Το Αρχαιολογικό μνημείο Sassanid της περιοχής Fars, στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, καταχωρίσθηκε ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO το 2018.

 

Τις περιφρονεί κι αυτές ο κ. Τραμπ;

Ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε τις προάλλες ότι θα πλήξει ακόμα και σημαντικά πολιτιστικά μνημεία αν το Ιράν πλήξει ή απειλήσει αμερικανικές εγκαταστάσεις… Για να αναγκαστεί η γενική διευθύντρια της ΟΥΝΕΣΚΟ, Οντρεΐ Αζουλέ, να αντιδράσει και να υπενθυμίσει πως όχι μία αλλά δύο διεθνείς συμβάσεις προστατεύουν την πολιτιστική κληρονομιά, ακόμα και σε περιπτώσεις στρατιωτικών συρράξεων.

Η Σύμβαση του 1954 για την προστασία της πολιτιστικής ιδιοκτησίας σε περίπτωση σύγκρουσης είναι η πρώτη διεθνής συνθήκη που αφορά το θέμα αυτό.

Εκδόθηκε μετά την ευρεία καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Καθόλου τυχαίο ότι στην Ευρώπη αναστηλώθηκαν και διατηρήθηκαν πολλά μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς.

Παραδείγματα πολιτιστικής κληρονομιάς περιλαμβάνουν μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και αρχιτεκτονικά μνημεία, έργα τέχνης, βιβλία, επιστημονικές συλλογές και άλλα αντικείμενα καλλιτεχνικού, ιστορικού ή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Σύμφωνα με τη συνθήκη, οι χώρες δεσμεύονται να προστατεύσουν τα μνημεία από ενδεχόμενες ένοπλες συγκρούσεις μέσω προστατευτικών μέτρων ή ακόμη και κυρώσεων.

«Δεδομένου ότι η πολιτιστική ιδιοκτησία αντικατοπτρίζει τη ζωή, την ιστορία και την ταυτότητα της κοινότητας, η συντήρησή της συμβάλλει στην ανοικοδόμηση της κοινότητας, στην αποκατάσταση της ταυτότητάς της και στη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον της. Επιπλέον, η πολιτιστική ιδιοκτησία οποιουδήποτε ανθρώπου συμβάλλει στην πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Έτσι, η απώλεια ή η βλάβη σε τέτοια περιουσία υποβαθμίζει την ανθρωπότητα», σύμφωνα με πληροφορίες στην ιστοσελίδα της UNESCO.

Η δεύτερη συνθήκη είναι η Σύμβαση του 1972 για την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς.

 

Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της Συνθήκης είναι ότι συνδέει «τις έννοιες της διατήρησης της φύσης και της διατήρησης των πολιτιστικών ιδιοτήτων» και την ανάγκη διατήρησης της ισορροπίας μεταξύ των δύο.

Μεταξύ άλλων, ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος «δεσμεύεται να μην προβεί σε σκόπιμα μέτρα που θα μπορούσαν να βλάψουν άμεσα ή έμμεσα την πολιτιστική και φυσική κληρονομιά […] που βρίσκεται στο έδαφος άλλων συμβαλλομένων κρατών της παρούσας σύμβασης».

Επίσης, μέσω της Σύμβασης συστάθηκε ένα Ταμείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, στο οποίο τα κράτη-μέλη οφείλουν να συνεισφέρουν σε τακτά χρονικά διαστήματα ένα καθορισμένο ποσό. Επιπλέον, γίνονται δεκτές προαιρετικές εισφορές από κράτη και οργανισμούς για χρηματοδότηση συγκεκριμένων προγραμμάτων. Η αξιοποίηση του Ταμείου και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την παροχή οικονομικής βοήθειας για σκοπούς προστασίας της Παγκόσμιας Κληρονομιάς προσδιορίζονται στις Κατευθυντήριες Γραμμές για την εφαρμογή της Σύμβασης.

 

 

Κορυφαία μνημεία
Υπάρχουν πάνω από 1.000 μέρη στον κόσμο -από μεμονωμένα κτίσματα μέχρι ολόκληρες πόλεις, φυσικές τοποθεσίες, νησιά, λίμνες κ.λπ.- που o εκπαιδευτικός, επιστημονικός και πολιτιστικός οργανισμός του ΟΗΕ, η UNESCO, έχει ανακηρύξει μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς. Μερικά από τα πιο γνωστά και εντυπωσιακά μνημεία είναι η Ακρόπολη των Αθηνών, η παλιά αυτοκρατορική πρωτεύουσα Μπαγκάν στη Μιανμάρ, τα νησιά Γκαλαπάγκος, το εθνικό πάρκο Γκουρέμε στην Τουρκία, το Μάτσου Πίτσου στο Περού, η Πέτρα στην Ιορδανία, οι πυραμίδες της Γκίζας στην Αίγυπτο…

Τα μνημεία ΟΥΝΕΣΚΟ στην Κύπρο

Η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε τη Σύμβαση Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς το 1975 και δεσμεύτηκε μαζί με άλλα κράτη για την προστασία των χώρων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η γεωστρατηγική θέση της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός σημαντικού πολιτισμού, ο οποίος αντικατοπτρίζεται μέσα από αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία. Η Κύπρος υπήρξε μία από τις πρώτες χώρες που ενέγραψαν μνημεία στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Σήμερα, στον εν λόγω Κατάλογο περιλαμβάνονται τρεις εγγραφές μνημείων από την Κύπρο: Πάφος, Βυζαντινές και Μεταβυζαντινές εκκλησίες του Τροόδους και Χοιροκοιτία. Παράλληλα, έχει συσταθεί ένας Κατάλογος υποψήφιων μνημείων, τα οποία πιθανόν στο μέλλον να προωθηθούν για εγγραφή στον Παγκόσμιο Κατάλογο.

