Διαλεκτικός υλισμός – Κατηγορίες: Ουσία και φαινόμενο (1)

Η Ουσία και το Φαινόµενο είναι φιλοσοφικές κατηγορίες της διαλεκτικής που αντικατοπτρίζουν τις πιο γενικές πλευρές όλων των αντικειµένων και διαδικασιών της υπαρκτής πραγµατικότητας, µε τη βοήθεια των οποίων ο άνθρωπος µπορεί να γνωρίσει και να κατανοήσει τον περιβάλλοντα κόσµο.

«Ουσία» είναι το σύνολο των εσωτερικών, πιο βαθιών σχέσεων, αλληλουχιών και νόµων που προσδιορίζουν τα βασικά γνωρίσµατα και τάσεις ανάπτυξης ενός υλικού συστήµατος και εκφράζει την ενότητα των πολύµορφων και αντιτιθέµενων µορφών ύπαρξής του. Η Ουσία δεν εκδηλώνεται άµεσα, βρίσκεται καλυµµένη µέσα στο Φαινόµενο ή βρίσκεται υπό την επιφάνειά του.

«Φαινόµενο» είναι συγκεκριµένα γεγονότα, ιδιότητες ή διαδικασίες που εκφράζουν τις εξωτερικές πλευρές της πραγµατικότητας, οι οποίες και παρέχουν τη µορφή εµφάνισης, εκδήλωσης και αποκάλυψης εν µέρει της Ουσίας, που προσδιορίζει το Φαινόµενο.

Η Ουσία και το Φαινόµενο βρίσκονται πάντα σε αλληλοσύνδεση. ∆εν υπάρχει Ουσία η οποία να µην εκδηλώνεται προς τα έξω, αλλά να παραµένει µη γνώσιµη, ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχει Φαινόµενο το οποίο να µην περιλαµβάνει κάποιες πληροφορίες για την Ουσία. Η ενότητα όµως µεταξύ τους δεν σηµαίνει την ίδια στιγµή ότι οι δύο αυτές κατηγορίες ταυτίζονται, γιατί η Ουσία πάντα «κρύβεται» πίσω από το Φαινόµενο και όσο πιο βαθιά «κρύβεται», τόσο πιο δύσκολα και µακροχρόνια µπορεί να κατανοηθεί θεωρητικά. Ας παραθέσουµε δύο παραδείγµατα, ένα από τη φύση και ένα από την κοινωνία.

Για χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι έβλεπαν τον ήλιο να περιστρέφεται γύρω από τη γη, αρχίζοντας την περιστροφή από ανατολικά προς δυσµάς. Την ίδια στιγµή, οι άνθρωποι, ως εκ τούτου, θεωρούσαν ότι η γη είναι επίπεδη και σταθερή. Στο τέλος ο άνθρωπος απέδειξε ότι είναι το αντίστροφο που συµβαίνει, δηλ. η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο και ταυτόχρονα µε το σχεδόν κυκλικό σχήµα της περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της, παρά το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν το αντιλαµβάνεται. Αυτό σηµαίνει ότι για χιλιάδες χρόνια η ουσία τέτοιων φαινοµένων (µέρα-νύχτα, εναλλαγή εποχών κ.ά.) παρέµενε καλά «κρυµµένη» και ως πραγµατικότητα εκλαµβανόταν το φαινοµενικό, αυτό που άµεσα έβλεπε ο άνθρωπος.

Άλλο το είναι και άλλο το φαίνεσθαι 

Στην καπιταλιστική κοινωνία η αµοιβή του εργαζόµενου παρουσιάζεται ως η πληρωµή όλης της εργασίας που έχει προσφέρει για συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα. Στην πράξη όµως ο εργαζόµενος µε τη µορφή του ηµεροµισθίου λαµβάνει µόνο ένα µέρος της αξίας που δηµιούργησε µε την εργασία του στο δεδοµένο χρονικό διάστηµα, ενώ η εναποµένουσα αξία ιδιοποιείται αµετάκλητα από τον καπιταλιστή ως υπεραξία, που αποτελεί και την κύρια πηγή του υπερκέρδους. Άρα εδώ εντοπίζεται η ουσία της καπιταλιστικής εκµετάλλευσης.

