Διαλεκτικός Υλισμός – Γνωσιολογία: Μαρξιστική θεωρία της γνώσης

Τα ζητήματα της γνώσης απασχολούν τον άνθρωπο άμα τη εμφανίσει της φιλοσο­φίας μέχρι και τις μέρες μας. Στη μαρξιστική φιλοσοφία τα γνωσιολογικά ζητήματα κατέ­χουν κεντρική, βασική θέση.

Ο διαλεκτικός υλισμός ξεσκεπάζει το αβάσιμο των φιλοσοφικών θεωριών, που είτε απορρίπτουν, είτε αμφισβητούν από θέση αρχής τη γνωστικότητα της υπαρκτής πραγματικότητας -της φύσης και της κοινω­νίας. Οι θεωρίες αυτές χαρακτηρίζονται είτε ως φιλοσοφικός σκεπτικισμός -στην αρχαι­οελληνική φιλοσοφία, είτε αγνωστικισμός- στους νεότερους χρόνους.


Στην αρχαιοελληνική φιλοσοφία οι σκε­πτικιστές παρά τις διαφορετικές προσεγγί­σεις τελικά κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα -η πραγματικότητα είναι αδύνατον να κα­τανοηθεί από τον άνθρωπο. Οι κλασικοί σκεπτικιστές προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι η αντίληψη μέσω των αισθήσεων και οι κανόνες της λογικής δεν μπορούν να εξα­σφαλίσουν την κατανόηση των πραγμάτων και θεωρούσαν την όποια γνώση ως μια προσωπική πεποίθηση. Τις πιο πάνω θέσεις ανέπτυξαν περαιτέρω αγνωστικιστές φιλό­σοφοι των νεότερων χρόνων όπως ο Χιουμ, ισχυριζόμενος ότι η όποια γνώση στην ουσία είναι μη γνώση, γι’ αυτό βάσει της πρακτι­κής δραστηριότητας πρέπει να είναι όχι η γνώση, αλλά η πίστη και η συνήθεια.

Διαφορετική προσέγγιση ανέπτυξε ο Καντ, ο οποίος αναλύοντας τη γνωσιολογι­κή διαδικασία διατύπωσε τη θέση ότι αρχή της γνώσης είναι η εμπειρία και οι αισθή­σεις. Αντί όμως να οδηγηθεί στη σύνδεση του ανθρώπου με το αντικειμενικά υπάρχον «πράγμα στον εαυτό του», τα διαχώρισε, θε­ωρώντας ότι στη συνείδηση αυτές οι μορφές υπήρχαν πολύ πριν και ανεξάρτητα από την εμπειρία και τις μορφές, που δημιουργούν οι αισθήσεις και η λογική μας.

Υπάρχουν ιδεαλιστές φιλόσοφοι (Ντε­κάρτ, Χέγκελ κ.ά.), που ενώ δεν κλίνουν προς τον αγνωστικισμό, την ίδια στιγμή τη­ρούν μια συμβιβαστική στάση έναντι σειράς ριζικών ζητημάτων. Ταυτόχρονα όμως ούτε ο κάθε αγνωστικιστής είναι συνεπής υπο­στηρικτής του ιδεαλισμού και συνήθως κα­ταβάλλεται προσπάθεια να τηρεί αποστάσεις από την πάλη υλισμού-ιδεαλισμού.

Ο αγνωστικισμός ως γνωσιολογική θεω­ρία διαχωρίζει το περιεχόμενο των ανθρώ­πινων αισθήσεων, αντιλήψεων και εννοιών από την αντικειμενική πραγματικότητα ει­σερχόμενος έτσι στο δρόμο του υποκειμενι­κού ιδεαλισμού, που θεωρεί ότι ο περιβάλλο­ντας κόσμος δεν μπορεί να είναι κατανοητός. Η αντίληψη των αγνωστικιστών για τη γνώ­ση καταδεικνύει την αντιφατικότητα της διαδικασίας κατανόησης και ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει θεωρητικές τοποθετήσεις συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων. Είναι γι’ αυτό που το ξεσκέπασμα του αγνω­στικισμού προϋποθέτει και την επίλυση μιας σειράς θεωρητικο-γνωστικών ζητημάτων και την αποκάλυψη και εξάλειψη των κοι­νωνικών του ριζών.


Αυτό το ξεσκέπασμα είναι σε θέση να το πράξει η υλιστική διαλεκτική, αποτελούσα τη βάση της γνωσιολογικής θεωρίας του μαρξισμού, στηριγμένη στα πιο κάτω:

(1) Τα πράγματα υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, ανεξάρτητα από τις αισθήσεις μας, ευρίσκονται εκτός εμάς.

(2) Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρ­ξει η όποια διαφορά μεταξύ του φαινομένου και του «πράγματος στον εαυτό του», διαφο­ρά υπάρχει μόνο μεταξύ του τι κατανοείται και τι ακόμα δεν έχει κατανοηθεί, και

(3) Στη θεωρία της γνώσης, ο συλλο­γισμός πρέπει να είναι διαλεκτικός, δηλ. να μη θεωρείται η γνώση έτοιμη και αναλλοίω­τη, αλλά να μελετάται με ποιον τρόπο από τη μη γνώση εμφανίζεται η γνώση και πώς η μη πλήρης γνώση γίνεται πληρέστερη.


