Διαλεκτικός υλισμός: Συνείδηση – Λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου

Από την αρχαιότητα οι άνθρωποι προσπαθούν να κατανοήσουν τη φύση της συνείδησης. Ψάχνουν να βρουν απαντήσεις σε ερωτήµατα όπως: Πώς η ανόργανη ύλη δηµιουργεί τη ζωντανή ύλη και η τελευταία µε τη σειρά της δηµιουργεί τη συνείδηση; Ποια είναι η δοµή και οι λειτουργίες της συνείδησης; Ποιος ο µηχανισµός µετάβασης από τις αισθήσεις και τις αντιλήψεις στη σκέψη; Με ποιον τρόπο η συνείδηση συσχετίζεται µε τις φυσιολογικές διεργασίες που συντελούνται στο φλοιό του εγκεφάλου;

Μια εύκολη απάντηση στα ερωτήµατα αυτά είναι η αντίληψη, που θέλει τη συνείδηση να είναι το αποτέλεσµα µιας εξωπραγµατικής διάστασης -της «ψυχής», η οποία τάχατες δεν εξαρτάται από την ύλη και ειδικά από τον ανθρώπινο εγκέφαλο, η οποία έχει τη δυνατότητα ανεξάρτητης ύπαρξης, είναι αθάνατη και αιώνια. Κάθε ιδεαλιστικό σύστηµα σκέψης σε τελευταία ανάλυση αναγάγει τη συνείδηση (νόηση, ιδέα, πνεύµα) σε µια ανεξάρτητη ανώτατη ουσία µη εξαρτώµενη από την ύλη που δηµιουργεί το σύνολο του κόσµου και καθοδηγεί την κίνηση και εξέλιξή του.

Η συνείδηση είναι λειτουργία του ανθρώπινου εγκέφαλου

Στον αντίποδα τέτοιων δοξασιών βρίσκεται η υλιστική φιλοσοφία, που αποδέχεται ότι η συνείδηση είναι λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου, η ουσία της οποίας περικλείεται στην ενεργό και στοχοπροσηλωµένη αντανάκλαση της υπαρκτής πραγµατικότητας. Πιο ειδικά, ο ∆ιαλεκτικός Υλισµός εµµένει στη θέση ότι η συνείδηση αποτελεί ιδιότητα όχι γενικά της όποιας ύλης, αλλά µόνο της υψηλότερης βαθµίδας ανάπτυξής της και είναι αδιαχώριστα συνδεδεµένη µε τη δραστηριότητα που αναπτύσσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος και µε τον ειδικό κοινωνικό τρόπο ζωής που ζούνε οι άνθρωποι.

Η υλιστικο-διαλεκτική θεωρία για τη συνείδηση θεµελιώνεται στην αρχή της «αντανάκλασης», δηλαδή της ψυχικής αναπαράστασης του αντικειµένου στον ανθρώπινο εγκέφαλο ως αισθήσεις, αντιλήψεις, παραστάσεις, έννοιες, κρίσεις, συµπεράσµατα, συλλογισµούς. Εποµένως, το περιεχόµενο της συνείδησης καθορίζεται ή και προσδιορίζεται από την υπάρχουσα πραγµατικότητα, ενώ το υλικό υπόστρωµα και ο φορέας της είναι ο εγκέφαλος του ανθρώπου.

Στην ανάπτυξη της συνείδησης επιδρούν οι κοινωνικές σχέσεις

Η συνείδηση στον άνθρωπο εµφανίσθηκε και αναπτύσσεται σε στενή σχέση µε την εµφάνιση και ανάπτυξη ιδιαίτερα του ανθρώπινου εγκεφάλου υπό την επίδραση της εργασίας, των κοινωνικών σχέσεων και της επαφής µεταξύ των ανθρώπων, όπου καθοριστικό ρόλο διαδραµατίζει η γλώσσα.

Ο εγκέφαλος αποτελεί όργανο της συνείδησης ως η ανώτερη µορφή ψυχικής αντανάκλασης της πραγµατικότητας. Τον ανθρώπινο εγκέφαλο αποτελούν πέραν των 15 δις νευρικών κυττάρων, όπου το καθένα βρίσκεται σε επαφή µε τα υπόλοιπα και όλα µαζί µε τις νευρικές καταλήξεις των αισθητήριων οργάνων, δηµιουργώντας ένα αρκετά πολύπλοκο δίκτυο µε απεριόριστες συνδέσεις, αλλά και µε µια αυστηρή «ιεραρχική» δόµηση, όπου το κάθε τµήµα του ασχολείται µε συγκεκριµένες λειτουργίες. Ο εγκέφαλος λοιπόν αποτελεί ένα πολυσύνθετο λειτουργικό σύστηµα, όπου εκτός των φυσιολογικών διαδικασιών που συντελούνται σ’ αυτόν δεν είναι δυνατόν να εµφανιστεί η όποια αίσθηση ή σκέψη, το όποιο αίσθηµα ή παρόρµηση.

