Στιγμές και πρόσωπα του κυπριακού θεάτρου

Διευρύνοντας  το φάσμα των συντελεστών του έργου προς το κοινό.

Ριχάρδος ΙΙΙ, Σαίξπηρ, (ΘΟΚ 2019), σε σκηνοθεσία Πάρι Ερωτοκρίτου

Ο Ριχάρδος ΙΙΙ του Σαίξπηρ ιχνηλατεί την αιματηρή πορεία του ομώνυμου ήρωα προς τον θρόνο. Είναι προφανής ο παραλληλισμός με τον μεταγενέστερο Μακβέθ, ωστόσο ο χαρακτήρας του Ριχάρδου δεν φτάνει την τραγικότητα του Σκώτου. Ο Μακβέθ έχει πλήρη επίγνωση του καλού και του κακού, και συνειδητά επιλέγει το κακό, ενώ για τον Ριχάρδο δεν υφίσταται τέτοιο δίλημμα. Ο εναρκτήριος μονόλογός του μεταλλάσσεται από εγκώμιο νίκης σε οιμωγή για την εκ γενετής παραμόρφωσή του, και καταλήγει σε απροκάλυπτη ομολογία της πρόθεσής του να πατήσει επί πτωμάτων. Ενώ, όμως, πρωτοεμφανίζεται solus, ο Ριχάρδος δεν είναι ποτέ μόνος. Ο συσχετισμός δυνάμεων και παθών που τον ευνοούν τοποθετεί τη δράση του σε ένα περιβάλλον διαρκών συναλλαγών, εκούσιων και ακούσιων. Ο Ριχάρδος είναι απαρέγκλιτα, προβλέψιμα στυγερός, και για να υπερκεράσει κανείς τον σκόπελο της μονοδιάστατης μοχθηρίας, καλείται να διευρύνει το φάσμα των συντελεστών του έργου πέρα από τους δραματικούς χαρακτήρες και τους ηθοποιούς, προς το κοινό.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πάρις Ερωτοκρίτου, το θεατρικό γεγονός δεν συγκροτείται ούτε στη σκηνή αποκλειστικά, ούτε στην πλατεία, αλλά στο ενδιάμεσο προθεσιακό επίπεδο. Στην έναρξη, ο Προκόπης Αγαθοκλέους απο-πραγματοποιείται στον ρόλο του Ριχάρδου επί σκηνής, καθώς στρεβλώνει τελετουργικά το αρτιμελές του σώμα. Η μεταμόρφωση επιτελείται ενώπιον μαρτύρων και οι επιπλοκές αναδεικνύονται πανηγυρικά στη στέψη του «βασιλιά εξ αίματος»: από ψηλά πέφτουν κονφετί στην πλατεία, την ίδια ώρα που ανάμεσα στους θεατές απρόσωποι ηθοποιοί παριστάνουν εντεταλμένους επόπτες. Η παρουσία τους απορρέει από το κείμενο: είναι οι βαλτοί του Μπάκιγχαμ (Γ. Καραούλης), οι μόνοι που τον επικρότησαν όταν ανέλαβε να πείσει τον λαό για την αξιοσύνη του Ριχάρδου. Σε εκείνη την περίσταση, οι πολίτες δεν έβγαλαν τσιμουδιά. Ο λαός δεν ήθελε τον Ριχάρδο στον θρόνο, αλλά δεν μίλησε. Στην παράσταση του ΘΟΚ, η σκηνοθετική επίνοια συγκεράζει τη σιωπή των θεατών με τους βαλτούς στον εξώστη, μορφοποιώντας τρόπον τινά μιαν ολέθρια συνενοχή. Ο Ριχάρδος προελαύνει προς την εξουσία. Όμως, χωρίς τον Μπάκιγχαμ, δεν θα γινόταν βασιλιάς. Και ο Μπάκιγχαμ θα ήταν ατελέσφορος χωρίς τους βαλτούς του, αυτούς που θεριεύουν εκεί όπου αποφεύγεις να κοιτάξεις.

Οι πάροδοι που διεμβολίζουν την πλατεία όχι μόνο επεκτείνουν λειτουργικά το σκηνικό του Γ. Γιάννου σε ένα πολυπρόσωπο έργο, αλλά εγγράφονται στη συνείδηση του κοινού ως διευκολύνσεις για μια στυγνή κατάληψη εξουσίας. Μάλλον ο Ριχάρδος δεν θα πάψει ποτέ να προκαλεί αποτροπιασμό, αλλά η μοχθηρία του πραγματώνεται θεατρικά μέσα από τις παραχωρήσεις των συν αυτώ, πόσο μάλλον όταν στον διευρυμένο κύκλο του εντάσσονται εντέχνως οι θεατές.

Δέσποινα Πυρκεττή

Φωτογραφία: Ο Προκόπης Αγαθοκλέους ως Ριχάρδος Γ’.