Η γνωσιολογία οφείλει στο μαρξισμό δύο πράγματα, που ριζικά έχουν αλλάξει τη μορ­φή της -την εφαρμογή της υλιστικής διαλε­κτικής στο πεδίο της γνώσης και την εισα­γωγή στη θεωρία της γνώσης της πρακτικής ως βάση και κριτήριο της εξακρίβωσης της αλήθειας στη γνώση.

Με αυτόν τον τρόπο ξεπεράστηκε η απομόνωση των νόμων της συνείδησης από τους νόμους του αντικειμενικού κόσμου και ο διαχωρισμός των πρώτων από τους δεύ­τερους. Αποδεικνύεται ότι ενώ φαινομενικά υπάρχουν δύο σειρές νόμων, στην ουσία αυτοί είναι ταυτόσημοι, αλλά διαφορετικοί στην έκφρασή τους, μιας και ο ανθρώπι­νος εγκέφαλος τούς αντιλαμβάνεται νοητι­κά, την ίδια στιγμή που στη φύση και μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό και στην ανθρώ­πινη ιστορία παρεμβάλλονται αυθόρμητα, ασυνείδητα.

Έτσι η υποκειμενική διαλεκτική της γνώ­σης είναι ο αντικατοπτρισμός στη διαδικασία της κατανόησης της αντικειμενικά υπάρ­χουσας πραγματικότητας, η οποία περικλείει εντός της αντικειμενικές νομοτέλειες, μια διαδικασία που στηρίζεται στην κοινωνική πρακτική.

Εμπόρευμα (2): Εργασία – συγκεκριμένη και αφηρημένη


Ένα πράγμα για να είναι εμπόρευμα πρέπει να έχει δύο ιδιότητες -αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία, που διαμορφώνονται και προσδιορίζονται στην παραγωγική διαδικασία, όπου η εργασία των εμπορευματοπαραγωγών έχει δυαδικό χαρακτήρα.

Από τη μια, η εργασία έχει χρήσιμο χαρακτήρα γιατί δημιουργεί πράγματα, που ικανοποιούν ανθρώπινες ανάγκες. Αυτό το μέρος ονομάζεται συγκεκριμένη εργασία. Από την άλλη όμως, η εργασία κάθε ξεχωριστού εμπορευματοπαραγωγού αποτελεί μέρος της κοινωνικής εργασίας, δηλ. της συνολικής δαπανημένης ανθρώπινης εργατικής δύναμης και ονομάζεται αφηρημένη εργασία.

Συγκεκριμένη εργασία είναι η εργασία που δαπανείται για τη δημιουργία συγκεκριμένης αξίας χρήσης (μέταλλο, καρέκλα, ψωμί κ.λπ.). Οι διαφορετικές αξίες χρήσης είναι το αποτέλεσμα της δημιουργίας προϊόντων διαφορετικών ειδών συγκεκριμένης εργασίας (μεταλλουργός, καρεκλάς, αρτοποιός κ.λπ.).

Ο εξειδικευμένος χαρακτήρας της συγκεκριμένης εργασίας προσδίδει τη διαφορά στην εργασία ενός παραγωγού από έναν άλλο. Οι άνθρωποι επεξεργάζονται την υπάρχουσα στη φύση υλική υποδομή, επομένως η αξία χρήσης είναι το αποτέλεσμα της συνένωσης των υλικών της φύσης με την εργασία.


Η δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας (μυϊκή δύναμη, μυαλό, νεύρα κ.ο.κ.) αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό στο κάθε εμπόρευμα και αποτελεί μέρος της πανανθρώπινης κοινωνικής εργασίας, που προσδίδει στο εμπόρευμα συγκεκριμένη αξία. Αυτή, σε συνθήκες εμπορευματικής παραγωγής εκφράζει τον κοινό παρονομαστή της εργασίας διαφορετικών ανθρώπων. Αυτός ο παρονομαστής εκφράζει γενικά την εμπεριέχουσα κοινωνική εργασία. Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της εμπορευματικής παραγωγής και εκφράζει τις σχέσεις μεταξύ ξεχωριστών παραγωγών.

Η εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας οδήγησε στην απομόνωση τους παραγωγούς, ο καθένας από τους οποίους άρχισε να ασχολείται με καθορισμένο είδος εργασίας επομένως αποκρύβεται ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας, ο οποίος εμφανίζεται μόνο στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, όπου η εργασία συγκεκριμένου παραγωγού καταδεικνύεται αν είναι αναγκαία για την κοινωνία και αν αποτελεί μέρος της συνολικής κοινωνικής εργασίας. Άρα στη διαδικασία της ανταλλαγής οι άνθρωποι, εξισώνοντας διαφορετικά προϊόντα εργασίας, ουσιαστικά εξισώνουν τη δαπανημένη εργασία τους για την παραγωγή τους. Σε συνθήκες ατομικής ιδιοκτησίας ο υπολογισμός των κοινωνικών δαπανών πραγματοποιείται αυθόρμητα μέσω της ανταλλαγής.

Η αφηρημένη εργασία αποκρυσταλλωμένη μέσα στο εμπόρευμα αποτελεί την αξία του και εκφράζει επίσης συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις μεταξύ διαφόρων παραγωγών, πράγμα που σημαίνει ότι η αξία δεν είναι ιδιότητα του εμπορεύματος, αλλά έκφραση παραγωγικών σχέσεων.

 

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.