνας προβάλλει μια άλλη πτυχή του θέματος της επιλογής του στρατιωτικού αρχηγού της οργάνωσης.

Σε αντίθεση με όσα κυκλοφορούν ως επίσημο αφήγημα, ο Αζίνας αφήνει να εννοηθεί ότι ο Μακάριος ευνοούσε περισσότερο την επιλογή του στρατηγού Μενέλαου Παντελίδη.[7]

Όπως καταγράφει, όταν έγινε κοινωνός από τον Σωκρ. Λοϊζίδη για την προετοιμασία ένοπλου αγώνα, πήγε και συνάντησε τον Μακάριο ο οποίος του επιβεβαίωσε τα όσα τεκταίνονταν.

Ο Μακάριος είπε στον Αζίνα: «Α, έχε υπόψη σου Ανδρέα, ότι στις αρχές Μαΐου είδα και τον Στρατηγό Παντελίδη, που ερχόμενος από την Κορέα έμεινε λίγες μέρες στην Κύπρο. (…) Μου ανέφερε και τις απόψεις του στρατηγού Παντελίδη, τον οποίο είχε επίσης συναντήσει στην Αθήνα. Ο Παντελίδης είχε διαφορετική ενόραση των μεθόδων του αγώνα. Τάχθηκε υπέρ των λαϊκών κινητοποιήσεων και του περιορισμού του αγώνα σε μελετημένες σταθερές, ανεξάρτητα από τις αντιδράσεις των Άγγλων. Άλλοι στρατιωτικοί ανέπτυξαν στο Μακάριο άλλες απόψεις…».[8]

 

Αντίθετα προς τα πιο πάνω, ο Σπ. Παπαγεωργίου αναφέρει ότι σε μία από τις συνεδριάσεις της επιτροπής που έγινε στην Αθήνα, με πρόταση του Μακαρίου ανατέθηκε η στρατιωτική αρχηγεία στον Γρίβα. «Υπήρχον δια την θέσιν και έτεροι δύο στρατιωτικοί ως υποψήφιοι, ο στρατηγός Ν. Παπαδόπουλος («παππούς») και ο κυπριακής καταγωγής στρατηγός Μ. Παντελίδης. Ο Μακάριος όμως ετάχθη υπέρ του Γρίβα τον οποίον εγνώρισε το πρώτον κατά το 1945 και εξετίμησε την ικανότητα και δράσιν του επί κεφαλής της οργανώσεως “Χ”».[9]

 

Ωστόσο εκ των θέσεων που υποστήριζε ο Μακάριος αναφορικά με τη μορφή που έπρεπε να πάρει η ένοπλη δράση (όπως θα δούμε στη συνέχεια) μάλλον ενισχύεται η άποψη ότι έκλεινε υπέρ της ανάθεσης της αρχηγίας από τον Μ. Παντελίδη.

 

Συνάντηση Γρίβα με Μακάριο, απογοήτευση

Στις 5 Ιουλίου 1951 ο Γρίβας αναχώρησε για την Κύπρο, περιόδευσε σε διάφορες περιοχές, είχε συναντήσεις με διάφορους παράγοντες και στο τέλος συναντήθηκε με τον Μακάριο.

Η συνάντηση τους πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουλίου 1951, αλλά διαπίστωσε – όπως γράφει – ότι ο Μακάριος του φάνηκε αρκετά συντηρητικός «και με σκεπτικισμόν ήκουσε την πρότασίν μου, διότι αμφέβαλλε δια την δυνατότητα επιτυχίας μαχητικής δράσεων εν Κύπρω».[10]

 

Ο Γρίβας συνέχισε τις επαφές του και την διερεύνηση των ορεινών περιοχών, ιδιαίτερα της περιοχής Καλοπαναγιώτη και είχε στις 20 Ιουλίου συνάντηση με τον μητροπολίτη Κερύνειας Κυπριανό, ο οποίος συμφώνησε ως προς τους στόχους του Γρίβα και ανέλαβε να τις συζητήσει με τον Μακάριο.

 

Στις 3 Αυγούστου έγινε νέα συνάντηση Μακαρίου και Γρίβα. Ο τελευταίος τον ενημέρωσε για τα πορίσματα των αναγνωρίσεων του.

Σύμφωνα και πάλι με τον Γρίβα ο Μακάριος «φαινομενικώς ανεγνώρισε ως ορθά όσα του εξέθεσα περί δυνατότητας αναλήψεως επαναστατικής δράσεως, εν τη πραγματικότητι όμως αντελήφθην σοβαρούς δισταγμούς τούτου».[11]

 

Σημειώνει ακόμη ο Γρίβας ότι αναχώρησε από την Κύπρο ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα της αναγνώρισης που έκανε στο νησί, όχι όμως και από τις εντυπώσεις που αποκόμισε από τον Αρχιεπίσκοπο και από τις διαθέσεις του ως προς την υποστήριξη του κινήματος.

 

Αντίδραση από την ελληνική κυβέρνηση

Κι ενώ αρχικά η ελληνική κυβέρνηση φαινόταν να έβλεπε θετικά τις εξελίξεις, το κλίμα μεταστράφηκε από το φόβο να μην διαταραχθούν οι φιλικές σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και της Βρετανίας.