Όπου και να στραφεί το βλέµµα, παρατηρείται ότι οι Ουσίες και τα Φαινόµενα των αντικειµένων και των διαδικασιών δεν είναι το ίδιο πράγµα. Αν λοιπόν αυτές οι κατηγορίες ήταν πλήρως ταυτόσηµες και κατανοητές από µια πρώτη µατιά, τότε δεν θα υπήρχε έδαφος ή το όποιο αντικείµενο για την ύπαρξη της επιστήµης ως τέτοιας, σκοπός της οποίας είναι η επεξήγηση του φαινοµένου και η αποκάλυψη και κατανόηση της ουσίας του αντικειµένου ή της διαδικασίας. Εποµένως, είναι λάθος να ταυτίζεται η Ουσία των αντικειµένων µε τα Φαινόµενά τους, γιατί κάτι τέτοιο αναµφίβολα οδηγεί σε λανθασµένα συµπεράσµατα.

Συγκεκριµενοποιώντας λοιπόν την πιο πάνω θέση, βλέπουµε ότι ένα µεγάλο τµήµα της εργατικής τάξης των ανεπτυγµένων οικονοµικά χωρών της ∆ύσης δεν έχουν κριτική στάση έναντι του καπιταλισµού.

Στη βάση αυτού µπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η εργατική τάξη έπαψε να είναι επαναστατική; Αν γίνει αποδεκτό κάτι τέτοιο, σηµαίνει ότι συγχέεται ο ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης (η Ουσία) µε την επικρατούσα σήµερα συνείδηση (το Φαινόµενο) των εργατών. Εξίσου λάθος επίσης θα ήταν αν αντιµετωπιζόταν η Ουσία ως αυτοτελής.

Σε µια τέτοια περίπτωση, αν λαµβάνεται υπόψη κατά τη χάραξη π.χ. της πολιτικής τακτικής µόνο ο ιστορικός ρόλος (Ουσία) και υπήρχε υποτίµηση στο κάθε φορά συγκεκριµένο επίπεδο της συνείδησης (Φαινόµενο), θα έµπαιναν εξωπραγµατικοί στόχοι και σκοποί. Εποµένως, εδώ απαιτείται η διαλεκτική σύζευξη της Ουσίας µε το Φαινόµενο.

Θετικισμός

Ρεύµα στην αστική φιλοσοφία, που θεωρεί ως µοναδική πηγή της πραγµατικής γνώσης µόνο συγκεκριµένους (εµπειρικούς) κλάδους της επιστήµης και απορρίπτει τη γνωσιολογική αξία της φιλοσοφικής σκέψης. Η εµφάνισή του ήταν µια ιδιόµορφη αντίδραση στην αδυναµία της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας να δώσει λύσεις στα αναφυόµενα µε την εξέλιξη της επιστήµης φιλοσοφικά προβλήµατα. Υποστηρίζοντας ακραίες θέσεις, ο Θετικισµός αρνείται τη θεωρητική γενίκευση και αφαίρεση ως εργαλεία απόκτησης της γνώσης. Ως εκ τούτου, ζητήµατα και θέσεις της προγενέστερης του φιλοσοφικής σκέψης (για το «είναι», την ύπαρξη, τις ουσίες των φαινοµένων, τις αιτίες), που για την κατανόησή τους απαιτείται υψηλού βαθµού αφηρηµένη σκέψη, δεν µπορούν να λυθούν και να εξακριβωθούν µέσω της εµπειρίας, γι’ αυτό ο Θετικισµός τα αναδεικνύει ως ψευδοδιλήμµατα χωρίς κανένα νόηµα και περιεχόµενο.

Οι εκπρόσωποί του διεκδικούσαν την αναγόρευση του Θετικισµού ως µια νέα «µεταφυσική» φιλοσοφία που οικοδοµείται κατ’ οµοίωση των εµπειρικών επιστηµών και πρέπει να αποτελεί τη µεθοδολογία τους. Στην ουσία όµως ο Θετικισµός είναι εµπειρισµός, που υπό συγκεκριµένες συνθήκες καταλήγει σε υπερβολικά ακραία λογικά συµπεράσµατα, µια που θεωρεί τη γνώση ως εµπειρική, εποµένως καµιά αφηρηµένη θεώρηση δεν µπορεί να αποτελεί γνώση. Ο Θετικισµός δεν µπόρεσε να αποφύγει τη σύµπραξη µε την προγενέστερη του φιλοσοφία, γιατί οι υποστηριζόµενες από αυτόν βασικές θέσεις (απόρριψη της αφαίρεσης, του φαινοµενισµού κ.ά.) δεν επιδέχονται πειραµατική εξακρίβωση, άρα είναι «µεταφυσικές».

Στο πρώτο του στάδιο (Κοντ, Μιλ, Σπένσερ), παράλληλα µε τα ζητήµατα γνωσιολογίας και λογικής, ο Θετικισµός έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην κοινωνιολογία µε στόχο την αναδιαµόρφωση της κοινωνίας στη βάση της επιστηµονικής γνώσης.