Η αµοιβαία σχέση µεταξύ του οργανισµού και του περιβάλλοντος κόσµου, καθώς επίσης µεταξύ ξεχωριστών τµηµάτων του οργανισµού µε τα όργανά του εξασφαλίζεται µε τη βοήθεια των αντανακλαστικών, δηλαδή των αντιδράσεων του οργανισµού, προκαλούµενων από τη διέγερση των οργάνων αίσθησης και πραγµατοποιούνται µε τη συµµετοχή ολόκληρου του κεντρικού νευρικού συστήµατος.

Τα αντανακλαστικά µπορεί να είναι έµφυτα (εκ γενετής), τα οποία κληρονοµούν τις αντιδράσεις του οργανισµού στις διεργασίες είτε εντός του οργανισµού είτε του περιβάλλοντος κόσµου ή τυποποιηµένα, που είναι οι αποκτηµένες στη διαδικασία της ανθρώπινης δραστηριότητας αντιδράσεις του οργανισµού και ο χαρακτήρας τους εξαρτάται από τις προσωπικές εµπειρίες του οργανισµού.

Η συνείδηση είναι προϊόν της δραστηριοποίησης του εγκεφάλου και εµφανίζεται µόνο χάριν των έξωθεν επιδράσεων επί του εγκεφάλου µέσω των αισθητήριων οργάνων (όρασης, ακοής, όσφρησης, γεύσης, αφής), τα οποία αποτελούν τους «µηχανισµούς» για την αντανάκλαση, για την πληροφόρηση του οργανισµού, για τις αλλαγές του περιβάλλοντος κόσµου, αλλά και εσωτερικά του ίδιου του οργανισµού.

Πρωταρχική συσσώρευση (2)

Οι απολογητές του καπιταλισµού αποσιωπούν ότι οι εργαζόµενοι µετατρέπονται σε πωλητές του εαυτού τους για να επιβιώσουν

Στο πρώτο µας σηµείωµα αναφέραµε ότι στη διαδικασία της λεγόµενης πρωταρχικής συσσώρευσης από τη µια το χρήµα και τα µέσα παραγωγής µετατρέπονται σε κεφάλαιο και από την άλλη οι άµεσοι παραγωγοί µετατρέπονται σε µισθωτούς εργάτες. Άρα αυτή η πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστορική διαδικασία αποξένωσης του άµεσου παραγωγού (αγρότης, τεχνίτης) από τα µέσα παραγωγής. Ονοµάζεται δε πρωταρχική γιατί αποτελεί την προϋπόθεση εµφάνισης του κεφαλαίου και του αντίστοιχου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Ιστορικά η περίοδος αυτή τοποθετείται ή οροθετείται στο µεταίχµιο της αποσύνθεσης του φεουδαρχικού συστήµατος και της εµφάνισης του καπιταλισµού.

Για να εµφανισθεί η καπιταλιστική παραγωγή θα έπρεπε ο άµεσος παραγωγός -ο δουλοπάροικος, προσδεµένος στον κλήρο, που του πρόσφερε ο φεουδάρχης, έχοντάς τον µε αυτόν τον τρόπο υπό την υποτέλειά του, να µπορεί να τον εγκαταλείψει (να απελευθερωθεί από τις φεουδαρχικές υποχρεώσεις) και αποξενωµένος από τη γη να µπορεί ελεύθερα πλέον να πωλεί την εργατική του δύναµη, δηλαδή να έχει τη δυνατότητα να µεταφέρει παντού το µόνο εµπόρευµα που διαθέτει, όπου βρίσκει αγοραστή.

Ταυτόχρονα και οι τεχνίτες στα φεουδαρχικού τύπου εργαστήρια θα έπρεπε να ξεφύγουν από την κυριαρχία των φεουδαρχικών συντεχνιών, που στηρίζονταν σε αυστηρούς κανονισµούς αναφορικά µε τους µαθητευόµενους και τους καλφάδες.

Εποµένως, για την εµφάνιση του καπιταλισµού απαιτείται η αποσύνθεση της φεουδαρχίας (απελευθέρωση δουλοπάροικων) και το «σπάσιµο» της κλειστού τύπου «συντεχνιακής» οργάνωσης των τεχνιτών. Η δεδοµένη «απελευθέρωση» όµως συνοδεύεται µε τη µετατροπή της µάζας των «απελευθερωµένων» ατόµων σε µισθωτούς εργάτες.