Αυτή η αντίληψη είχε βάση αφού η ελληνικές κυβερνήσεις μετά τον εμφύλιο βασίζονταν στην στρατιωτική και οικονομική στήριξη από πλευράς Βρετανίας και ΗΠΑ. Ήταν τότε που λέχθηκε και στον Μακάριο το γνωστό «η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονας, το μεν αμερικανικόν τον δε βρετανικόν» και ότι αν η Ελλάδα αναμιχθεί σε μια τέτοια ενέργεια, τότε θα πεθάνει από ασφυξία.

 

Ο Γρίβας σημειώνει ότι αρχικά ο Παπάγος ήταν αντίθετος και δεν θέλησε να υποστηρίξει ούτε ηθικά ούτε υλικά το εγχείρημα των Ε/κυπρίων. «Πολύ δε περισσότερον αντέδρασαν οι συνεργάται του, ακόμη και οι στενώτεροι, μερικοί των οποίων, πληροφορηθέντες τα σχέδια μου με ηπείλησαν, ίνα με αναγκάσουν να τα εγκαταλείψω».[12]

Συνεχίζει δε γράφοντας ότι παρά τις αντιδράσεις συνέχισε με επιμονή το έργο του. «Προς τούτο παρακάλεσα τον στρατηγόν Κοσμάν, όπως συνεννοηθεί μετά του Στρατάρχου Παπάγου επί του όλου θέματος. Ούτος μου διαβίβασε την 3-5-51 την γνώμην του τελευταίου, καθ’ ην έν απλευθερωτικόν κίνημα εν Κύπρω ήτο πρόωρον».[13]


Ο όρκος της Επιτροπής Αγώνος. Υπογράφτηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 1953. Ο Γρίβας δεν παρίστατο σε εκείνη τη συνάντηση και υπέγραψε αργότερα.

Προειδοποίηση για σύλληψη του Γρίβα

Η διαφωνία της ελληνικής κυβέρνησης παρέμεινε και στο επόμενο χρονικό διάστημα και στις 28 Σεπτεμβρίου 1953 υπουργός της κυβέρνησης κάλεσε στο γραφείο του τον Γρίβα και του επέστησε την προσοχή για τις συνέπειες των ενεργειών του.

Τον απείλησε μάλιστα ότι θα αναγκαστεί να τον συλλάβει αν συνεχίσει να προβαίνει σε προετοιμασίες.[14]

 

Παρόμοια ήταν και η στάση ανώτατου αξιωματικού του Γενικού Επιτελείου Στρατού όταν συναντήθηκε με τον Γρίβα στις 21 Μαΐου 1953 και του εξέφρασε την αντίθεση του ως προς τις ενέργειες που γίνονταν.

 

Επιπρόσθετα ο Γρίβας προσθέτει ότι ο Μακάριος τον ενημέρωσε την 1η Οκτωβρίου 1954 ότι όσα του είπε (του Γρίβα) ο υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης υπαγορεύθηκαν από τον Παπάγο.

 

Είναι επίσης σημαντική η αναφορά ότι όταν αργότερα ο Γρίβας βρισκόταν στην Κύπρο, πληροφορήθηκε ότι ενώ ερχόμενος στην Ρόδο καθοδόν προς την Κύπρο, αναζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές για να συλληφθεί. Και προσθέτει ότι αυτή την πληροφορία την επιβεβαίωσε τον Μάρτιο του 1959 όταν επισκέφθηκε τη Ρόδο.[15]

 

Ωστόσο οι αδελφοί Λοϊζίδη δίνουν διαφορετική εκδοχή, αναφέροντες ότι ο Παπάγος όχι μόνο δεν εναντιώθηκε, αλλά συνέδραμε με διάφορους τρόπους την προσπάθεια.[16]

 

 

[1] Υπήρχε και μια παράλληλη κίνηση από κύπριους φοιτητές στην Αθήνα οι οποίοι δημιούργησαν την οργάνωση Κ.Α.Ρ.Η. (Κύπριοι Αγωνιστές Ριψοκίνδυνοι Ηγέτες). Αυτή η ομάδα αποτέλεσε και τον πρώτο πυρήνα της ΕΟΚΑ. Βλ. συνεντεύξεις στον γράφοντα Θ. Σοφοκλέους και Α. Αζίνα στην εκπομπή του Άστρα «Κύπρος και Ιστορία».

[2] Γ. Γρίβα «Απομνημονεύματα», Αθήνα 1961, σελ. 13, 14.

[3] Εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο αποκορύφωμα του ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα.

[4] Γ. Γρίβα «Απομνημονεύματα», σελ. 15.

[5] Στο ίδιο, σελ. 15.

[6] Α. Αζίνα «50 χρόνια σιωπής», τ.1, σελ. 189.

[7] Ο Μ. Παντελίδης ήταν κύπριος στρατηγός του ελληνικού στρατού και είχε επιστρέψει πρόσφατα από τον πόλεμο της Κορέας.

[8] Στο ίδιο, σελ. 192 και 209.

[9] Σπύρου Παπαγεωργίου «Κυπριακή Θύελλα» σελ. 85.

[10] Γ. Γρίβα «Απομνημονεύματα», σελ. 16, 17.

[11] Στο ίδιο, σελ. 17.

[12] Στο ίδιο, σελ. 17.

[13] Η έμφαση είναι του Γρίβα.

[14] Γ. Γρίβα «Απομνημονεύματα», σελ. 18 και Σπ. Παπαγεωργίου «Κυπριακή Θύελλα», σελ. 86.

[15] Γ. Γρίβα «Απομνημονεύματα», σελ. 18.

[16] Παπαγεωργίου «Κυπριακή Θύελλα», σελ. 86.

Μας έχεις Like στο Facebook ;