Στο δεύτερο στάδιο – τέλη 19ου αιώνα (Μαχ, Αβενάριος), ο Θετικισµός αρνήθηκε και την τυπική αναγνώριση της αντικειµενικής ύπαρξης των πραγµάτων, µε αποτέλεσµα τα ζητήµατα γνώσης να ερµηνεύονται µε ακραίο ψυχολογισµό, καταλήγοντας στον υποκειµενισµό.

Η εµφάνιση και δηµιουργία του Νεοθετικισµού (20ός αιώνα) συνδέεται µε τη δράση των Κύκλων της Βιέννης και του Βερολίνου (Νώυρατ, Φρανκ, Κάρναπ, Σλικ, Ράιχενµπαχ Κράουζ). Ταυτόχρονα µε αυτόν συνενώθηκαν µια σειρά παραπλήσια ρεύµατα (Λογικός Ατοµικισµός, Λογικός Θετικισµός, Κοινή Σηµασιολογία), ενώ είχε κοινά σηµεία µε τα ρεύµατα του Λειτουργισµού και του Πραγµατισµού.

Κεντρικό σηµείο αναφοράς του Νεοθετικισµού κατέχουν τα φιλοσοφικά ζητήµατα της γλώσσας, της συµβολικής λογικής, της δοµής της επιστηµονικής µελέτης κ.ά. Οι νέοι εκπρόσωποί του, απορρίπτοντας τον ψυχολογισµό των προγενέστερών τους, ακολούθησαν µια πορεία προσέγγισης της «λογικής επιστήµης» µε τα µαθηµατικά µέσω της τυποποίησης των ζητηµάτων γνωσιολογίας.

Πιότρ Τκατσιώφ (1844 –1886)

Ρώσος επαναστάτης, ένας από τους ιδεολόγους των επαναστατών – δηµοκρατών, δηµοσιολόγος και κριτικός λογοτεχνίας, γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου 1844 στο Κυβερνείο του Πσκωφ και πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1886 στο Παρίσι. Για τις πολιτικές του απόψεις συνελήφθηκε, καταδικάστηκε και παρέµεινε 6 χρόνια σε φυλακές και στην εξορία, απ’ όπου απέδρασε το 1873 και εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό µέχρι και το θάνατό του.

Ο Τκατσιώφ θεωρούσε ότι η κοινωνική επανάσταση στη Ρωσία θα έπρεπε να πραγµατοποιηθεί αµέσως πριν να διαµορφωθούν οι αστικές σχέσεις στη χώρα, οι οποίες θα ανέβαλλαν σε βάθος χρόνου τις επαναστατικές ανατροπές µέσα στη ρωσική τσαρική κοινωνία. Έβλεπε στο ρωσικό λαό και ιδιαίτερα στο πρόσωπο της πολυπληθούς αγροτιάς, η οποία ακόµα διατηρούσε ζωντανές τις µνήµες της κοινοτικής γαιοκτηµοσύνης, εκείνον τον σοσιαλιστή «από ένστικτο, από παράδοση».

Κατά την άποψη, δε, του Τκατσιώφ, η επαναστατικότητα του λαού εξαντλείται κύρια µε την καταστροφή του παλιού κρατικού µηχανισµού, ενώ τα δηµιουργικά καθήκοντα για την οικοδόµηση µιας νέας κρατικής εξουσίας τα αναλαµβάνει η κατέχουσα «δύναµη, εξουσία και κύρος» «επαναστατική µειοψηφία».

Γι’ αυτό απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση των ιδανικών του σοσιαλισµού θεωρούσε την «κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας» από µια καλά οργανωµένη οµάδα επαναστατών, οι οποίοι θα χρησιµοποιούσαν τροµοκρατική βία για την αποδιοργάνωση των δοµών του υφιστάµενου κράτους,

Αν και αναγνώριζε µερικά στοιχεία του ιστορικού υλισµού, όπως τον καθοριστικό ρόλο του «οικονοµικού παράγοντα στις κοινωνικές σχέσεις», εντούτοις δεν µπόρεσε να ξεπεράσει την ιδεαλιστική βουλησιαρχική άποψη µελέτης της Ιστορίας. Εµµένοντας όµως στην αρχή του ρεαλισµού στις τέχνες, ο Τκατσιώφ πάλεψε ενάντια στις συντηρητικές λογοτεχνικές αισθητικές τάσεις, ενώ από τις θέσεις του µηχανιστικού υλισµού και της υλιστικής ερµηνείας του θετικισµού ασκούσε έντονη κριτική στους Ρώσους θρησκόληπτους φιλόσοφους.

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.