Οι λογής-λογής απολογητές του καπιταλισµού αναδεικνύουν αυτή τη διαδικασία για να προπαγανδίσουν τη δήθεν απελευθερωτική αποστολή του νεοεµφανιζόµενου συστήµατος.

Την ίδια στιγµή όµως, αποσιωπούν ότι αυτά τα νεοαπελευθερωµένα άτοµα, αφού τους αποστερήθηκαν βίαια όλα τα µέσα παραγωγής για να επιβιώσουν θα έπρεπε να µετατραπούν σε πωλητές του ίδιου του εαυτού τους µέσα σε συνθήκες και υπό τις προϋποθέσεις, που καθορίζονταν πλέον από τους νέους κυρίαρχους της αγοράς -τους βιοµήχανους κεφαλαιοκράτες, η εδραίωση των οποίων εξυπακούεται τον εκτοπισµό των συντεχνιακών χειροτεχνών µαστόρων και των φεουδαρχών.

Συµπερασµατικά, η αναγκαστική αποξένωση των άµεσων παραγωγών από τα µέσα παραγωγής και η συγκέντρωση των τελευταίων στα χέρια µιας µικρής οµάδας και η µετατροπή αυτών των µέσων παραγωγής σε κεφάλαιο αποτελεί το περιεχόµενο της αρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Βίλχελµ Πικ (1876 – 1960)

Pik

Γερµανός κοµµουνιστής, εξέχουσα προσωπικότητα του γερµανικού και διεθνούς εργατικού κινήµατος, πρώτος και µοναδικός Πρόεδρος της Γερµανικής Λαοκρατικής ∆ηµοκρατίας γεννήθηκε στις 3/1/1876 στο Γκούµπεν (Γερµανική Αυτοκρατορία) και απεβίωσε στις 7/9/1960 στο Βερολίνο.

Σηµαντική επιρροή στη διαµόρφωση των πολιτικών πεποιθήσεών του διαδραµάτισε η Ρόζα Λούξεµπουργκ. ∆ιέφυγε στο Άµστερνταµ όταν οδηγήθηκε στο στρατοδικείο για αντιπολεµική προπαγάνδα µέσα στο γερµανικό στράτευµα. Με την επιστροφή του στο Βερολίνο τον Νοέµβριο 1918 γίνεται µέλος της ηγεσίας της «Ένωσης Σπάρτακος» και ταυτόχρονα ένας από τους συνιδρυτές και µέλος της Κ.Ε. του Κοµµουνιστικού Κόµµατος Γερµανίας. Συνελήφθη για τη δράση του στην εξέγερση των Σπαρτακιστών το 1919 και στις 15 Ιανουαρίου ήταν µάρτυρας στην τελευταία ανάκριση των συγκρατούµενων του Ρ. Λούξεµπουργκ και Κ. Λίµπκνεχτ.

Το 1922 συµµετείχε στην ίδρυση της ∆ιεθνούς Κόκκινης Βοήθειας και διετέλεσε πρόεδρος του γερµανικού της τµήµατος. Το 1931 εκλέγεται στο προεδρείο της ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ.

Τον Μάιο 1934 ο Πικ υποχρεωτικά εγκαταλείπει τη Γερµανία και δηµιουργεί στο Παρίσι την εν εξορία καθοδήγηση του Κ.Κ.Γ., ενώ το 1935 στη Συνδιάσκεψη του ΚΚΓ στις Βρυξέλλες εκλέγεται πρόεδρος του ΚΚΓ µέχρι την απελευθέρωση του συλληφθέντος Τέλµαν. Στην Ολοµέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΓ στο Παρίσι το 1939  καλεί όλες τις αντιναζιστικές δυνάµεις της Γερµανίας σε ενότητα δράσης.

Το 1943 ο Πικ είναι µέσα στους διοργανωτές της Εθνικής Επιτροπής «Ελεύθερη Γερµανία» και ήταν από τους επικεφαλής της προετοιµασίας γερµανικών αντιφασιστικών οµάδων, που διοχετεύονταν στο έδαφος της Γερµανίας. Την 1η Ιουλίου 1945 επιστρέφει στο απελευθερωµένο Βερολίνο και δραστηριοποιείται για την ανοικοδόµηση της νέας Γερµανίας µέσα στη σοβιετική ζώνη κατοχής.

Το 1946 εκλέγεται συµπρόεδρος του Σοσιαλιστικού Ενιαίου Κόµµατος Γερµανίας και µε τη δηµιουργία της Λαοκρατικής ∆ηµοκρατίας της Γερµανίας ο πρώτος Πρόεδρος της µέχρι και το θάνατό του.

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.