Αναλυτικά:
Η Κυπριακή Δημοκρατία επικύρωσε τη Σύμβαση το 1975 και δεσμεύτηκε μαζί με άλλα κράτη για την προστασία των χώρων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η Κύπρος, λόγω του σημαντικού πολιτισμού που έχει αναπτύξει μεταξύ δύο σημαντικών πολιτιστικών περιοχών, του Αιγαίου και της Εγγύς Ανατολής, υπήρξε από τις πρώτες χώρες που πέτυχε να τύχουν μνημεία της αυτής της διάκρισης από το 1980. Ο πολιτισμός αυτός αντικατοπτρίζεται μέσα από σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και Βυζαντινές εκκλησίες, αποτελεί δε κορυφαίο γεγονός για την πολιτιστική προβολή της Κύπρου. Η πρώτη εγγραφή στον κατάλογο της UNESCO, το 1980, περιέλαβε το Ιερό της Αφροδίτης στα Κούκλια (Παλαίπαφο) και τη Νέα Πάφο, τη σημερινή Κάτω Πάφο, για δυο βασικούς λόγους:

• το ρόλο που διαδραμάτισε η περιοχή της Πάφου στη λατρεία της θεάς Αφροδίτης και

• το ρόλο που διαδραμάτισε η Κύπρος και η Πάφος ειδικότερα στην εξάπλωση του Χριστιανισμού, με τα γεγονότα που συνδέονται με το πέρασμα του Αποστόλου Παύλου από την περιοχή.

Το διαβατήριο όμως για την εγγραφή της Νέας Πάφου στον Κατάλογο αποτέλεσαν τα ψηφιδωτά της Ρωμαϊκής περιόδου, όχι μόνο στην Οικία του Διονύσου αλλά και στην Έπαυλη του Θησέα και στη Βασιλική της Χρυσοπολίτισσας. Συμπεριλαμβάνονται επίσης και οι «Τάφοι των Βασιλέων» της Ελληνιστικής περιόδου.

Η δεύτερη εγγραφή, το 1985, περιέλαβε τις Βυζαντινές και Μεταβυζαντινές εκκλησίες στην οροσειρά του Τροόδους. Οι λόγοι, στους οποίους στηρίχθηκε η Επιτροπή για την ένταξη των δέκα εκκλησιών στον κατάλογο, είναι ότι • αποτελούν μαρτυρία του Βυζαντινού πολιτισμού στο νησί

• πρόκειται για σημαντικά μνημεία εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της υπαίθρου που διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση και

• η τέχνη των εκκλησιών αυτών περικλείει στοιχεία που επιδεικνύουν τη σχέση μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Χριστιανικής τέχνης. Η τρίτη εγγραφή, το 1998, περιέλαβε τον αρχαιολογικό χώρο του Νεολιθικού οικισμού της Χοιροκοιτίας.

Η Χοιροκοιτία συμπεριλήφθηκε στον Κατάλογο για τρεις βασικούς λόγους:

• είναι ο πιο σημαντικός αρχαιολογικός χώρος της Νεολιθικής περιόδου που αντικατοπτρίζει την εξάπλωση και

• τη μόνιμη εγκατάσταση σε οικισμούς και

• δείχνει το ρόλο που διαδραμάτισε η Κύπρος στη μετάδοση του Νεολιθικού πολιτισμού από την ανατολική Μεσόγειο στη Δύση ( 7η χιλ. – 4η χιλ. π.Χ.).

Εκτός από τα μνημεία της Κύπρου, που είναι ήδη εγγεγραμμένα στον Κατάλογο Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς, υπάρχει και ένας Κατάλογος υποψήφιων μνημείων:

Πολιτιστικά
Εκκλησία Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνα στην Περιστερώνα
Εκκλησία Παναγίας Χρυσοκουρδαλιώτισσας στο Κούρδαλι (προσθήκη στην υφιστάμενη εγγραφή των βυζαντινών εκκλησιών του Τροόδους)
Εκκλησία Παναγίας Αγγελόκτιστης
Αγροτικός οικισμός Φικάρδου

Πολιτιστικά και Φυσικά
Μαθιάτης (νότιο τμήμα)

Φυσικά
Τρόοδος (όρος Όλυμπος)
Χανδριά
Κιόνια
Γέφυρα της Μαλούντας
Γέφυρα της Κλήρου

 

 

Σαν Τσιμινιάνο: Το διαμάντι της Τοσκάνης

Σαν Τζιμινιάνο, μια από τις καλύτερα διατηρημένες μεσαιωνικές πόλεις της Ιταλίας. Βρίσκεται πάνω σε λόφο, σε υψόμετρο 324 μ. στην επαρχία της Σιένας, στην περιφέρεια της Τοσκάνης, στο βόρειο τμήμα της κεντρικής Ιταλίας. Θεωρείται Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την ΟΥΝΕΣΚΟ.
Η πόλη είναι διάσημη για τη μεσαιωνική οχυρωματική της αρχιτεκτονική με τείχη, πύλες και πύργους που διακρίνονται από μεγάλη απόσταση. Από τους 100 πύργους διασώζονται σήμερα 14, που είναι αρκετοί για δώσουν το δικό τους χρώμα στη μικρή αυτή ιταλική πόλη. Ο ψηλότερος πύργος έχει ύψος 54 μέτρα και προσφέρει μοναδική θέα στην πόλη αλλά και τη γύρω περιοχή. Η κυκλοφορία των αυτοκινήτων απαγορεύεται στο κέντρο της πόλης.